MENU

Παραδεχτείτε το: περίεργη εικόνα. Ποιος να το φανταζόταν όταν επί σειρά ετών αδυνατούσες ν’ αποφασίσεις αν είσαι αγνωστικιστής ή άθεος και δεν ήξερες σε ποιον θεό να μην πιστέψεις, ότι απόψε- που «νέο» δεν σε λέει ούτε ο Μαθουσάλας- θα βρισκόσουν σ’ αυτή την στάση; Εσύ, που είχες τον Νίτσε κορώνα στο κεφάλι σου λες και ήταν η Νίτσα, η σύζυγός σου, και το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» για ευαγγέλιο.

Δείτε και μόνοι σας το μέγεθος της παραδοξότητας: ημίφως από τη μικρή λάμπα με το λάδι στο θεοσκότεινο δωμάτιο, εσύ στα γόνατα, με τα δάχτυλα πλεγμένα μεταξύ τους, ν’ ακουμπάς στο κρεβάτι σου και να μουρμουρίζεις μανιωδώς σαν τράπερ που του έκλεισαν το autotune.

Μονολογείς κάτι σαν «Τετραπλό σπάσιμο» και «Αν εγώ είμαι ο γιος του διαβόλου, τότε αυτός είναι ο ίδιος ο διάβολος» και «Για τους άλλους 4 παίκτες κάναμε τ’ αμυντικά μας πλάνα, γι’ αυτόν κάναμε μόνο τον σταυρό μας» και διάφορά άλλα ακατάληπτα, λες και αίφνης έχασες την ικανότητα να εκφράζεσαι στα νεοελληνικά και το γύρισες στην Γραμμική Άλφα και τα συλλαβογράμματά της. 

Όταν σε πλησιάζουμε λίγο περισσότερο καταλαβαίνουμε, ωστόσο, πως το λάθος είναι δικό μας. Υπήρξαμε πεζοί, αμετανόητοι θιασώτες του μυαλού. Μεγάλη απρέπεια, όμως, να κατέχει τα ηνία το μυαλό όταν αρχίζει να μιλάει η καρδιά- δεν βρίσκετε; 

Έτσι, σωπαίνουμε εκ νέου και κοιτάμε την ιερή εικόνα. Είναι (παραδοξότητας η συνέχεια…) κινούμενη και δείχνει έναν βραχύσωμο παίκτη με λευκά να πιάνει τη λογική από τον λαιμό και να της πατάει το λαρύγγι μέχρις ότου ν’ ακουστεί ο επιθανάτιος ρόγχος της. 

Γιατί, αλήθεια, δεν είναι παράλογο να ρίχνεις στο καναβάτσο τ’ αδέρφια Πέτροβιτς, τον Βράνκοβιτς, τον Κούκοτς, τον Ντίβατς; Τον Σαμπόνις και την υπερηχητική Σοβιετική Ένωση; Τους Γάλλους, τους Ιταλούς; 

Δεν είναι ένας γαλανόλευκος παραλογισμός ν’ ανεβαίνεις, το μακρινό 1987, σε απάτητες ευρωπαϊκές κορυφές και δύο χρόνια αργότερα να λούζεις το χρυσό με ασήμι; 

Δεν μοιάζει σκηνή βγαλμένη από παραμύθι το να φοράς τη φανέλα με το εθνόσημο, οριακά μεγέθους medium, να ίπτασαι στο ζωγραφιστό και να κάνεις τις 5 φορές XLarge να πέφτουν θορυβωδώς στο παρκέ, την στιγμή που εσύ αφήνεις γλυκά την μπάλα στο καλάθι; 

Δεν είναι ο ορισμός του «Ωραίος ο Φαίδων» οι 40άρες, οι 50άρες κάθε, μα κάθε γ@μημένο βράδυ; Το να κάνεις σμπαράλια το αμυντικό πλάνο των αντιπάλων, που μετά τους αγώνες φλερτάρουν με τον νευρικό κλονισμό; 

Δεν είναι ένα βουνό από άθλους, ο ένας πάνω στον άλλον, το να παίρνεις από το χέρι μια ολόκληρη χώρα που κολυμπούσε στα ελώδη νερά της αφάνειας, να την βγάζεις στην επιφάνεια κι εν συνεχεία, σε μια σύγχρονη εκδοχή της Δημιουργίας του Αδάμ, να της εμφυσείς μπασκετική ζωή; 

Μαύρο. 

Το παρελθόν πρέπει να μένει πεισματικά κλεισμένο στο ένδοξο τότε, ακόμα κι αν μιλάμε για Εκείνον, σωστά; 

Ας είναι, γίνεται και με σβηστά τα φώτα: στα μεγάφωνα το “The final countdown”, στο νοητό παρκέ το νούμερο 4, ένας απέναντι σε μια αγέλη αντιπάλων, ξανά και ξανά και ξανά. Με το ίδιο, φυσικά, αποτέλεσμα: καλάθι, καλάθι και φάουλ, μέχρι να περπατήσουμε ολόκληρο το μονοπάτι της κορυφής και να γευτούμε πρωτοφανές, για εμάς, νέκταρ. 

Ένα άτομο, πέντε ήρωες, δώδεκα μέλη, ένα προπονητικό σταφ, 10 εκατομμύρια να βγάζουν επιδεικτικά, έμπλεα καλοδεχούμενης παραφροσύνης, την γλώσσα στα μεγαθήρια της πορτοκαλί θεάς. 

Η Ελλάδα, 35 χρόνια πριν, ήταν ένα ολοζώντανο (σχεδόν) τίποτα στον μπασκετικό χάρτη. Μετά από την λυτρωτική παρουσία Του και με την ανεξάλειπτη αρωγή ενός Δράκου, ήμασταν πρωταθλητές Ευρώπης. Και παραμένουμε έκτοτε στο κορυφαίο επίπεδο- πράγμα, αν το καλοσκεφτείτε, αξιοθαύμαστο. 

Φως. 

Σήμερα, 4 Αυγούστου, στο ΟΑΚΑ: δακρύζουν τα ρομπότ; Δακρύζει ένας Γκάνγκστερ; Αρκεί ν’ ανέβει το νο4 στον ουρανό για να λιώσει ο χρόνος σαν κερί, να μεταμορφωθεί το περίλαμπρο παρελθόν σε ένα ζωογόνο παρόν; 

Δάκρυα. Ένα άτομο, ένα γήπεδο, ένα έθνος. 

Κι εσύ, ο αμετανόητος αγνωστικιστής, να παραδέχεσαι το λάθος σου (και να περιμένεις τις ορδές των φονταμενταλιστών που θα σε πουν βλάσφημο…): τελικά υπάρχει Θεός. 

Και δεν του ζητάς τίποτ’ άλλο, παρά μόνο να υπάρχει. Γιατί έζησες το τότε. Γιατί ζεις το τώρα. Γιατί θα υπάρχει το αιώνιο «πάντα». Γιατί οι αναμνήσεις δεν σβήνουν ποτέ. 

Ψιθυρίζεις. Τούτη τη φορά, αυτό που λες βγάζει νόημα. Είναι, ωστόσο, κάτι πολύ σύντομο. Τρία, μόλις, γράμματα. 

Νικ. 

Αμήν. 

Να υπάρχεις, αυτό μόνο σου ζητώ