Με βασικό γνώμονα την εξοικονόμηση χρημάτων, χωρίς όμως να εγκαταλείπει την αναζήτηση της ποιότητας, κινείται πλέον ο Έλληνας καταναλωτής. Οι θερινές εκπτώσεις αποτελούν για πολλούς την κατάλληλη ευκαιρία να πραγματοποιήσουν αγορές που είχαν αναβάλει, ενώ η ίδια συγκρατημένη στάση αποτυπώνεται και στον σχεδιασμό των φετινών καλοκαιρινών διακοπών.
Η θερινή εκπτωτική περίοδος, η οποία ξεκίνησε τη Δευτέρα 13 Ιουλίου και θα διαρκέσει έως τη Δευτέρα 31 Αυγούστου, δημιουργεί προσδοκίες στον εμπορικό κόσμο για αύξηση της κίνησης και ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες εξακολουθούν να λειτουργούν μέσα σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό οικονομικό περιβάλλον.
Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο ψωνίζει ο καταναλωτής έχει αλλάξει ριζικά. Οι Έλληνες εμφανίζονται πλέον περισσότερο οργανωμένοι, ενημερωμένοι και επιλεκτικοί. Ελέγχουν τις τιμές, συγκρίνουν προϊόντα και καταστήματα, αναζητούν πραγματικές προσφορές και προχωρούν σε αγορές με βάση τις ανάγκες τους, αποφεύγοντας τις παρορμητικές επιλογές.
Η ακρίβεια περιορίζει ακόμη και τις βασικές αγορές
Έρευνες του Τμήματος Μάρκετινγκ και Επικοινωνίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά και άλλων επιστημονικών φορέων, δείχνουν ότι σημαντικό μέρος των νοικοκυριών έχει περιορίσει ακόμη και την κατανάλωση βασικών αγαθών και υπηρεσιών εξαιτίας των ανατιμήσεων. Ανάλογα με τον κλάδο, το ποσοστό των πολιτών που δηλώνουν ότι έχουν μειώσει τις αγορές τους κυμαίνεται από 16% έως 56%, αποτυπώνοντας τη συνεχιζόμενη πίεση που ασκεί ο πληθωρισμός στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Την ίδια στιγμή, τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας κερδίζουν συνεχώς έδαφος, καθώς προσφέρονται σε χαμηλότερες τιμές και επιτρέπουν στους καταναλωτές να ελέγχουν αποτελεσματικότερα τα έξοδά τους. Παράλληλα, όλο και λιγότεροι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν περισσότερο αποκλειστικά και μόνο για την επωνυμία ενός προϊόντος.
Αυστηρότερη γίνεται και η αξιολόγηση των επιχειρήσεων. Οι καταναλωτές εξετάζουν πλέον τη στάση των εταιρειών απέναντι στην ακρίβεια και δε διστάζουν να εγκαταλείψουν μάρκες ή καταστήματα που θεωρούν ότι επιδεικνύουν αδιαφορία, έλλειψη διαφάνειας ή αισχροκέρδεια.
Το 81% περίμενε τις μεγάλες εκπτώσεις
Όπως εξηγεί στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Θάνος Μαύρος, Εταίρος και Επικεφαλής του Τομέα Καταναλωτικών Προϊόντων της EY Ελλάδος, η τελευταία έκδοση της έρευνας EY Future Consumer Index Ελλάδα είχε καταγράψει μια μικρή αλλά αισθητή βελτίωση του καταναλωτικού κλίματος.
Για πρώτη φορά από την έναρξη της έρευνας, το 2021, οι Έλληνες καταναλωτές έδειχναν μια συγκρατημένη διάθεση να αυξήσουν τις δαπάνες τους σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων, πάντοτε μέσα στα όρια των οικονομικών τους δυνατοτήτων. Η νέα άνοδος, όμως, των τιμών του πετρελαίου και της ενέργειας, μετά τις πολεμικές εξελίξεις στο Ιράν, αναζωπύρωσε τις πληθωριστικές πιέσεις και την ανησυχία των νοικοκυριών.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι καταναλωτές κατευθύνουν μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους σε τρόφιμα, λογαριασμούς και μετακινήσεις, περιορίζοντας τις αγορές ένδυσης, υπόδησης και άλλων διαρκών αγαθών. Οι εκπτώσεις, πάντως, εξακολουθούν να λειτουργούν ως ισχυρό κίνητρο. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 81% των ερωτηθέντων δήλωσε πως ανέβαλε αγορές που επιθυμούσε να πραγματοποιήσει, περιμένοντας τα μεγάλα εκπτωτικά γεγονότα.
Η εκτίμηση είναι ότι οι καταναλωτές θα επισκεφθούν τα καταστήματα και θα αναζητήσουν σημαντικές προσφορές, αλλά τελικά θα περιοριστούν κυρίως σε αναγκαίες ή προγραμματισμένες αγορές, καθώς την ίδια περίοδο πρέπει να καλύψουν και το κόστος των καλοκαιρινών διακοπών.
Οι Έλληνες είναι πλέον πιο πρόθυμοι να αλλάξουν μάρκα ή κατάστημα και, σε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά, ερευνούν, συγκρίνουν και αξιολογούν πριν φτάσουν στο ταμείο. Σύμφωνα με την έρευνα της EY, οι εκπτώσεις και οι προσφορές αποτελούν, για τις περισσότερες κατηγορίες προϊόντων, το δεύτερο σημαντικότερο κριτήριο επιλογής επιχείρησης, μετά την καλύτερη τελική τιμή.
Οι καταναλωτές ζητούν πραγματικές προσφορές
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η απαίτηση των πολιτών για πραγματικές εκπτώσεις. Οι καταναλωτές δεν αρκούνται πλέον σε εντυπωσιακές ταμπέλες και υψηλά ποσοστά μείωσης, αλλά ελέγχουν την αρχική τιμή, συγκρίνουν την τελική προσφορά και απαιτούν ειλικρίνεια. Όπως επισημαίνει ο κ. Μαύρος, οι επιχειρήσεις οφείλουν να επενδύσουν στη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη, που αποτελούν τη βάση της σχέσης τους με το αγοραστικό κοινό.
Διακοπές με αυστηρό έλεγχο του κόστους
Η προσπάθεια εξοικονόμησης δεν περιορίζεται στις αγορές. Η ίδια εικόνα αποτυπώνεται και στις φετινές διακοπές, με τους καταναλωτές να οργανώνουν τα ταξίδια τους με βασικό κριτήριο τη συγκράτηση των εξόδων.
Έρευνα του ΙΕΛΚΑ, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2026 σε δείγμα 700 καταναλωτών από όλη την Ελλάδα, καταγράφει στροφή προς οικονομικότερες λύσεις, όπως το μαγείρεμα στον χώρο διαμονής, ο περιορισμός της εστίασης και η αγορά τροφίμων από σούπερ μάρκετ, φούρνους και τοπικές επιχειρήσεις.
Το 41% δηλώνει ότι μαγειρεύει συχνά κατά τη διάρκεια των διακοπών, ενώ το 70% επισκέπτεται συστηματικά σούπερ μάρκετ ή μίνι μάρκετ. Παράλληλα, το 79% αγοράζει προϊόντα από φούρνους και αρτοποιεία, ενώ μόλις το 28% αναφέρει ότι δεν μαγειρεύει ποτέ. Ιδιαίτερα υψηλό είναι και το ποσοστό εκείνων που προτιμούν τοπικά προϊόντα. Το 62% δηλώνει ότι πραγματοποιεί σχετικές αγορές, στηρίζοντας την τοπική οικονομία και αναζητώντας ταυτόχρονα αυθεντικές αλλά οικονομικά προσιτές επιλογές.
Το 45% θα περιορίσει τις αγορές του
Σχεδόν ένας στους δύο καταναλωτές, ποσοστό 45%, δηλώνει ότι θα μειώσει τη φετινή δαπάνη του για αγορές στις διακοπές. Ως σημαντικότερος επιβαρυντικός παράγοντας καταγράφεται το αυξημένο κόστος των εισιτηρίων, ενώ ακολουθούν οι δαπάνες για εστίαση και διαμονή. Το κόστος της διαμονής φαίνεται να επηρεάζει λιγότερο, καθώς αρκετά νοικοκυριά επιλέγουν εξοχικές κατοικίες ή οικονομικότερα ενοικιαζόμενα δωμάτια.
Σε ό,τι αφορά τα σημεία προμήθειας τροφίμων, το 68% επιλέγει φούρνους και αρτοποιεία, το 66% μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ και το 48% μικρότερες αλυσίδες. Παράλληλα, το 41% προτιμά τα μίνι μάρκετ. Τα στοιχεία αναδεικνύουν την ισχυρή παρουσία της τοπικής αγοράς στις καλοκαιρινές επιλογές των καταναλωτών, σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι κατά την υπόλοιπη διάρκεια του έτους.
Ένας στους δύο δε θα κάνει διακοπές
Το 50% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι δεν προγραμματίζει να κάνει διακοπές το καλοκαίρι του 2026. Το αντίστοιχο ποσοστό το 2025 είχε διαμορφωθεί στο 52%. Από το υπόλοιπο 50% που σκοπεύει να ταξιδέψει, το 34% σχεδιάζει περιορισμένες διακοπές, το 14% θα ταξιδέψει όπως κάθε χρόνο και μόλις το 2% προγραμματίζει περισσότερες ημέρες.
Από όσους θα φύγουν, το 42% υπολογίζει ότι θα απουσιάσει από τέσσερις έως επτά ημέρες, ενώ το 29% σχεδιάζει διακοπές διάρκειας οκτώ έως δεκατεσσάρων ημερών. Ο μέσος χρόνος διακοπών διαμορφώνεται στις 11,4 ημέρες, έναντι 11,3 ημερών το 2025, επιβεβαιώνοντας ότι οι αποδράσεις παραμένουν συγκρατημένες.
Στροφή σε εξοχικά και ενοικιαζόμενα δωμάτια
Η πλειονότητα των ταξιδιωτών επιλέγει οικονομικότερες μορφές διαμονής. Το 35% θα μείνει σε δική του εξοχική κατοικία και το 18% σε σπίτι συγγενών ή φίλων.
Ενοικιαζόμενα δωμάτια επιλέγει επίσης το 35%, ποσοστό αισθητά αυξημένο σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Αντίθετα, μόλις το 14% προτιμά ξενοδοχεία, με το 10% να επιλέγει διαμονή χωρίς διατροφή και το 4% πακέτα πλήρους διατροφής. Το 8% επιλέγει κάμπινγκ και το 9% σχεδιάζει ταξίδι στο εξωτερικό. Οι ακριβότερες επιλογές, όπως τα ξενοδοχεία all inclusive και οι κρουαζιέρες, συγκεντρώνουν εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά.
Πρώτη επιλογή η παραθαλάσσια ηπειρωτική Ελλάδα
Σε επίπεδο προορισμών, η ηπειρωτική Ελλάδα και κυρίως οι παραθαλάσσιες περιοχές συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, με ποσοστό 57%. Ακολουθούν τα νησιά με 38%, ενώ το 11% επιλέγει ορεινές περιοχές της ηπειρωτικής χώρας. Διακοπές στο εξωτερικό εξετάζει το 9% των ταξιδιωτών.
Η συνολική εικόνα δείχνει έναν καταναλωτή που δεν εγκαταλείπει τις αγορές ή τις διακοπές, αλλά τις επανασχεδιάζει. Περιμένει τις εκπτώσεις, συγκρίνει περισσότερο, περιορίζει τις περιττές δαπάνες και επιλέγει λύσεις που του επιτρέπουν να διατηρήσει την ποιότητα χωρίς να ξεφύγει από τον προϋπολογισμό του.
Πηγή: ethnos.gr