MENU

Άνοιξε την τηλεόραση, με δεν μπορούσε να καθίσει με τίποτα στον καναπέ λες κι αυτός είχε καρφιά.

Νευρικότητα. Άγχος. Εφίδρωση.

Άρχισε να κόβει βόλτες γύρω από το σπίτι.  Δεν ήταν δα και κανένα θηρίο, ένα κοινό τριάρι με δύο υπνοδωμάτια. Το έφερε βόλτα ίσαμε επτά φορές. Η νευρικότητα δεν έλεγε να φύγει. Οι παλμοί άρχισαν να αυξάνονται κι άλλο.

Δεν χρειάστηκε να περιμένει πάρα πολύ. Το δικό του όνομα ήταν το πρώτο από την λίστα με τους μέσους που βγήκε από το στόμα του Γκρέιαμ Πότερ. Ήταν στην αποστολή για το Μουντιάλ! 

Ούρλιαξε! 

Και μετά… κοκκάλωσε!

Η υπερκινητικότητα, έγινε ακινησία. Ο ιδρώτας, έγινε δάκρυ.

Και το παρόν άρχιζε να ανακατεύεται με το παρελθόν.

Το τηλέφωνο χτύπησε αμέσως. Ήταν ο πατέρας του. Δεν κατάφεραν να πουν ούτε λέξη. Απλώς, έβαλαν και οι δύο τα κλάματα.

Ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να κατανοήσουν πλήρως τι σήμαινε αυτή η στιγμή. Τι έκρυβε πίσω της. Πόσους αγώνες, στερήσεις, μάχες, δυσκολίες προσπάθειες, εγκαταλείψεις, επιστροφές, πόση ανέχεια, φτώχεια, απαξίωση κουβαλούσε μαζί της.

Κι όταν τα δάκρυα σταμάτησαν το κινητό άρχισε να χτυπά ακατάπαυστα, μία βροχή ειδοποιήσεων, ένα ποτάμι μηνυμάτων από συγγενείς, φίλους, συμμαθητές, παλιούς δασκάλους, παλιούς συμπαίκτες, παλιούς προπονητές. 

Κάπου εκεί κατάλαβε ό,τι σε όλη αυτή τη διαδρομή κάτι είχε κάνει. Κάτι είχε καταφέρει. Ήταν άνθρωποι που τον είχαν γνωρίσει πολύ πριν πάει στο Παγκόσμιο Κύπελλο με την Εθνική Σουηδίας, πριν γίνει επαγγελματίας, επώνυμος, ευκατάστατος, πριν βγει από τον δικό του βούρκο. 

Ήθελε να απαντήσει σε όλους με έναν ξεχωριστό τρόπο για τον καθένα, αλλά στο τέλος κατέληξε να στέλνει το ίδιο μήνυμα σε όλους.

Ο Γκρέιαμ Πότερ είχε καταφέρει το ακατόρθωτο: να μετατρέψει σε στήλη άλατος τον πιο αεικίνητο παίκτη που είχε γνωρίσει ποτέ του. Τον άνθρωπο - αστραπή.

Θυμήθηκε πως τέτοια εποχή πριν έξι χρόνια περίμενε κάτι εντελώς διαφορετικό. Να μπει το μηνιάτικο από την εργασία του ως security για να τα βγάλει πέρα. 

Είχε πατήσει τα 21 και δούλευε ως υπηρεσία φύλαξης στο μετρό της Στοκχόλμης και σε εμπορικά κέντρα.

Είχε εργαστεί ως φύλακας σε σχολείο στο ΄Όρμινγκε ένα προάστιο λίγο έξω από την Σουηδική πρωτεύουσα. Ερχόμενος σε επαφή με τα παιδιά, μαγεύτηκε. Κάτι τέτοιο θα έκανε αν τελικά δεν έπαιζε ποδόσφαιρο.

Και οι πιθανότητες να παίξει κανονικό ποδόσφαιρο ήταν μηδαμινές.

Μέσα του ένιωθε πάντα την ευθύνη πως έπρεπε να δικαιώσει τους γονείς του. Τα τέσσερα αδέρφια του. Αλλά όχι μόνο αυτούς.

Στη Σουηδία ζουν αυτή τη στιγμή περίπου 80.000 Σομαλοί που όπως και οι γονείς του βρήκαν άσυλο στην Σκανδιναβία για να γλιτώσουν από τον εμφύλιο πόλεμο που θερίζει την αφρικανική χώρα.

Έφτασαν να αποτελούν το 0,5% του πληθυσμού της χώρας, αλλά οι περισσότεροι ζουν στοιβαγμένοι, γκετοποιημένοι σε γειτονιές που αποτελούν άβατο για τους ντόπιους.

Η γειτονιά του Τένστα αποκαλείται “μικρή Μογκαντίσου”, ένα δύσκολο και σκληρό μέρος, όπου η πιθανότητα να μείνεις στον ίσιο δρόμο, εκτός παραβατικότητας, δεν είναι μεγάλη.

Δεν είχαν πολλά, αλλά είχαν ο ένας τον άλλον. Και ο Τάχα Άλι στην πορεία βρήκε και το ποδόσφαιρο που τον κράτησε μακριά από τους μπελάδες. Του χάρισε φίλους, πειθαρχία, μία δουλειά και ένα φως στο τούνελ.

Τώρα πια νιώθει ένα πρότυπο για όλη την Σουηδο-Σομαλική κοινότητα -η ευθύνη είναι πολύ βαριά στους ώμους του. Είναι ο πρώτος που τα κατάφερε, ο πρώτος που άνοιξε νέους δρόμους, που δεν περιορίζονται στο ποδόσφαιρο, αλλά στην πλήρη κοινωνική / εργασιακή ενσωμάτωση και την αποδοχή. Ο δρόμος ακόμα είναι μακρύς, αλλά νιώθει με ένα δικό του σουτ έσπασε μία κλειδωμένη εδώ και δεκαετίες πόρτα. 

Γυρνώντας τον χρόνο πίσω θυμάται μόνο απορρίψεις με την ίδια δικαιολογία: “Είσαι πολύ μικρόσωμος. Δεν είσαι αρκετά καλός. Ντριμπλάρεις πολύ”.

Μικρός πρέπει να άλλαξε γύρω στις 15 με 20 ομάδες. Το κορμί του ήταν σαν οδοντογλυφίδα, δεν είχε καμία τακτική παιδεία, δεν είχε αντοχή, δεν είχε υποδομή, δεν είχε τίποτα εκτός από ένα πράγμα: το έμφυτο χάρισμα να νιώθει ότι μπορεί να τους περάσει όλους, όπως τα δύο του μεγάλα πρότυπα: ο Χατέμ Μπεν Αρφά και ο Ροναλντίνιο.

Αυτό δεν έφτανε όμως. Έστελνε συνεχώς mail σε μικρές συνοικιακές ομάδες για να τον δοκιμάσουν κι εκεί καταλάβαινε ότι δεν μπορούσε να ακολουθήσει τους άλλους. Δεν είχε ιδέα από τακτικές, συστήματα, συνεργασίες. Έτρεχε πανικόβλητα σε λάθος μέρη, τους λάθος χρόνου, πήγαινε όπου και η μπάλα. Δεν είχε καμία ελπίδα να παίξει κανονικό ποδόσφαιρο.

Εκεί στα 17 κόλλησε με τα video-games. Άγριο κόλλημα. Έπαιζε ασταμάτητα με τις ώρες, παράτησε τα πάντα, δεν σηκωνόταν καν από το κρεβάτι, δεν έβγαινε από το δωμάτιο.

Αν δεν ήταν η επιμονή από τα αδέρφια του, πιθανώς να είχε πάρει έναν δρόμο χωρίς επιστροφή, αυτοί τον σήκωσαν από το κρεβάτι και τον πέταξαν σχεδόν βίαια πάλι στα γήπεδα.

Για τέσσερα χρόνια έμεινε κολλημένος στην 4η εθνική, σε ομάδες που οριακά έδιναν τα οδοιπορικά του. Σκέφτηκε να δοκιμάσει κάτι άλλο, να πειραματιστεί με το ποδόσφαιρο σάλας που ταίριαζε καλύτερα στο ποδοσφαιρικό του στιλ και στο σωματότυπο του.  

Κι όντως έτσι ήταν. Το 2020 εκπροσώπησε την Εθνική Σουηδίας στο Nordic Futsal Cup, όμως μέσα του κάτι τον έτρωγε. Η σάλα τον περιόριζε, σε οικονομικό επίπεδο δεν μπορούσε να τον ζήσει.

Όπως συμβαίνει συνήθως στα παραμύθια, μία ωραία πρωΐα, ένα τηλέφωνο από το πουθενά, του άλλαξε τη ζωή. Η Έρεμπρου μία ομάδα της Allsvenskan είχε ακούσει για έναν φτεροπόδαρο εξτρέμ και ήθελε να ρίξει την ζαριά της.

Στα 23 έφυγε για πρώτη φορά από το σπίτι του, έγινε επαγγελματίας, είδε πως είναι το ποδόσφαιρο στο υψηλό επίπεδο. Τα πήγε χάλια!

Κι εκεί τα ίδια. Δεν μπορούσε να συγχρονιστεί με κανέναν, όλα γίνονταν πολύ γρήγορα στο μυαλό του, έπαιξε μόλις τρία καταστροφικά παιχνίδια πριν φύγει δανεικός για την δεύτερη κατηγορία και την Βέστερους.

Είχε μπει όμως σε μία σειρά. Ήταν η ευκαιρία του και δεν ήταν διατεθειμένος να την χαραμίσει για να επιστρέψει στην ζωή ενός security. 

Άρχισε να καταλαβαίνει καλύτερα το παιχνίδι. Να γίνεται αυτός το πρόβλημα για τους αντιπάλους. Στην Βέστερους άρχισε να κάνει θόρυβο. Και μετά από έναν χρόνο ήρθε η Χέλσινγκμποργκ. Και μετά από έναν ακόμα χρόνο ήρθε η πρωταθλήτρια Μάλμε!

Μέσα σε τρία χρόνια, είχε διανύσει την απόσταση από τα ερασιτεχνικά γήπεδα της 4ης κατηγορίας σε μία ομάδα που είχε κατακτήσει 8 από τα τελευταία 12 πρωταθλήματα της χώρας! Ακραίο για έναν παίκτη δίχως καμία, μα καμία ποδοσφαιρική υποδομή.

Έφυγε γρήγορα από την ζώνη του cult hero και έγινε ισοϋψής με τους κομβικούς παίκτες της ομάδας. Κάποιοι πιθανώς να τον θυμούνται να μπαίνει λίγο πριν τον επαναληπτικό με τον ΠΑΟΚ στην Τούμπα για τον 3ο προκριματικό του Champions League το καλοκαίρι του 2024 και να προκαλεί χάος με τις κούρσες του στην παράταση απέναντι στους αποκαμωμένους παίκτες του Λουτσέσκου.

Αυτή είναι η σπεσιαλιτέ του. Να έχει έναν cameo ρόλο και να προκαλεί χάος στο γήπεδο. Χρειάστηκαν μόλις 26 λεπτά παρουσίας στις αρχές Ιουνίου στο φιλικό της Σουηδίας με την Ελλάδα για να ξεχαρβαλώσει την άμυνα του αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος και να κερδίσει μία θέση στην αποστολή του Μουντιάλ, όπου στα 11 λεπτά που έπαιξε με την Ολλανδία και στα 24 απέναντι στη Γαλλία, δεν κατάφερε να φανεί το ίδιο καθοριστικός.

Από τα 121 του παιχνίδια με την φανέλα της Μάλμε (13 γκολ / 18 ασίστ), στα 85 είτε ήρθε από τον πάγκο είτε έγινε αλλαγή, ένας κλασικός game changer για κάθε προπονητή.

Ένας σεσημασμένος… ανακατωσούρας, το 2024 το Διεθνές Κέντρο Αθλητικών Σπουδών (CIES) τον ανέδειξε τρίτο σε πετυχημένες ντρίμπλες ανά παιχνίδι σε όλο τον κόσμο -αυτό άλλωστε ξέρει να κάνει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο.

Η πορεία του στον κόσμο του ποδοσφαίρου δεν ήταν γραμμική, μα ελικοειδής, γεμάτη απογοητεύσεις αποτυχίες, αμφιβολίες. 

Τώρα πια, μπορεί να χαμογελά άφοβα. Διότι, όπως του αρέσει να λέει, τα περισσότερα χαμόγελα ξεκινούν από ένα άλλο χαμόγελο.

Ή από μία ντρίμπλα σε ένα γήπεδο…

 

Τάχα Άλι: Όλα… Τούμπα!