MENU

Η Γαλλία έχει εξελιχθεί σ’ ένα υψηλού επιπέδου εργοστάσιο παραγωγής μπασκετμπολιστών πολλά χρόνια τώρα. Τα βήματα, βέβαια, μοιάζουν συγκεκριμένα: Επιλογή από μικρή ηλικία στο αναπτυξιακό πρόγραμμα, συμμετοχή στα περιφερειακά κλιμάκια ή το πρόγραμμα μπάσκετ του INSEP, του γαλλικού αθλητικού ινστιτούτου, κι από εκεί και πέρα είτε κάποιο αμερικανικό κολέγιο, είτε μια ομάδα της γαλλικής LNB πριν το ΝΒΑ ή τη Euroleague.

O Σιλβέν Φρανσίσκο μπορεί να υπερηφανεύεται ότι έφτασε στην κορυφή όχι μ’ αυτό το… τελεφερίκ, αλλά βαδίζοντας σε μονοπάτια που κάποιες φορές αποδείχτηκαν κακοτράχαλα.

Γεννημένος στις 11 Οκτωβρίου 1997 στο Κρετέιγ, μεγάλωσε στο Σεν-Σεν-Ντενί, μια περιοχή του Παρισιού που έχει αναδείξει αρκετούς σπουδαίους αθλητές. Οι Αγκολέζοι γονείς του τον ώθησαν στην αρχή προς το ποδόσφαιρο, όπως έκαναν και με τα υπόλοιπα παιδιά τους (ο Σιλβέν μεγάλωσε σε οικογένεια με οκτώ αδέλφια). Το μπάσκετ, όμως, τον κέρδισε σχεδόν αμέσως. Ο λόγος; Οι παίκτες μιας ομάδας είναι λιγότεροι, οπότε μπορούσε να έχει περισσότερο τη μπάλα στα χέρια του απ’ ότι στα πόδια του!

Τα πρώτα του βήματα τα έκανε σε ομάδες της περιοχής του, τη Ρασίνγκ, την Βιλμόμλπ και την Ρος Λα Μολιέρ. Σύλλογοι τελείως άγνωστοι, βέβαια, στο ευρύ κοινό, στους οποίους ξεχώριζε μεν, αλλά δεν συγκέντρωνε βλέμματα. Από τα 14 του χρόνια είπε στους γονείς του ότι θέλει να ακολουθήσει καριέρα επαγγελματία μπασκετμπολίστα, αλλά έβλεπε τις επιλογές του σε τοπικό επίπεδο να περιορίζονται πολύ. Έτσι πήρε τη μεγάλη απόφαση να μεταναστεύσει.

Το χειρότερο ήταν ότι… δεν ήξερε ούτε αγγλικά! Οπότε και λόγω ηλικίας δεν θα μπορούσε να χτυπήσει την πόρτα κάποιου κολεγίου, χρειαζόταν εκπαίδευση σε όλα, και ακαδημαϊκά, αλλά και μπασκετικά. Από το 2014 ως το 2017 έμεινε στη Φλόριντα κι έπαιξε διαδοχικά στην ακαδημία Elev8, στο γυμνάσιο Λίμπερτι Κρίστιαν και στην Γουέστ Όουκς Ακάντεμι στο Ορλάντο. Στο διάστημα αυτό όχι μόνο έμαθε τη γλώσσα, αλλά έκανε αίτησην και πήρε και την αμερικανική υπηκοότητα.

Τα χρόνια στη Φλόριντα είπε ότι… ξαναέμαθε μπάσκετ, αυτή τη φορά πώς να στέκεται σε επαγγελματικό επίπεδο. Το όνομά του ξεχώρισε σε τοπικό επίπεδο, τόσο που κλήθηκε το 2016 στην εθνική Γαλλίας U20, κάτι σπάνιο για παιδιά που δεν προέρχονται από το πλαίσιο του αναπτυξιακού προγράμματος.

Το καλοκαίρι του 2017 πήρε άλλη μια απόφαση που προκάλεσε έκπληξη. Ενώ είχε μπροστά του προτάσεις από κολέγια κι ενδεχομένως μια τετραετία «προετοιμασίας» που θα του άνοιγε την πόρτα του ΝΒΑ, αυτός προτίμησε τον επαναπατρισμό. Ήηθελε να γίνει επαγγελματίας, να αποκομίσει άμεσο κέρδος από το μπάσκετ. Ενδεχομένως αν ίσχυε από τότε το NIL, o κανονισμός που προσφέρει αμοιβές στους κολλεγιόπαιδες, να αποφάσιζε αλλιώς.

Η πρώτη του ομάδα ήταν η Boulogne-Levallois Metropolitans 92. Τη σεζόν 2017-18 συμμετείχε σε 24 αγώνες της LNB Pro A, έχοντας κατά μέσο όρο 3,5 πόντους. Τίποτα το εντυπωσιακό, μόνο προσαρμογή σ’ έναν άλλο τρόπο παιχνιδιού, αφού μετά την αποχώρησή του από τη Levallois δεν χτυπούσε το τηλέφωνο.

Η λύση ήρθε από τη νεοσύστατη Paris Basketball, έναν σύλλογο που σήμερα είναι πασίγνωστος μεν, αλλά τότε έκανε τα πρώτα του βήματα. Για τον Φρανσίσκο αποδείχθηκε η ιδανική συγκυρία. Τη σεζόν 2018-19 αγωνίστηκε σε 26 παιχνίδια, σημειώνοντας 9,7 πόντους κατά μέσο όρο και συμβάλλοντας στην άνοδο της ομάδας στη μεγάλη κατηγορία.

Έναν χρόνο αργότερα έκανε ακόμη μεγαλύτερο άλμα. Στην πρώτη συμμετοχή της Paris Basketball στη LNB Pro A ανέβασε τον μέσο όρο του στους 13 πόντους σε 23 αγώνες και άρχισε να προσελκύει το ενδιαφέρον μεγαλύτερων συλλόγων. Οι εμφανίσεις του έδειχναν έναν γκαρντ με ταχύτητα, εκρηκτικό πρώτο βήμα και ικανότητα να δημιουργεί τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους συμπαίκτες του.

Η επόμενη σεζόν θα επιβεβαίωνε οριστικά ότι η άνοδός του δεν ήταν συγκυριακή. Το καλοκαίρι του 2020 υπέγραψε στη Chorale Roanne, αναλαμβάνοντας πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο. Εκεί έκανε την καλύτερη μέχρι τότε χρονιά της καριέρας του, αγωνιζόμενος σε 32 παιχνίδια του γαλλικού πρωταθλήματος με μέσο όρο 14,7 πόντους, 3,4 ασίστ και περισσότερα από 30 λεπτά συμμετοχής ανά αγώνα.

Το καλοκαίρι του 2021 αποφάσισε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του για πρώτη φορά εκτός Γαλλίας, στη BAXI Manresa. Η ισπανική ομάδα, υπό τις οδηγίες του Πέδρο Μαρτίνεθ, έπαιζε ένα από τα πιο απαιτητικά και γρήγορα συστήματα στην Ευρώπη, με τον Γάλλο γκαρντ να καλείται να προσαρμοστεί άμεσα. Σε 28 αγώνες της Liga Endesa είχε μέσο όρο 10,6 πόντους, ενώ αποτέλεσε βασικό κομμάτι της εντυπωσιακής πορείας της Manresa μέχρι τον τελικό του Basketball Champions League.

Το επόμενο βήμα ξάφνιασε αρκετούς. Αντί να μετακινηθεί σε έναν σύλλογο της EuroLeague, αυτός επέλεξε το Περιστέρι και τον Βασίλη Σπανούλη. Αργότερα αποκάλυψε ότι βασικός λόγος της απόφασής του ήταν η προοπτική να δουλέψει καθημερινά με έναν από τους κορυφαίους point guards στην ιστορία του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Και δικαιώθηκε. Η συνεργασία τους απέδωσε αμέσως καρπούς. Στο ελληνικό πρωτάθλημα μέτρησε 11,4 πόντους ανά αγώνα, ενώ στο Basketball Champions League ανέβασε την παραγωγικότητά του στους 16,2 πόντους, αποτελώντας τον απόλυτο ηγέτη του Περιστερίου.

Η ευκαιρία για τη Euroleague ήλθε το 2023 από την Μπάγερν Μονάχου. Στην πρώτη του σεζόν στη EuroLeague αγωνίστηκε σε 30 παιχνίδια, σημειώνοντας 12,3 πόντους κατά μέσο όρο, ενώ στο τέλος της χρονιάς πανηγύρισε την κατάκτηση του γερμανικού πρωταθλήματος. Ήταν ο πρώτος του τίτλος.

Η μετάβαση στη Ζάλγκιρις Κάουνας έγινε, όπως ο ίδιος είπε, επειδή ήθελε ακόμα περισσότερες ευθύνες. Από την πρώτη στιγμή απέκτησε πρωταγωνιστικό ρόλο. Εκεί έκανε και τη δήλωση «είμαι πραγματικός ηγέτης», που τον ακολουθεί από τότε, εξηγώντας ότι θέλει πάντα την μπάλα στα κρίσιμα λεπτά και δεν φοβάται να πάρει την τελευταία επίθεση.

Μακριά από τα γήπεδα διατηρεί χαμηλό προφίλ. Σε ερώτηση για το πώς περνά τον ελεύθερο χρόνο του κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της εθνικής Γαλλίας, απάντησε απλά ότι ξεκουράζεται, περνά χρόνο με την οικογένειά του, βλέπει anime και, φυσικά, δεν σταματά ποτέ να σουτάρει!  Στην εθνική ανδρών της Γαλλίας έκανε ντεμπούτο το 2022 και συνεχίζει να αποτελεί μέλος της, έχοντας αγωνιστεί και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2023 και στο Εurobasket του 2025.

Το φετινό καλοκαίρι ήταν πράγματι... επεισοδιακό: Άφησε το Κάουνας έχοντας αποφασίσει να συμμετέχει στο πρότζεκτ αναβάθμισης της Βιλερμπάν, αλλά τα ζητήματα που προέκυψαν με την χρηματοδότηση της γαλλικής ομάδας τον έκαναν να λοξοκοιτάζει και άλλες περιπτώσεις. Στον Παναθηναϊκό θα πάρει τη μπαγκέτα του οργανωτή, ένας παίκτης που μπορεί και να σκοράρει και να πασάρει κατά το δοκούν. Και δεν φοβάται την ευθύνη. Το λέει και το τονίζει.

Ο Σιλβέν Φρανσίσκο δεν φοβάται τους δύσκολους δρόμους (vids)