Μία.
«Η ζωή είναι ωραία, στ’ ορκίζομαι η ζωή είναι ωραία».
Δύο.
«Η ζωή είναι ωραία, στ’ ορκίζομαι η ζωή είναι ωραία».
Τρεις.
«Η ζωή είναι ωραία, στ’ ορκίζομαι η ζωή είναι ωραία».
Τέσσερις.
«Η ζωή είναι ωραία, στ’ ορκίζομαι η ζωή είναι ωραία».
Πέντε.
«Η ζωή είναι ωραία, στ’ ορκίζομαι η ζωή είναι ωραία».
Έξι.
«Η ζωή είναι ωραία, στ’ ορκίζομαι η ζωή είναι ωραία».
Εφτά.
«Η ζωή είναι ωραία, στ’ ορκίζομαι η ζωή είναι ωραία».
Οκτώ.
«Η ζωή είναι ωραία, στ’ ορκίζομαι η ζωή είναι ωραία».
Εννέα.
«Η ζωή είναι ωραία, στ’ ορκίζομαι η ζωή είναι ωραία».
Δέκα.
«Η ζωή είναι ωραία, στ’ ορκίζομαι η ζωή είναι ωραία».
Έντεκα.
«Η ζωή είναι ωραία, στ’ ορκίζομαι η ζωή είναι ωραία».
Έντεκα ενέσεις. Ο πόνος δεν περνούσε. Η απόφαση έπρεπε να ληφθεί. Ο δεξιός του ώμος, όσο κι αν ήλπιζε ότι θα καταφέρει με συντηρητική αγωγή να τον καταστήσει λειτουργικό ώστε να μπορεί να βρίσκεται στο παρκέ, με το ζόρι πια κινούταν. Με το ζόρι σήκωνε το χέρι του. Αδιέξοδο. Το ίδιο αδιέξοδο που τόσες και τόσες φορές είχε βρει απέναντί του. Χειρουργείο. Ένα ακόμα. Η αναισθησία, το κρεβάτι του νοσοκομείου, η αποθεραπεία, η ενδυνάμωση, το μετατραυματικό σοκ. Όλα εκεί, να τον περιμένουν να περπατήσει πάλι μέσα σε αυτό το σκοτεινό τούνελ. Η 28η Δεκεμβρίου του 2019 θα είναι η ημερομηνία του τελευταίου του αγώνα. Θα πατήσει παρκέ ξανά όταν ο κόσμος θα είναι εντελώς διαφορετικός. Στις 17 Ιουνίου του 2020. Στις 30 Ιουνίου θα στεφθεί πρωταθλητής. Θα αναδειχθεί MVP. Θα πετύχει το νικητήριο καλάθι.
«Η ζωή είναι ωραία, στ’ ορκίζομαι η ζωή είναι ωραία».
Ο γυάλινος κόσμος…
- Μπαμπά, δε θέλω να ξέρω τίποτα άλλο. Δε θέλω να παίζω πια…
Εφτά χρόνια πριν η ιστορία δεν ήταν διαφορετική. Ο Μαρσέλο ήταν δίπλα του. Πάντα ήταν. Ο Μαρσέλο και η Γκαμπριέλα, πρώην παίκτες αμφότεροι, κληροδότησαν το DNA που τον έκανε να ξεχωρίζει στο γήπεδο από παιδί. Η Αντζέλικα, η γιαγιά του, η οποία του έδωσε την πρώτη του μπάλα μπάσκετ όταν ήταν τριών ετών και η οποία τον έπεισε να φύγει από την ομάδα του παππού του, Εμίλιο, για να πάει στην αγαπημένη της Κίλμες. Τέτοιες στιγμές έπρεπε όλοι να βρουν τρόπο να τον βοηθήσουν να μην λυγίσει. Ο Λούκα δεν ήταν καν ακόμα 18 ετών. Κλαίει. Είναι καθισμένος σε αναπηρικό καροτσάκι, μέσα στο νοσοκομείο. Λίγα λεπτά πριν ήταν στο γήπεδο. Πήδηξε να κόψει έναν αντίπαλο και προσγειώθηκε άγαρμπα στο αριστερό του χέρι. Ο Μαρσέλο είναι στο γήπεδο.
«Όταν τον άκουσα να ουρλιάζει έπιασα το κεφάλι μου και σκέφτηκα «όχι πάλι. Σε παρακαλώ όχι πάλι». Κάταγμα ωλένης και ακτίνας. Η διάγνωση ήταν «πάλι». Ούτε καν μπορούσε να ακούσει ο Λούκα τι είπε ο γιατρός. Ούτε καν μπορούσε να καταλάβει. Ούτε καν τον ένοιαζε. Το πάλι του ράγιζε την καρδιά. Από μικρό παιδί ζούσε με μόνιμο πόνο στην πλάτη. Έσπασε το δάκτυλό του κλωτσώντας μια καρέκλα. Έπαθε κάταγμα κόπωσης στο ίδιο δάκτυλο. Έπαθε κάταγμα στον αστράγαλο και έχασε το Παγκόσμιο Κύπελλο κάτω των 19 ετών το 2013. «Δε θα μπορούσαν πολλοί να ξεπεράσουν τόσο πολύπλοκες καταστάσεις σε τόσο νεαρή ηλικία. Αλλά έχει πάρει το πείσμα και τη δύναμη της μητέρας του», προσθέτει ο Μαρσέλο Βιλντόζα, πρωταθλητής Αργεντινής ένα χρόνο πριν γεννηθεί ο γιος του.
«Θυμάμαι ένα τουρνουά όταν ήταν 13 ετών. Έπρεπε να βγει από το γήπεδο, δεν άντεχε να παίξει άλλο, είχε φοβερό πόνο στην πλάτη. Όταν είδε ότι η ομάδα και οι συμπαίκτες του έχαναν το ματς, μού ζήτησε να μπει. Επέμενε γιατί δεν ήθελε να τους βλέπει στεναχωρημένους. Μπήκε και κερδίσαμε», θυμάται ο προπονητής του στην ομάδα παμπαίδων, Νικόλα Μενιόνι και κάπως έτσι, μέσα από αμέτρητες διηγήσεις και αναμνήσεις, σχηματίζεται η εικόνα ενός παιδιού-θαύμα, ενός παιδιού που έκανε απίστευτα πράγματα με την μπάλα, σε ηλικίες που το να καταφέρνεις να κάνεις τρεις συνεχόμενες ντρίμπλες θεωρείται επιτυχία. Και του παιδιού που πάλευε με το σώμα του.
«Πήγα για πρώτη φορά προπόνηση οκτώ ετών. Είχα μακριά μαλλιά, κοτσίδα και έπαιζα στα μίνι. Κάθε φορά που έχαναν έκλαιγα. Αυτό γινόταν τουλάχιστον μέχρι τα δώδεκά μου χρόνια», εξιστορεί ο Λούκα Βιλντόζα, ο οποίος είχε πάνω-κάτω τη νοοτροπία που όλα τα παιδιά έχουν στην ηλικία του. Ειδικά, τα παιδιά που έχουν τον μπαμπά στην εξέδρα! «Ήμουν πολύ εγωιστής. Δεν έδινα πάσα με τίποτα. Ο γέρος μου μού έλεγε πάντα ότι μπορώ να πετύχω κάτι μεγάλο, οπότε από πολύ μικρός είχα το στόχο να γίνω επαγγελματίας. Έφτασα εδώ που έφτασα χάρη στην προπόνηση που έκανα παιδί».
Ναι, ο Λούκα είχε κάτι το ξεχωριστό. «Ήταν ένα σφουγγάρι, το οποίο χάρη στη φυσική και την τεχνική του ικανότητα, έλυνε όλα τα προβλήματα στο γήπεδο πολύ εύκολα. Το ταλέντο του ήταν πολύ μεγαλύτερο από την ηλικία του», θα πει ο Τόμας Αλόνσο, προπονητής του στα προμίνι. «Δέκα χρονών έκανα μπάσιμο, πέρασε τη μπάλα πίσω από την πλάτη του, άλλαξε χέρι και τελείωσε με αριστερό ανάποδο λέι απ. Όλοι όσοι ήταν στο γήπεδο, από προπονητές, γονείς, διαιτητές, όλοι είχαμε πάθει σοκ. Ήταν σα να είχαμε ανάμεσά μας έναν εξωγήινο». Ανάμεσα σε όλους ήταν ο Μαρσέλο Βιλντόζα. Πάντα και παντού. «Όσοι δεν τον είδαν να παίζει ανάμεσα στις ηλικίες οκτώ και 15 ετών, δεν ξέρουν τι έχουν χάσει, δεν μπορούν να καταλάβουν για τι πράγμα μιλάμε. Γι’ αυτό και όταν έφτασε να παίζει στο πρωτάθλημα, οι μόνοι που δεν σοκαρίστηκαν ήταν όσοι τον είχαν δει μικρότερο».
Οι συμπαίκτες του τον περιγράφουν ως ένα παιδί που έμαθε να νοιάζεται για εκείνους, που ήθελε να τους βλέπει να περνάνε καλά στο παρκέ, που πάντα τους συμπαραστεκόταν, που έβαζε την ομάδα πάνω απ’ όλα. Απλά έπρεπε κάποια στιγμή να βάλει τον εαυτό του και την ομάδα πάνω και από τον μπαμπά του. Ήταν το κλειδί της επιτυχίας. «Θυμάμαι την πρώτη φορά που ήρθε για προπόνηση η μπάλα ήταν μεγαλύτερη από εκείνον. Η μητέρα του καθόταν στην κερκίδα και πήγαινε σε εκείνην συχνά στη διάρκεια της προπόνησης», θα πει ο Λεάντρο Ραμέγια, ο προπονητής που θα άλλαζε τον τρόπο σκέψης του Λούκα. Θα τον βοηθούσε να απογαλακτιστεί.
«Ήξερα τη μητέρα, τον παππού του, τη θεία του, τον μπαμπά του, τη γιαγιά του, όλους. Τον είχα παίκτη όταν ήταν στα μίνι και μετά ξανά στα 14 του χρόνια και στα 17. Κάποια στιγμή κάναμε μια κουβέντα. Και του εξήγησα ότι αν θέλει να παίξει, πρέπει να σταματήσει να κοιτάζει τόσο πολύ στην κερκίδα τον μπαμπά του. Έπρεπε ο Μαρσέλο να σταματήσει να μιλάει συνέχεια στο παιδί του». Εξάλλου, στα 17 του ο Λούκα Βιλντόζα ήταν, ήδη, επαγγελματίας. Είχε υπογράψει το πρώτο του συμβόλαιο ένα χρόνο πριν – 2.000 πέσος Αργεντινής ήταν ο μισθός του, κάτι παραπάνω από εφτά ευρώ!
Εκτροφείο… Μπασκόνια!
Λογικά, δεν εκπλήσσει κανέναν ότι η ομάδα που τον εντόπισε πρώτη ήταν εκείνη που είχε αναθρέψει τόσους και τόσους Αργεντινούς. Ο προπονητής του, μάλιστα, ήταν ένας εξ αυτών. Ο Πάμπλο Πριτζιόνι υποδέχτηκε τον Λούκα Βιλντόζα στην Ισπανία το 2017, ένα χρόνο αφότου η Μπασκόνια είχε αποκτήσει τα δικαιώματά του και τον είχε αφήσει δανεικό στην Κίλμες. Η αρχή ήταν σοκαριστική. Ποια αρχή δεν είναι; «Η Ευρώπη ήταν κάτι το διαφορετικό από κάθε άποψη, αλλά κυρίως σωματικά. Και ήταν τόσο δύσκολο σε σημείο που ο Λούκα επέστρεφε σπίτι κλαίγοντας», διηγείται η μητέρα του η οποία τον ακολούθησε στην Ισπανία για να τον βοηθήσει το πρώτο διάστημα.
«Ήταν δύσκολα και, ναι, όταν είσαι πια εκεί καταλαβαίνεις πόσο μεγάλη είναι η διαφορά. Υπέφερα τους πρώτους δύο μήνες. Δεν μπορούσα να παίξω άμυνα, δεν μπορούσα να παίξω στην επίθεση», θυμήθηκε ο Λούκα για να προσθέσει η Γκαμπριέλα Βιλντόζα. «Παρακολουθούσα ματς και τον έβλεπα να υποφέρει σε σημείο που ευχόμουν να τον βγάλει ο προπονητής. Ευτυχώς είχε έναν εξαιρετικό προπονητή, τον Πέδρο Μαρτίνεθ και τον βοήθησε πάρα πολύ».
Ο νόμος λέει ότι για να σε βοηθήσει κάποιος, πρέπει πρώτα να βοηθήσεις εσύ τον εαυτό σου. Και ο Λούκα Βιλντόζα άρχισε να τα αλλάζει όλα για να μπορέσει να ανταποκριθεί στο επίπεδο. Το διατροφή του, βασικά. Έχασε εφτά κιλά, έγινε πιο γρήγορος, πιο εκρηκτικός, πιο δυνατός και με τη βοήθεια της τύχης και των τραυματισμών του Γκρέιντζερ και του Χουέρτας άρχισε να παίζει περισσότερο. «Πήρε λεπτά συμμετοχής, πήρε αυτοπεποίθηση, έφτασε να παίξει στους τελικούς του πρωταθλήματος». Η εξέλιξή του ήταν αλματώδης. Χρόνο με το χρόνο γινόταν καλύτερος, πιο αποτελεσματικός, πιο καθοριστικός για την Μπασκόνια. Έμεινε πιστός στη δίαιτά του: Δύο γεύματα την ημέρα, όχι πρωινό, καθόλου σνακ. «Δεν είναι εύκολο να την ακολουθήσεις, αλλά ήταν το θεμέλιο της αλλαγής μου και φαίνεται και στις φωτογραφίες. Πιο πριν είχα μάγουλα!», λέει γελώντας και γελώντας έφτασε σε μια νέα φιλοσοφία ζωής!
«Να ζω τις στιγμές! Είναι τόσες πολλές εκείνες που έχουν έρθει στο δρόμο μου που θα ήμουν αχάριστος αν σκεφτόμουν μόνο τα εμπόδια που έχουν ξεπεράσει». Θα χρειαζόταν να ξεπεράσει περισσότερα. Για να γίνει MVP το 2020, για να πάρει το συμβόλαιο που ονειρευόταν στο ΝΒΑ, για να αντέξει το χειρουργείο στο πόδι του, το οποίο του στέρησε το όνειρο, για να έρθει στο συμβόλαιο στο Μιλγουόκι, για να αντέξει τη διακοπή του συμβολαίου του, για να είναι έτοιμος για μια ακόμα πρόκληση. Στη ζωή του, τα στηρίγματά του ήταν πάντα ξεκάθαρα. Η οικογένειά του, ο ψυχολόγος του, τον οποίο συμβουλεύεται κυρίως στις εποχές τραυματισμών από τα 15 του χρόνια, και ο Σαμ.
Ω, ναι… Ο Σαμ. Το αγγλικό σέτερ για χάρη του οποίου πήρε το νούμερο «17» στους Νιου Γιορκ Νικς. Τα γενέθλια του Σαμ. Η ζωή με τον Σαμ. Όλα για τον Σάμ. Γιατί;
«Είναι πάντα εκεί. Δεν έχει σημασία αν θα του το ζητήσω, δεν έχει σημασία αν έπαιξα καλά ή αν τσακώθηκα με κάποιον. Για εκείνον είμαι όλος ο κόσμος και μου μεταδίδει θετική ενέργεια, με βοηθάει να ξεχνάω ό,τι έχει προηγηθεί. Με ακούει να γκρινιάζει, με ακούει να φωνάζω για ένα κακό παιχνίδι και τι πήγε στραβά. Μπορεί να μην έχω την οικογένειά μου μαζί μου, αλλά έχω πάντα τον Σαμ. Και αυτό είναι απερίγραπτο για μένα».
Το ΟΑΚΑ είναι το νέο σπίτι του Σαμ. Και του Λούκα…