Οι πόρτες άνοιξαν στις 17:30, όμως ο κόσμος είχε αρχίσει να καταφθάνει πολύ νωρίτερα. Παρέες κάθε ηλικίας, κινητά στο χέρι, φωτογραφίες, πειράγματα και εκείνη η γνώριμη ανυπομονησία που συναντάς λίγο πριν από μια μεγάλη συναυλία. Μόνο που αυτή τη φορά δεν υπήρχε κάποιος σταρ της μουσικής. Οι πρωταγωνιστές ήταν τρεις άνθρωποι που έγιναν γνωστοί από λίγο διαφορετικούς χώρους.
Λίγο πριν από τις 21:00, περισσότεροι από 5.000 θεατές είχαν κατακλύσει τον χώρο, με τον εξωτερικό περιβάλλοντα χώρο του ΟΑΚΑ να θυμίζει φεστιβάλ. Και κάπου εκεί γινόταν ξεκάθαρο ότι οι AXASTOI δεν είναι μόνο μια επιτυχημένη διαδικτυακή εκπομπή, αλλά ένα φαινόμενο που κατάφερε να μεταφέρει τη δυναμική της οθόνης στον πραγματικό κόσμο.
Ο Αλέξανδρος Τσουβέλας, ο Νίκος Ράπτης και ο Κωνσταντίνος Μαλιάτσης δεν προσπάθησαν ούτε στιγμή να μεταμορφωθούν σε παρουσιαστές μιας εντυπωσιακής υπερπαραγωγής. Αντίθετα, έκαναν ακριβώς αυτό που τους έφερε μέχρι εδώ. Συμπεριφέρθηκαν σαν τρεις φίλοι που κάθονται στον καναπέ τους και λένε ό,τι και όσα ακριβώς λέμε όλοι μας.
Ο Ράπτης κρατούσε τον ρυθμό και έδινε συνοχή στη βραδιά. Ο Τσουβέλας πετούσε ασταμάτητα τις ατάκες που έχουν γίνει σήμα κατατεθέν του, ενώ ο Μαλιάτσης λειτουργούσε ως ο άνθρωπος που έριχνε την ατάκα μισό δευτερόλεπτο αργότερα, αλλά αρκετά εύστοχα ώστε να προκαλέσει το επόμενο κύμα γέλιου.
Και τα θέματα; Αυτά που όλοι έχουμε συζητήσει με την παρέα μας. Οι... π@@τανόγριες στα καράβια, το πιο άβολο σημείο του σώματος που μπορεί να ιδρώσει κάποιος, καθημερινές καταστάσεις που κανονικά μένουν γύρω από ένα τραπέζι ή σε μια ομαδική συνομιλία. Οι AXASTOI τις πήραν και τις μετέτρεψαν σε ένα δίωρο live, με το κοινό να συμμετέχει σχεδόν σε κάθε punchline.
Μία από τις πιο απολαυστικές στιγμές ήταν το περίφημο «τύμπανο των Νορβηγών», που έκανε το κοινό να αντιδράσει σαν να βρισκόταν σε ποδοσφαιρική εξέδρα. Για λίγα λεπτά, το T-Center είχε περισσότερο... Μουντιάλ παρά stand-up.
Όμως, όσο περνούσε η ώρα, γινόταν φανερό ότι η ιστορία της βραδιάς δεν περιοριζόταν στους AXASTOUS.
Η ιστορία ήταν και ο ίδιος ο χώρος.
Το καλό με τα μεγάλα venues είναι ότι αξιολογούνται πραγματικά μόνο όταν γεμίσουν. Εκείνο το βράδυ, οι γιγαντοοθόνες εξασφάλιζαν καθαρή εικόνα από κάθε σημείο, τα σημεία εστίασης λειτουργούσαν διαρκώς, ενώ τόσο η είσοδος όσο και η αποχώρηση χιλιάδων ανθρώπων κύλησαν ομαλά. Μπορεί να ακούγεται αυτονόητο, αλλά όποιος έχει βρεθεί σε μεγάλες διοργανώσεις γνωρίζει ότι δεν είναι.
Και κάπου εκεί γεννήθηκε η απορία: Πώς ένας χώρος που για δεκαετίες είχε ταυτιστεί σχεδόν αποκλειστικά με το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ (κυρίως) επιχειρεί πλέον να γίνει σημείο αναφοράς για κάθε μορφή ζωντανής ψυχαγωγίας;
Το στοίχημα είναι η επόμενη επίσκεψη
Με αφορμή τη βραδιά, ζητήσαμε από τη διευθύντρια Marketing του T-Center, Αγγελική Ούρδα, να μας εξηγήσει τι αλλάζει πίσω από τις κουρτίνες.
Όπως επισημαίνει, το πρόσφατο rebranding δεν είχε στόχο μια νέα επιγραφή στην πρόσοψη. «Το rebranding δεν αποτελεί απλώς μια αλλαγή ονομασίας. Εκφράζει μια νέα στρατηγική για έναν χώρο που φιλοδοξεί να φιλοξενεί αθλητικά γεγονότα, συναυλίες, εταιρικές εκδηλώσεις και πολιτιστικές δράσεις, αξιοποιώντας την τεχνολογία ως μέρος της συνολικής εμπειρίας».
Ο φετινός Ιούλιος αποτέλεσε ίσως την καλύτερη δοκιμασία αυτής της φιλοσοφίας. Διαφορετικές παραγωγές, διαφορετικές απαιτήσεις, διαφορετικό κοινό, όλα μέσα σε λίγες εβδομάδες.
«Αποδείξαμε ότι μπορούμε να προσαρμοζόμαστε γρήγορα και να φιλοξενούμε διαφορετικές διοργανώσεις, ακόμη και παράλληλα, οργανώνοντας σωστά τις ροές και αξιοποιώντας όλους τους χώρους του venue», σημειώνει.
Η εμπειρία αρχίζει πολύ πριν ανοίξουν οι πόρτες
Για το T-Center, η εμπειρία δεν ξεκινά όταν ο επισκέπτης σκανάρει το εισιτήριό του. Ξεκινά όταν ανοίγει το κινητό του, όταν αναζητά πληροφορίες, όταν ψάχνει πώς θα φτάσει, όταν ενημερώνεται για τις επόμενες εκδηλώσεις ή όταν αποφασίζει αν ένας χώρος αξίζει να μπει στη λίστα του.
Γι' αυτό και το νέο website δεν σχεδιάστηκε απλώς ως ένας κατάλογος εκδηλώσεων. «Θέλαμε ο χώρος να αποκτήσει τη δική του ανεξάρτητη φωνή. Να παρουσιάζει τις δυνατότητές του και να δημιουργεί μια σταθερή σχέση με το κοινό, πέρα από κάθε μεμονωμένο event», εξηγεί η Αγγελική Ούρδα.
Η ίδια φιλοσοφία επεκτείνεται και στα social media. Όχι σκέτες ανακοινώσεις, αλλά συνεχής παρουσία, περιεχόμενο και λόγοι για να επιστρέφει ο επισκέπτης.
Όταν το venue γίνεται ο προορισμός
Η πιο ενδιαφέρουσα φράση της συζήτησής μας, όμως, ήρθε όταν η κουβέντα έφυγε από τις υποδομές και πέρασε στη νοοτροπία. «Θέλουμε ο κόσμος να ανοίγει το website ή τα social και να σκέφτεται: "Τι έχει σήμερα στο T-Center;"». Είναι μια φράση που συνοψίζει ολόκληρη τη στρατηγική.
Το ζητούμενο δεν είναι να εξαντληθούν τα εισιτήρια μιας συναυλίας ή ενός αγώνα. Είναι να αποκτήσει ο ίδιος ο χώρος προσωπικότητα. Να γίνει εκείνος ο προορισμός που θα εμπιστεύεται ο επισκέπτης, ανεξάρτητα από το αν θα παρακολουθήσει έναν αγώνα EuroLeague, μια συναυλία, ένα comedy show ή μια εταιρική παραγωγή.
Οι περισσότεροι από τους χιλιάδες ανθρώπους που βρέθηκαν εκεί να απολαύσουν την πιο χαβαλετζίδικη τριάδα, πιθανότατα δεν σκέφτηκαν ούτε για μια στιγμή το rebranding, τη νέα ψηφιακή ταυτότητα ή την επικοινωνιακή στρατηγική του T-Center. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορεί να κάνει το κοινό σε έναν χώρο.
Όταν όλα λειτουργούν όπως πρέπει, δεν σκέφτεσαι το venue. Ζεις τη βραδιά.
Κι αν κάτι έμεινε από εκείνο το βράδυ, πέρα από το ασταμάτητο γέλιο, ήταν η αίσθηση ότι το T-Center προσπαθεί να χτίσει μια ταυτότητα που θα κάνει τον κόσμο να επιστρέφει ξανά και ξανά. Όχι μόνο για το ποιος βρίσκεται στη σκηνή ή στο παρκέ, αλλά και για την εμπειρία που ξέρει ότι θα βρει όταν φτάσει εκεί.