Η καριέρα του είχε πάρει μια αναπάντεχη πορεία. Ούτε δύο χρόνια πριν δεν ήταν, όταν η Βιτόρια Γκιμαράες είχε ξοδέψει 800 χιλιάδες ευρώ για να του προσφέρει την πρώτη ευρωπαϊκή εμπειρία. Ο Ελ Αρμπί δεν ήταν αμούστακο παιδί. Είχε φτάσει 24 ετών και η καριέρα του δεν είχε να επιδείξει τίποτα το συναρπαστικό ως τότε. Ποδοσφαιριστής της ASO Chlef, με συμμετοχές κυρίως στην… εγχώρια Εθνική ομάδα (σ.σ. αρκετές αφρικανικές χώρες έχουν αντιπροσωπευτικά συγκροτήματα μόνο για παίκτες που αγωνίζονται εντός συνόρων) και δύο κλήσεις στον κόσμο των μεγάλων. Στη δεύτερη, δε, είχε κάνει ντεμπούτο του αντικαθιστώντας τον Ράφικ Τζιμπούρ.
Τα πράγματα στην Πορτογαλία τού πήγαν καλά. Πολύ καλά. Τόσο καλά που με τη δική του συνδρομή η Γκιμαράες κατέκτησε το πρώτο της ποτέ κύπελλο και δεύτερο συνολικά στην ιστορία της. Τότε, στα μέσα Μαΐου του 2013, έμοιαζε δεδομένο ότι θα συνεχίσει την καριέρα του στην Ντιναμό Ζάγκρεμπ. Η κροατική ομάδα ήταν διατεθειμένη να δώσει το ποσό των 900 χιλιάδων ευρώ στην Βιτόρια και στον ίδιο πρόσφερε 400 χιλιάδες ετησίως. Μετά το γκολ του στο τελικό, ο Σουντανί πολιορκήθηκε. Η Μπενφίκα φερόταν να ενδιαφέρεται, το ίδιο και η Σέλτικ.
«Οι προσφορές που είχα ήταν τρεις φορές καλύτερες από τα λεφτά που μου πρόσφερε η Ντιναμό. Δεν ήξερα τι να κάνω». Και όπως κάθε σύγχρονος άντρας που σέβεται τον εαυτό του οφείλει να κάνει, ρώτησε τη… μαμά του. «Γιε μου, έδωσες το λόγο σου στη Ντιναμό και στη Ντιναμό θα πας. Ξέρεις τα έθιμά μας και ξέρεις τι σημαίνει όταν δίνουμε το λόγο μας. Οφείλουμε να τον κρατάμε. Όλος ο πλούτος του κόσμου δεν φτάνει για να σπάσεις την υπόσχεσή σου. Είμαστε μια αστική οικογένεια, έχουμε λεφτά, έχουμε όσα χρειαζόμαστε και είναι αρκετά. Ευχαρίστησε το Θεό για όλα όσα έχουμε και πήγαινε στους ανθρώπους που έδωσες το λόγο σου».
Σύντομα, πολύ σύντομα μετά, ο Σουντανί υπέγραφε στην ομάδα που θα τον σημάδευε…
Φοβού τους τραυματισμούς (και τα μαλτέζ)…
Στην Κροατία δεν τον περίμεναν ακριβώς με βάγια και κλαδιά. Άγνωστος ήταν και σχετικά άσημος για την ομάδα του Ζάγκρεμπ που είχε κατακτήσει τον τίτλο και είχε συμμετάσχει στους ομίλους του Champions League. Ο Ελ Αρμπί έπρεπε να αποδείξει τον εαυτό του και έπρεπε να αποδείξει ότι – παρά το Ραμαζάνι το οποίο ακολουθεί πιστά και τον καταπόνησε ιδιαίτερα το πρώτο διάστημα – μπορεί να κάνει τη διαφορά και να αιτιολογήσει τα λεφτά που είχε δαπανήσει ο σύλλογος για εκείνον. Η πρώτη του υπόσχεση ήταν η γλώσσα. «Δώσε μου έξι μήνες και θα μιλάω κροατικά σαν εσένα», έλεγε σε δημοσιογράφους, καθότι μέσα σε δύο χρόνια είχε κατορθώσει να μιλάει άπταιστα πορτογαλικά.
Κράτησε την υπόσχεσή του και κυρίως έζησε να εκπληρώσει τις προσδοκίες που υπήρχαν για εκείνον. Από παιδί γνώριζε ότι ο προορισμός του ήταν να γίνει ποδοσφαιριστής, παρά την επιθυμία της μάνας να σπουδάσει ιατρική. «Του απαγόρευα να πάει στην προπόνηση. Κι εκείνος, πήγαινε στην ταράτσα, πετούσε την τσάντα του στο πεζοδρόμιο και το έσκαγε από την πίσω πόρτα. Τώρα είναι το καμάρι όλης της πόλης», διηγείται η μητέρα του, ενώ ο θρύλος τον θέλει να παίζει ποδόσφαιρο στο δρόμο, όταν τον εντόπισε ένας προπονητής της τοπικής ομάδας. Τον κάλεσε να δοκιμαστεί, όμως ο Σουντανί δεν πήγε. Δύο μέρες μετά τον είδε ξανά και τον ρώτησε για ποιο λόγο δεν εμφανίστηκε. Ο μικρός δεν είχε παπούτσια. Ήταν 11 ετών. Ένα ζευγάρι παπούτσια και μια ποδοσφαιρική φανέλα αργότερα, ξεκινούσε τη καριέρα του, χάρη στην οποία τώρα βοηθά και συντηρεί όλους τους παλαιούς φίλους του στη Σελίφ.
Στην Κροατία θα γινόταν ήρωας. 19 γκολ μόνο την πρώτη του χρονιά και σταθερή παρουσία όλα τα πέντε χρόνια που έμεινε εκεί. Υπέγραψε επέκταση συμβολαίου, έγινε αρχηγός, αρνήθηκε προτάσεις από την Ισπανία και την Ιταλία. «Σου προσφέρουν ελάχιστα χρήματα μόνο και μόνο επειδή σου λένε έλα να παίξεις στην Ισπανία. Δε ενδιαφέρεται κανείς, όμως, αν στο τέλος της καριέρας του γράφει το βιογραφικό του ότι έπαιξε με αντίπαλο την Μπαρτσελόνα ή τη Ρεάλ», δήλωνε και απολάμβανε τον σεβασμό και τα προνόμια που τύγχανε στο Ζάγκρεμπ. «Χρωστάω πολλά στον πρόεδρο. Δεν είναι μόνο όσα φαίνονται, αλλά και πράγματα που έχει κάνει για μένα σε προσωπικό επίπεδο».
Η ευγνωμοσύνη έπαιξε ρόλο, ώστε να μην του κακιώσει όταν αρνήθηκε την πρόταση της Νότιγχαμ Φόρεστ τον Ιανουάριο του 2018. Η μύγα, όμως, είχε τσιμπήσει τον Σουντανί και φτάνοντας προς τα τελευταία χρόνια της καριέρας του, ήθελε να ζήσει το όνειρο. Θα το ζούσε εντέλει το περασμένο καλοκαίρι. Ένα χρόνο πριν υπέγραφε στην αγγλική ομάδα και με κάθε επισημότητα μιλούσε για την εκπλήρωση της φιλοδοξίας του να παίξει στο νησί. Και εκεί θα έπαιζε πιθανότατα για χρόνια ακόμα, αν δεν ερχόταν ο μεγαλύτερος φόβος του κάθε αθλητή. Ο δεύτερος μεγαλύτερος του Ελ Αρμπί, ο οποίος – λόγω επίθεσης που δέχτηκε όταν ήταν πιτσιρίκι – τρέμει τα σκυλιά. Ακόμα και Μαλτέζ να δει στο δρόμο, αλλάζει πεζοδρόμιο.
Μετά από τέσσερις εμφανίσεις, στις οποίες είχε προλάβει να σκοράρει δύο γκολ, ήρθε ο τραυματισμός του. Κι αυτό είναι το σημείο που προκαλεί τα περισσότερα ερωτηματικά και τη μεγαλύτερη αμφιβολία για τη μεταγραφική κίνηση του Ολυμπιακού. Ο Ελ Αρμπί Χιλάλ Σουντανί τραυματίστηκε τον Αύγουστο στο γόνατο και έμεινε δύο μήνες εκτός, με την επιστροφή να έρχεται τον Οκτώβριο. Μετά από 70 λεπτά συμμετοχής σε τρία ματς, υπέστη υποτροπή και δεν κατόρθωσε ποτέ ξανά να αγωνιστεί. Η θεραπεία του συνεχίστηκε από την προηγούμενη άνοιξη σε ειδικό κέντρο αποκατάστασης στο Κατάρ και η καριέρα του θα συνεχιστεί στον Ολυμπιακό.
Εκ νέου μια αναπάντεχη πορεία. Άραγε άκουσε αυτή τη φορά τη μάνα του;