Είναι ένα ταξίδι. Κάπου, κάπως, κάποτε ο ίδιος το είχε χαρακτηρίσει με το δικό του τρόπο. Όλα τα έκανε με το δικό του τρόπο. Άλλοτε ήταν είδωλο και άλλοτε αποδιοπομπαίος τράγος. Εκείνο που ουδέποτε έπαψε να είναι ήταν Ολυμπιακός. Μπορεί να φορούσε τα κιτρινόμαυρα, αλλά ήταν Ολυμπιακός. Μπορεί να φόρεσε τα πράσινα, αλλά ήταν Ολυμπιακός. Όσες φορές κι αν έφευγε – σαν την μοιρολατρική φράση εκείνου που αν επιστρέψει ήταν πάντα δικός σου – πάντα επέστρεφε. Πάντα ήταν ο Τάσος Μητρόπουλος, πάντα ήταν ο «Ράμπο».
Ακόμα και τώρα, στις μέρες ισοπέδωσης. Ακόμα και τώρα, στις μέρες απαλλοτρίωσης. Οι βετεράνοι μπορούν να τον διαγράψουν. Οι ψίθυροι μπορούν να τον εκθέτουν. Ο κόσμος, όσοι απομένουν να αρνούνται το δηλητήριο, θα ξέρουν. Ήξεραν και το 1992, όταν τον αποθέωναν. Ήξεραν και το 1997, όταν επέστεφε για τις τελευταίες του παραστάσεις. Τότε, που αφού είχε κάνει τον κύκλο του ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής – έναν κύκλο που η κακή οικονομική του κατάσταση επέτασσε – ήθελε να «πεθάνει» ρομαντικός. Και το έκανε ακριβώς έτσι. Ένα βράδυ του Δεκεμβρίου…
Το τελευταίο χειροκρότημα!
10 Δεκεμβρίου 1997. Εκεί. Τότε. Έτσι. Για μισό λεπτό, όμως. Πριν φτάσουμε στα δέκα τελευταία λεπτά της καριέρας του Τάσου Μητρόπουλου, τα οποία σημάδεψε ακριβώς όπως όλα τα προηγούμενα, ας γυρίσουμε σε εκείνο το καλοκαίρι. ΑΕΚ, Παναθηναϊκός, Απόλλων, Ηρακλής, Βέροια και εκείνο το καλοκαίρι ο πρωταθλητής πια Ολυμπιακός ανοίγει ξανά την πόρτα του για τον βετεράνο άσο. 40 χρονών ήταν, τι είχε να προσφέρει; Ό,τι έδινε πάντα, ανεπιστρεπτί πολλές φορές. Καρδιά, ψυχή, συναίσθημα. Στις 3 Ιουνίου, ο Τάσος Μητρόπουλος παραχωρεί συνέντευξη στην εφημερίδα «Τα Νέα». Μια συνέντευξη-καθρέφτη για τα συναισθήματά του.
- «Ο κόσμος μυρίζει ότι είμαι αλκοολικός με τον Ολυμπιακό. Ότι η ψυχή μου είναι στον Ολυμπιακό. Αισθάνομαι ότι γεννήθηκα δυο φορές. Μια στον Ολυμπιακό και μια για τον Ολυμπιακό. Δεν μπορεί καμία δύναμη και κανένας να αντιπαρατεθεί με τον Ολυμπιακό. Είναι ομάδα ενός ανώτερου θεού».
- «Είμαι ένας απλός στρατιώτης του ποδοσφαίρου. Το υπηρετώ χρόνια και θα συνεχίσω να το υπηρετώ, όσο θα με κρατά όρθιο στα πόδια μου ο Θεός. Ο χαρακτήρας μου είναι ολόιδιος με αυτό που λέγεται Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιά. Έχω την ψυχή του από τη ψυχή του. Έγινα «πέτρα», από το πάθος, το θάρρος και την τόλμη του. Με δυο λόγια που θα σου πω θα καταλάβεις τι σημαίνει Ολυμπιακός. Ο Μητρόπουλος έκανε κάποιο ονοματάκι στο ποδόσφαιρο. Κατιτί έχει προσφέρει. Ε, για τον Ολυμπιακό και την αξιοσύνη του, γι' αυτή την υπέροχη κραυγή του κόσμου του, δεν είναι καθόλου υποτιμητικό να κάνει ακόμη και το «μπολ μπόι» στις μικρές και τις μεγάλες μάχες του. Να τρέχει και να μαζεύει τις μπάλες, να δροσίζει με νερό τους παίκτες του. Κατάλαβες; Αυτός είναι ο Ολυμπιακός κι αυτός είναι ο Μητρόπουλος».
- «Το έργο μου στο ποδόσφαιρο έχει παιχτεί και παίζεται. Είναι λιτό, είναι απτό, είναι, νομίζω, κατανοητό. Φαίνεται. Ποτέ δεν ήταν υποκριτικό, κακόμοιρο, μίζερο. Ό, τι έχω μέσα μου το βγάζω και το δείχνω. Όχι για να επιδεικνύομαι, αλλά γιατί έτσι με έμαθε η μάνα μου. Να είμαι αληθινός, ντόμπρος. Να αντέχω στις ανηφοριές, να δουλεύω πολύ και να μιλάω λίγο, κι αυτό όταν έχω κάτι να πω».
- «Η αλήθεια δεν κρύβεται. Έχω από τώρα μεγάλο τρακ. Νιώθω σαν πρωτάρης. Λατρεύω τον Ολυμπιακό, λατρεύω τον κόσμο του, λατρεύω το ποδόσφαιρο. Το συναίσθημα της λατρείας για όλα αυτά, με έχει κατακυριεύσει από μικρό παιδί. Σε όσες ομάδες, πολιτείες και χωριά να γυρνούσα, ο νους μου ήταν συνεχώς στον Ολυμπιακό. Άλλωστε ποτέ δεν έκρυψα την επιθυμία μου να επιστρέψω. Μου έγινε, λοιπόν, η ύψιστη τιμή από τον κ. Κόκκαλη και τον κ. Μπάγεβιτς, τους οποίους οφείλω να ευχαριστήσω δημόσια και σήμερα που μιλάμε νομίζω ότι είμαι ο μικρός μιας μικρής ομάδας, που αποκτήθηκε από την πρωταθλήτρια ομάδα της χώρας».
- «Τόσο για το πρώτο χειροκρότημα, όταν φορέσω πάλι τη ριγέ φανέλα, όσο και για το τελευταίο, όταν κάνω τον γύρο του γηπέδου, ως ελάχιστο φόρο τιμής και σεβασμού προς τον κόσμο που με αγάπησε. Νομίζω ότι δεν θα μπορέσω να κρύψω την κραυγή της φωνής και της ψυχής μου».
Πρόλογος και επίλογος. Τελευταίο χειροκρότημα: Ο αδιάφορος αγώνας με τη Ρόζενμποργκ την τελευταία αγωνιστική των ομίλων του Champions League. Ο Ντούσαν Μπάγεβιτς ρίχνει τον Τάσο Μητρόπουλο στο ματς τρία λεπτά πριν συμπληρωθούν τα ενενήντα. Οι κινήσεις του χαρακτηριστικές. Έντονες. Προσπαθεί να αφυπνίσει τους συμπαίκτες του, να τους εμψυχώσει για να μην χαθεί το ματς. Είναι 40 ετών, τριών μηνών και 17 ημερών. Ήταν, εκείνο το βράδυ, ο γηραιότερος παίκτης που έπαιζε στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση. Κερδίζει φάουλ. Το εκτελεί ο Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς. Ο Ολυμπιακός ισοφαρίζει. Το παραμύθι έχει φινάλε «κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα».
«Ήταν η μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας μου, η οποία ευτυχώς συνοδεύτηκε από ένα θετικό αποτέλεσμα για την Ελλάδα και τον Ολυμπιακό. Ό,τι και να γίνει, ο Μητρόπουλος έχει ταυτιστεί με τους οπαδούς του Ολυμπιακού και το αντίστροφο κι αυτό είναι κάτι που δεν θα αλλάξει ποτέ».
Το πρώτο χειροκρότημα…
Άσχημη λέξη το ποτέ. Καλύτερη από το «πάντα», αλλά και πάλι άσχημη. Εκείνοι που τον αποθέωναν το 1997, φωνάζοντας «Τάσος, Τάσος», ενδεχομένως να ήταν οι ίδιοι που πέντε χρόνια νωρίτερα, αψηφούσαν ένα έτσι κι αλλιώς αδιάφορο τρόπαιο (σ.σ. για φαντάσου, υπήρχε ακόμα Super Cup) για να τον αποθεώσουν. «Τάσο έλα στον λαό σου». Ήταν ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ. Μετά από έντεκα χρόνια στα ερυθρόλευκα, στα 35 του χρόνια, θα φορούσε μια διαφορετική φανέλα. Μπήκε αλλαγή στο 62’ και αποθεώθηκε από όλο το γήπεδο. Ο κόσμος είχε καταλάβει και είχε αποδεχτεί την επιλογή του να παίξει στην Ένωση και εκείνος δακρυσμένος, δήλωνε. «Δεν μπορούν να ξεχαστούν τόσα χρόνια προσφοράς. Είναι κάτι το συγκλονιστικό. Για μένα μετράει ότι οι φίλοι του Ολυμπιακού εκτίμησαν την προσφορά μου. Τίποτε άλλο».
Ναι, θα υπήρξαν μπρος-πίσω στην πορεία. Ο πανηγυρισμός στο περίφημο 1-1, στο οποίο έσβησαν τα φώτα. Η υπογραφή του στον Παναθηναϊκό, η σύντομη θητεία του με την πράσινη φανέλα, η οποία έληξε επειδή ο ίδιος απαίτησε να φύγει για να μην δημιουργεί πρόβλημα στην ομάδα, οι δηλώσεις εκτίμησης για τον Γιώργο Βαρδινογιάννη. Όμως, όσο λάθη κι αν έκανε, ήταν πάντα ο Τάσος Μητρόπουλος. Και ήταν πάντα συνώνυμο του Ολυμπιακού.
Εξάλλου, δούλεψε στην ΠΑΕ και την υπηρέτησε από διαφορετικά πόστα. Ήταν επί σειρά ετών συνεργάτης του Τάκη Λεμονή και αργότερα, στην εποχή του Βαγγέλη Μαρινάκη, υπήρξε τόσο γενικός διευθυντής στην πρώτη ομάδα (σ.σ. εκείνος που επέστρεψε φτερωτό παπούτσι στους οπαδούς του Παναθηναϊκού στο ΟΑΚΑ) επί Ερνέστο Βαλβέρδε όσο και στην ομάδα νέων το 2015. Τα προβλήματα άρχισαν το 2018, με το μεγαλύτερο των λαθών του Τάσου Μητρόπουλου, όπως και σήμερα ο ίδιος το περιγράφει: Δε φιμώνεται.
Στις 24 Μαρτίου του 2018, όταν θα ανακοινωθεί το πόρισμα για τον Βαγγέλη Μαρινάκη, θα αναρτήσει στο Facebook. «Πόρισμα-κόλαφος κατά Μαρινάκη... Άρχισαν τα όργανα... Αχ ρε Πρόεδρε...», για να απαντήσει αργότερα στα επιθετικά σχόλια που δέχτηκε. «Αν υπήρχε εμπάθεια ή άλλοι λόγοι, θα μπορούσα να είχα αναπαραγάγει εκατοντάδες άρθρα κατά του προέδρου ή ακόμα και να ρίξω λάδι στη φωτιά, τότε που οι περισσότεροι τον βρίζατε... Όπως τότε που απομακρύνθηκε ο Τάκης Λεμονής από την ομάδα και σε ένα σωρό περιπτώσεις ακόμα».
Ο τίτλος ήταν δικός του. Ο πρόλογος δικός του. Η πορεία δική του. Η ιστορία δική του. Ο επίλογος; Μα, φυσικά και πάλι δικό τους. Σπάνια περίπτωση αυτογνωσίας, μια ευχή και μια κατάρα εκείνων που ξέρουν τόσο καλά τον εαυτό τους, ώστε να μπορούν να φαντάζονται το μέλλον τους.
«Δεν έδωσα δικαιώματα πουθενά. Πήγα κύριος και έφυγα κύριος. Δεν προκάλεσα κανέναν, δεν δημοσιοποίησα ποτέ την όποια πίκρα μου. Άλλωστε τα προσωπικά μου δεν αφορούν κανέναν. Μόνο προβλήματα μπορούσαν να προκαλέσουν σε μένα και στις ομάδες που αγωνίστηκα. Έδωσα ό,τι είχα προστατεύοντας έτσι την αξιοπρέπειά μου και την αξιοπρέπεια του άλλου. Των φιλάθλων δηλαδή, των διοικήσεων, των προπονητών μου και των συμπαικτών μου. Ο Μητρόπουλος, δημοσιογράφε μου, είναι από άλλη... πάστα (γέλια)».