Στάθηκε με θάρρος και παρρησία μπροστά στο ακροατήριο και παρότι φορούσε κανονικά τις φόρμες του έδειχνε γυμνός. Πιο γυμνός από ποτέ: “Πάντα λέω μία λέξη. Είμαι τοξικός! Πολλές φορές όποιος συνεργάζεται μαζί μου γίνεται ακόμα χειρότερος γι’ αυτό τον λόγο. Επειδή είμαι τοξικός!”.
Οι δημοσιογράφοι πάγωσαν. ΟΚ. Η Ουρουγουάη μόλις είχε ηττηθεί με 5-1 από τις ΗΠΑ, μα αυτό δεν ήταν παρά ένα φιλικό. Συμβαίνει. Μπορεί να συμβεί σε όλους.
Μόνο που ο Μαρσέλο Μπιέλσα ήθελε να αυτομαστιγωθεί δημόσια μπροστά σε όλους. Ήθελε να διασύρει τον εαυτό του, να ευτελίσει την ύπαρξη του, την καριέρα του, την διαδρομή του. Να ξεγυμνωθεί. Να αδειάσει.
Ήθελε να κάνει μία δημόσια ψυχανάλυση: “Υπάρχουν τοξικοί άνθρωποι που ποτέ τους δεν είναι ικανοποιημένοι. Πάντα ζητούν κι άλλα. Πάντα θέλουν να διορθώνουν τους άλλους. Δεν είναι ικανοποιημένοι με τίποτα. Θέλουν να μιλούν μόνο για την δουλειά τους.
Άνθρωποι που βγαίνουν έξω για φαγητό και δεν θέλουν να συναναστρέφονται με κόσμο γιατί στο κεφάλι τους έχουν μόνο τις υποχρεώσεις, αυτό που οφείλουν να κάνουν”.
Οι δημοσιογράφοι δεν ήταν έτοιμοι για αυτό που έβλεπαν. Ο Μαρσέλο Μπιέλσα αποκάλυπτε δημόσια ότι νιώθει ανηδονία. Μία εσωτερική διαταραχή που σχεδόν του απαγορεύει να νιώθει ευχαρίστηση, να βιώνει οποιοδήποτε θετικό συναίσθημα.
Ήθελε όλοι να ξέρουν ότι δεν το κάνει επίτηδες. Έτσι είναι φτιαγμένος. Έτσι είναι: “Ξέρετε γιατί συμβαίνει αυτό; Ξέρετε που στηρίζεται όλο αυτό; Στον φόβο. Είμαι κάποιος που ο φόβος της ήττας υπερνικά την ευχαρίστηση της νίκης”.
Στον δρόμο για την τελική φάση του Μουντιάλ, η σελέστε ήταν η μόνη ομάδα που δεν έδωσε κανένα φιλικό παιχνίδι! Κανένα!
Όχι, δεν ήταν ο φόβος της ήττας, αλλά η βεβαιότητα πως ένα ασήμαντο, ανιαρό, χαλαρό, χλιαρό φιλικό είναι αδύνατον να είναι πιο χρήσιμο από μία δική του προπόνηση.
Μόνο που οι προπονήσεις του… loco δεν είναι ακριβώς χεράκια πάνω, χεράκια κάτω. Είναι ξεθεωτικές. Εξοντωτικές. Είναι πιο απαιτητικές κι από επίσημο παιχνίδι. Είναι προσομοίωση σε κάθε τι που μπορεί να συμβεί. Θεωρία. Πράξη. Τρέξιμο. Αμέτρητες επαναλήψεις. Κι άντε πάλι από την αρχή.
Λίγες ημέρες πριν η αποστολή πατήσει στις ΗΠΑ, ο αδερφός του Ρόναλντ Αραούχο πόσταρε ένα βιτριολικό μήνυμα στο Instagram: “Σε ευχαριστούμε που τραυματίζεις τους παίκτες μας”. Ο αποδέκτης ήταν ξεκάθαρος.
Ο σταρ της Μπαρτσελόνα ήταν ένας από αυτούς που λαβώθηκαν από τα στρατιωτικά γυμνάσιο του σοφού από το Ροζάριο. Ακόμα και σκληροί παίκτες όπως ο Χοσέ Μαρία Χιμένες έβγαλαν προβλήματα. Το ίδιο και οι πιο… τρυφεροί μυϊκά Ντε Αρασκαέτα και ο… δικός μας ο Πελίστρι.
Όσοι έμειναν όρθιοι όμως από τα στρατιωτικά γυμνάσια του… τρελού έμοιαζαν με πεζοναύτες. Η Σαουδική Αραβία κράτησε το 1-1 ως το τέλος, αλλά το σφυροκόπημα ήταν ανελέητο. Καμία ομάδα σε τελική φάση Μουντιάλ από το 1974 δεν έκανε τόσες τελικές σε ένα ημίχρονο (22), όσες η σελέστε των ακούραστων πολεμιστών του Μπιέλσα στην επανάληψη.
Κι όμως η κουβέντα περιστράφηκε από κάτι άλλο. Λίγες ημέρες πριν την σέντρα του Παγκοσμίου Κυπέλλου, οι φωτογράφοι του πρακτορείου Getty Images Μάικλ Ρίγκαν και Μόλι Ντάρλινγκτον βρέθηκαν στο Κανκούν για να αποσπάσουν τις καλύτερες, τις πιο συναισθηματικές πόζες των μελών της αποστολής της Ουρουγουάης για την παρουσίαση τους στα παιχνίδια του Μουντιάλ.
Όλοι έβαλαν τα δυνατά τους, όλοι πόζαραν, άλλοι με περισσότερη, άλλοι με λιγότερη άνεση μπροστά στον φακό, εκτός από έναν.
Ο Μαρσέλο Μπιέλσα μπήκε στο green room, κατέβασε το κεφάλι και δεν το σήκωσε ποτέ για να κοιτάξει στον φακό. Το αποτέλεσμα έγινε viral σε όλο τον πλανήτη: “Δεν είμαι μοντέλο. Δεν έχω να δώσω καμία εξήγηση για αυτό. Η φωτογραφία βγήκε όπως βγήκε”.
Ήταν μία εικονική διαμαρτυρία against modern football; Ήταν η απεικόνιση της ψυχικής του κατάστασης; Ήταν ένα μάθημα… δικαιωματισμού ή μήπως όλα μαζί;
Ο Μπιέλσα συνέχισε: “Μήπως πρέπει να σας εξηγήσω γιατί δεν σας κοιτάζω στα μάτια τώρα που σας μιλάω; Υπάρχει ένα όριο σε αυτά που πρέπει να εξηγούνται. Αν φοράω γυαλιά, γιατί φοράω γυαλιά; Αν δεν κοιτάω κάποιον στα μάτια, γιατί το κάνω αυτό; Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να φοράς γυαλιά, να αποφεύγεις να κοιτάς κάποιον στα μάτια ή να χαμηλώνεις το βλέμμα”.
Πάτησε πια τα 71. Έχει κάνει την δική του αποτίμηση της ζωής. Τι αξίζει, τι δεν αξίζει.
Και δεν τον ενδιαφέρει να αρέσει. Δεν τον ενδιαφέρει να υποκρίνεται, να υποδύεται, να υπακούει.
Τα έχει καλά με την τοξικότητα του κι αν κάτι τον ενδιαφέρει, περισσότερο από την νίκη, ο μεγάλος του καημός είναι να εμφανίσει ένα γκρουπ που μέσα στο γήπεδο μυρίζει Yorugua, την λέξη που χρησιμοποιούν οι Ουρουγουανοί για να περιγράψουν αυτό που είναι.
Πολύ πριν αναλάβει την σελέστε, ο Μπιέλσα μετακόμισε σε ένα ησυχαστήριο στο Πάρκε Μιραμάρ, περίπου 15 χιλιόμετρα έξω από το Μοντεβιδέο κι έπαιρνε καθημερινά το ίδιο λεωφορείο για να ανακατευτεί με το πλήθος, να μυρίσει την ατμόσφαιρα, να μάθει την ιστορία, να καταλάβει την νοοτροπία, να κατανοήσει την φιλοσοφία και την κουλτούρα του λαού που έπρεπε να ηγηθεί μέσω της Εθνικής του ομάδας.
Επισκέφτηκε τα μουσεία της χώρας, διάβασε τους ποιητές της, άκουσε τις μουσικές της, έμαθε για τους ήρωες της.
Κι όταν μαγεύτηκε και εντάχθηκε σε αυτή την ιδιαίτερη κοσμοθεωρία των charrúa, τότε μόνο ζήτησε στυλό και χαρτί για να υπογράψει: “το θέμα δεν ήταν ποτέ οικονομικό. Για να είμαι ειλικρινής εγώ χρειάστηκε να πείσω την ομοσπονδία και όχι αυτοί εμένα”, δήλωσε πριν από περίπου τρία χρόνια στην επίσημη παρουσίαση του.
“Αυτό που με έπεισε ήταν η ποιότητα των παικτών, αλλά και το γεγονός ότι η Εθνική ομάδα ανήκει στον λαό της, είναι η δημοκρατική της προέκταση σε ένα γήπεδο”.
Ο Μπιέλσα έπρεπε να κατανοήσει βαθιά την χώρα, οι φωτογραφίες του να παρακολουθεί αγώνες του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου της χώρας πάνω σε έναν τσιμεντένιο φράχτη δεν ήταν μία προσπάθεια να φτιάξει την εικόνα του, αλλά αυτό που είναι.
Η επιλογή του να κόψει τον λαϊκό ήρωα Λουίς Σουάρες, αλλά να μην έχει κανένα πρόβλημα να συμπεριλάβει στις κλήσεις του παίκτες από τη δεύτερη κατηγορία της Ουρουγουάης ήταν μέρος του τρόπου που αντιλαμβάνεται τη δημοκρατία στο ποδόσφαιρο.
Ο Μαρσέλο Μπιέλσα δεν είναι μοντέλο. Και είναι τοξικός, όσο η κόλαση. Δίπλα του, κοντά του, πέριξ του η ζωή είναι ανυπόφορη.
Είναι, όμως, κάποιος που όταν όλοι έχουν το κεφάλι σκυμμένο, εκείνος το κρατάει όρθιο.
Κι όταν όλοι το έχουν όρθιο, εκείνος προτιμά το κρατάει σκυφτό, χωρίς να πρέπει να εξηγήσει το γιατί.
Το γιατί το ξέρουν όλοι. Ή μπορεί και να μην το ξέρει και κανείς…
