MENU

Την ώρα που ο Λιονέλ Μέσι σκαρφάλωνε στις διαφημιστικές πινακίδες και άνοιξε τα χέρια σαν ένας ποδοσφαιρικός Μεσσίας για να χωρέσει σε μία αγκαλιά όλο το αλαλάζον πλήθος στο Καμπ Νου, ο ποδοσφαιρικός πλανήτης έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Μαζί με ένα μειδίαμα.

Για να έρθει αυτό το 6-1, η πιο ιστορική remontada στην ιστορία των... remontadas χρειάστηκαν πολλά πράγματα να κυλήσουν τέλεια προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ανάμεσα σε αυτά και η διαιτησία.

Εκείνο το πέναλτι πάνω στον Καβάνι, που θα άλλαζε όλη την ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου θα το έδινε πιθανώς ακόμα και ο τότε πρόεδρος των Καταλαών, ο Μπαρτομέου.

Η Παρί Σεν Ζερμέν είχε αδικηθεί, αλλά η λαϊκή ετυμηγορία ήταν θαρρείς ομόφωνη: “Καλά να πάθουν”.

Δυο χρόνια αργότερα, η καρδάρα με το γάλα χύθηκε με ακόμα πιο οδυνηρό τρόπο. Το 0-2 στο πρώτο παιχνίδι στο Ολντ Τράφορντ αποδείχθηκε κι αυτό λίγο, η Παρί Σεν Ζερμέν αποκλείστηκε στις καθυστερήσεις από ένα πέναλτι του Κιμπεμπέ που μπλόκαρε ένα σουτ με γυρισμένο πλάτη, με αποτέλεσμα η μπάλα να εξοστρακιστεί στο χέρι του.

Μία... τουλάχιστον γκρίζα φάση. 

Η Παρί Σεν Ζερμέν ίσως και να είχε αδικηθεί, αλλά η λαϊκή ετυμηγορία ήταν θαρρείς ομόφωνη: “Καλά να πάθουν”.

Μία από τις πιο συνηθισμένες γαλλικές παροιμίες είναι το Jamais deux sans trois.

Κάτι που έγινε δύο φορές, είναι μοιραίο να γίνει και τρίτη.

Τον Μάρτιο του 2022 η Παρί Σεν Ζερμέν πίστεψε ότι είχε την Ρεάλ Μαδρίτης στα σχοινιά, παραδομένη, αιχμάλωτη, νικημένη.

Την είχε κερδίσει με 1-0 στο Παρίσι, μέχρι το 60ό λεπτό την κέρδιζε με 1-0 και στο “Σαντιάγκο Μπερναμπέου”, μόνο που σε μια στιγμή άλλαξαν όλα. 

Ο Μπενζεμά μάρκαρε στα όρια τον Ντοναρούμα, με το γράμμα του νόμου ήταν φάουλ. Στην εξέλιξη της φάσης ήρθε το 1-1 και μετά οι Γάλλοι ήπιαν θάλασσα. Τρία γκολ από τον Καρίμ μέσα σε 17 λεπτά και το μεγάλο όνειρο, το απωθημένο είχε κάνει και πάλι φτερά.

Ο Νασέρ Αλ-Κελαΐφι άφησε την αστική του ευγένεια, μαζί με τον Λεονάρντο κυνήγησαν τον Ντάν Μάκελι μέχρι το καμαράκι των διαιτητών, αλλά το πουλάκι είχε πετάξει ξανά.

Η Παρί Σεν Ζερμέν σίγουρα είχε αδικηθεί, αλλά η λαϊκή ετυμηγορία ήταν θαρρείς ομόφωνη: “Καλά να πάθουν”.

Αν γυρίσει κανείς το χρόνο πίσω μερικά χρόνια, τότε εύκολα θα καταλήξει πως η Παρί υπήρξε η πιο μισητή ομάδα της Ευρώπης στον αιώνα που διανύουμε.

Κι αν όχι η πιο μισητή, σίγουρα αυτή που δεν είχε ρευστοποιήσει με νέους οπαδούς, δημοφιλία, αγάπη την εποχή της παντοκρατορίας της εντός συνόρων.

Υπήρχε λόγος γι’ αυτό.

Το νέο ποδοσφαιρικό μόρφημα που έχτισαν σχεδόν από το μηδέν οι Άραβες ιδιοκτήτες δεν είχε ρίζες, δεν είχε ψυχή, δεν είχε ποδοσφαιρικό μεράκι.

Είχε μόνο λαιμαργία. Βιασύνη. Αδημονία. 

Είχε μόνο αγορές. Ακριβές αγορές. Πανάκριβες αγορές.

Το Παρίσι έγιναν οι Κάννες του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Σημασία δεν είχε το πράσινο χορτάρι, αλλά το κόκκινο χαλί.

Δεν είχε σημασία αν το οι ρόλοι κολλούσαν μεταξύ τους. Σημασία είχε το πρωταγωνιστικό καστ να έχει ωραία χαμόγελα. Προσωπικότητες:  Να έχει Ζλάνταν, Μπέκαμ, Σέρχιο Ράμος, Μπουφόν, Ντάνι Άλβες, Ικάρντι.

Κι όσο το άγιο δισκοπότηρο ξεγλιστρούσε από τα παριζιάνικα / αραβικά χέρια, ο θυμός όλο και μεγάλωνε.

Η Παρί Σεν Ζερμέν αγόρασε με μία περιουσία από την Μονακό, τον Κιλιάν Μπαπέ, μα σύντομα τον έκανε τόσο κακομαθημένο, που ως άλλος  Λουδοβίκος 14ο αναφωνούσε: “το κράτος είμαι εγώ”.

Η Παρί Σεν Ζερμέν αγόρασε με μία περιουσία από την Μπαρτσελόνα, τον Νεϊμάρ, μα σε ένα τόσο τοξικό περιβάλλον πήρε ελάχιστα πίσω από τον Βραζιλιάνο σε σχέση με τα 222 εκατομμύρια που δαπάνησε.

Η Παρί Σεν Ζερμέν έδωσε ένα χρυσό παλάτι στον Λιονέλ Μέσι, μα δεν αγόρασε ποτέ την ψυχή του, το κέφι του, το πάθος του.

Αποδόμησε και πέταξε σαν στυμμένη λεμονόκουπα όλη την προπονητική ελίτ. Από τον Αντσελότι και τον Έμερι, ως τον Τούχελ και τον Ποτσετίνο, όλοι τους έφυγαν ως αποδιοπομπαίοι από την πόλη του φωτός.

Σε κάθε αποτυχημένη απόπειρα, άκουγε συνέχεια το ίδιο πράγμα: “καλά να πάθουν”.

Διότι εκτός όλων των άλλων, πίσω από το οικοδόμημα υπήρχε η αντιδημοφιλής Qatar Sports Investments, το αραβικό εμιράτο, που ειδικά την εποχή του Παγκοσμίου Κυπέλλου μπήκε στο στόχαστρο της παγκόσμιας κοινής γνώμης για την καταπάτηση ανθρωπίνων / εργατικών δικαιωμάτων και για πολλά άλλα...

Καμιά φορά, όμως, η επιτυχία έρχεται θαρρείς από μόνη της, όταν παύεις να την κυνηγάς με μανία. 

Όταν φεύγει ο ατμός και αποσυμπιέζεται η χύτρα ταχύτητας.

Το μοντέλο δεν άλλαξε εντελώς συνειδητά. Προέκυψε. 

Ο Λουίς Κάστρο που σήμερα αντιμετωπίζεται ως ποδοσφαιρικός γκουρού, τέθηκε στο περιθώριο δύο φορές, μετά από ομηρικούς καυγάδες με τον Κελαΐφι.

Ο Λουίς Ενρίκε που σήμερα αντιμετωπίζεται ως Θεός, στις αρχές αντιμετωπίστηκε ως ψευδο-προφήτης.

Σήμερα ο Κιλιάν Μπαπέ μοιάζει με κόκκινο πανί, θεωρείται τοξικός, αυτός που κρατούσε την ομάδα πίσω. Τότε, όμως, θεωρούνταν εθνικός θησαυρός, επιστρατεύτηκε μέχρι και ο Μακρόν για να  ανανεώσει την παρουσία του στην πόλη του φωτός.

Εκών ή άκων η Παρί Σεν Ζερμέν πέτυχε το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό rebranding στην ιστορία. 

Το δεύτερο συνεχόμενο Champions League αντιμετωπίστηκε με ανακούφιση στην παγκόσμια ποδοσφαιρική σκηνή, η λαϊκή ετυμηγορία ήταν θαρρείς ομόφωνη: “ευτυχώς που δεν δικαιώθηκε η μαβιαβελική προσέγγιση της Άρσεναλ του Αρτέτα”.

Σήμερα, το ποδοσφαιρικό μοντέλο της Παρί είναι η κυρίαρχη τάση, το πρότυπο, το υπόδειγμα.

Μία ισχυρή τριανδρία: πρόεδρος - τεχνικός διευθυντής - προπονητής, με ισχύ, προσωπικότητα, πυγμή και ίση βαρύτητα στις αποφάσεις.

Ένας μοντέρνος προπονητής, με θετική σκέψη, κύρος, ευγένεια, ήθος που φέρνει μόνο θετικά reactions και από το προσωπικό οικογενειακό του δράμα.

Και σταρ γήινοι, νέα παιδιά της διπλανής πόρτας, του μόχθου και της προσπάθειας. Όχι βεντέτες και εγώ. 

Ακόμα και ο μέχρι πρότινος αντιδημοφιλής τοποτηρητής / CEO Νασέρ Αλ-Κελαΐφι, μοιάζει σήμερα αυτός που έδωσε το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο από τα θολά και άγνωστα νερά μιας κλειστής Super League, είναι πρόεδρος της EFC (European Football Clubs) και πιθανώς ο παράγοντας με την μεγαλύτερη πρόσβαση σε UEFA και FIFA.

Μα, το σημαντικότερο. Η Παρί Σεν Ζερμέν με το ύφος, το στιλ, τις επιτυχίες, το ηχόχρωμα της, γίνεται παγκόσμιο brand, παιδιά επιλέγουν πια να κυκλοφορούν με την δική της φανέλα στο δρόμο και όχι με άλλων παραδοσιακών δυνάμεων.

Αυτό που δεν κατάφερε ο Ζλάταν, ο Μέσι, ο Μπαπέ, ο Νεϊμάρ, το κατόρθωσε ο Βιτίνια, ο Κβάρα, ο Ζοάο Νέβες, ο Ντουέ και τα υπόλοιπα μέλη αυτής της ωραίας συμμορίας.

Ένα case study…

Το μεγαλύτερο rebranding στην ιστορία του ποδοσφαίρου!