MENU

“Φτάνει Σιμόν! Αύριο πάλι! Έχουμε οικογένειες, πρέπει να πάμε ξεκουραστούμε”.

Ο Κάρλος Φανγκέιρο, σημερινός προπονητής της Λεϊσόες, ο άνθρωπος που είχε καταφέρει το ακατόρθωτο, να φέρει έναν τέτοιο παίκτη, σε τέτοια ηλικία στο Λουξεμβούργο, από μέσα του σιχτίριζε την ώρα και την στιγμή.

Οι προπονήσεις της ασήμαντης Τίτους Πετάνγκ ξεκινούσαν στις 6 το απόγευμα, όμως εκείνος έμεινε για ώρες μόνος του.

Μέχρι τις 10, μέχρι τις 11, μέχρι να σβήσουν τα φώτα και κάποιος να κλειδώσει το γήπεδο.

Σωματικά, υπερείχε ξεκάθαρα. Ήταν 21 ετών, απόφοιτος της ποδοσφαιρικής σχολής της Λανς, τι σχέση είχε με τους ερασιτέχνες στο Λουξεμβούργο;

Εκείνος δεν το έβλεπε σαν τιμωρία, αλλά σαν μία ευκαιρία αποτοξίνωσης, ενδοσκόπησης, αυτοβελτίωσης. 

Δούλεψε σαν το σκυλί, όσο ποτέ άλλοτε. Σπριντ, φυσική κατάσταση, κοντρόλ, τελειώματα. Άλλοι στη θέση τους θα το έβλεπαν ως αγγαρεία. Ως τιμωρία. Ως ένα μήνυμα ότι η καριέρα τους τελείωσε, πριν καν αρχίσει. 

Εκείνος το είδε σαν ένα θεϊκό μήνυμα, πως πρέπει να παραμείνει ταπεινός και να δουλέψει ακόμα περισσότερο. 

Εκείνη η σεζόν 2017-18 στο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ήταν αυτή που άλλαξε την κοσμοθεωρία του Σιμόν Μπανζά για το ποδόσφαιρο. 

Αυτή που τον έκανε να νιώσει για πρώτη φορά ελκτική δύναμη με τα αντίπαλα δίχτυα (18 γκολ σε 25 παιχνίδια). 

Μία σχέση που σταδιακά έγινε ερωτική.

Ο πατέρας του ήταν ερασιτέχνης καρατέκα. Το καράτε ήταν το πρώτο του άθλημα, μέχρι να το γυρίσει στο ποδόσφαιρο. Ωστόσο, καρφώνεται μπροστά από την μικρή οθόνη κάθε φορά που έχει αγώνες μποξ ή ΜΜΑ. 

Οι πολεμικές τέχνες, αυτές οι μάχες σε ένα ρινγκ, όπου κυριαρχούν τα αρχέγονα ένστικτα είναι αυτές που τον μαγνητίζουν, αυτές που αποτελούν οδηγό στη ζωή του.

Το σώμα του είναι τέτοιο. Σώμα αρπακτικού. Ευλίγιστος, εκρηκτικός, ελαστικός. Ένα αγρίμι που ψάχνει την ευκαιρία να κατασπαράξει το θύμα του.

Αυτό το mindset που έχτισε στο Λουξεμβούργο είναι αυτό που οδηγεί τον Σιμόν Μπανζά σε όλη του την καριέρα, μέχρι σήμερα. 

Κάποιοι θα σταθούν στα 17 γκολ με την Φαμαλικάο, στα 14 και στα 23 στις δύο σεζόν του με την Μπράγκα και τα 22 στην μοναδική του σεζόν στην Τουρκία με την φανέλα της Τράμπζονσπορ.

Λογικό. Το γκολ είναι το οξυγόνο κάθε φορ. Γι’ αυτό ζει. Γι’ αυτό πληρώνεται.

Αυτό που κάνει τη διαφορά στην περίπτωση του Κονγκολέζου φορ είναι αυτό το σαράκι να κυνηγάει πάντα, το κάτι παραπάνω, το κάτι καλύτερο, αυτό που τον γεμίζει.

Το καλοκαίρι του 2024 προερχόταν από σεζόν καριέρας με την Μπράγκα (23 γκολ). Μόνο ο Βίκτορ Γκιόκερες είχε σκοράρει περισσότερα σε εκείνο το πορτογαλικό πρωτάθλημα!

Ο Αντόνιο Σαλβαδόρ έχει αποφασίσει να ρευστοποιήσει την μετοχή του, όμως τα ποσά που ζητάει (20-25 εκατομμύρια ευρώ) ακούγονται τρελά στην αγορά.

Ο Μπανζά δυσανασχετεί που το θέμα της μεταγραφής ζωής του, σέρνεται για καιρό. Είναι αλλού στις προπονήσεις. Έχει φραστικό επεισόδιο με τον Κάρλος Καρβαλιάλ που τον στέλνει στην Μπράγκα Β’.

Η πρόταση δανεισμού της Τράμπζονσπορ (με 2 εκατομμύρια loan fee) είναι σανίδα σωτηρίας για όλους, όμως εντέλει η Μπράγκα βγήκε χαμένη από την συμπεριφορά της. Πέρσι το καλοκαίρι τον πούλησε “μόλις” για 8,5 εκατομμύρια (+1,5 εκατομμύριο μπόνους) στην Αλ-Τζαζίρα, όμως ούτε κι αυτό ήταν αυτό που ονειρευόταν ο Μπανζά.

Πήγε εκεί μόνο για τα λεφτά. Για το πρώτο μεγάλο συμβόλαιο της ζωής του. Για την εξασφάλιση. Και στην πρώτη ευκαιρία, άνοιξε την πόρτα της εξόδου για να επιστρέψει στην Ευρώπη και στον ΠΑΟΚ που ήταν η πρώτη καλή αληθινά προοπτική εξόδου που βρέθηκε μπροστά του.

Ο Δικέφαλος στις… καθυστερήσεις των μεταγραφών σουλούπωσε πολύ τα πράγματα με τον Ντιέγκο Κόστα, τον Γιάκιτς, τον Μπανζά, ακόμα και τον Ούγκρεσιτς. Όλοι τους -ατομικά- παίκτες εγνωσμένης αξίας.

Μόνο που τώρα, πρέπει να βρει έναν τρόπο να φτιάξει και μία νέα ομάδα από την αρχή.

Ο ΠΑΟΚ είναι σαν να βρίσκεται στις 13 Ιουλίου, μόνο που το ημερολόγιο γράφει 13 Σεπτεμβρίου. 

Πρέπει να τρέξει, να σκιστεί, να ξεπεράσει τον εαυτό του, χωρίς να μεμψιμοιρεί για ότι έγινε.

Περίπου, όπως έκανε τότε στο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ο νέος του στράικερ…

Χιλιόμετρα κάναμε πάλι...