Γρήγορα διαπιστώθηκε ότι ο νόμος είχε γραφτεί στο γόνατο και υπέστη ήδη δύο τροποποιήσεις. Όμως το πρόβλημα δεν είναι αυτό. Εχει να κάνει με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το ρόλο της η κρατική επιτροπή, η οποία υποτίθεται ότι είναι το βασικό τόξο στη φαρέτρα της πολιτείας για την καταπολέμηση ενός φαινομένου που τείνει να γίνει μάστιγα του αθλητισμού.
Πολλοί από τους κυβερνώντες αδυνατούν να κατανοήσουν ότι η βία των γηπέδων δεν έχει αθλητικά χαρακτηριστικά. Είναι κοινωνική βία που μεταφέρεται από το σπίτι, το σχολείο, την πλατεία, τη γειτονιά. Συνδυάζεται με την περιθωριοποίηση των νέων ανθρώπων, οι οποίοι ψάχνουν διεξόδους σε μαζικούς χώρους, όπως τα γήπεδα.
Στη χώρα που γέννησε τον χουλιγκανισμό, την Αγγλία, το φαινόμενο αντιμετωπίστηκε με δραστικό τρόπο. Δεν ήταν μόνο ο νόμος της Θάτσερ, αλλά και η αντίληψη της βρετανικής κοινωνίας ότι οφείλουν να απομονώσουν τα άτομα που μετέχουν στα επεισόδια. Για παράδειγμα ένας Βρετανός φίλαθλος που θα υποδείξει στη φύλαξη του γηπέδου τον ταραξία θεωρείται συνετός και καλός πολίτης. Ενας Ελληνας φίλαθλος που θα κάνει το ίδιο θεωρείται ρουφιάνος.
Η δημιουργία του ελληνικού FBI βοήθησε ιδιαίτερα στην ταυτοποίηση πολλών ατόμων που μετείχαν σε επεισόδια στα γήπεδα ή έξω από αυτά. Επίσης εντοπίστηκαν οι βασικοί θύλακες των επεισοδίων που οργανώνονται κυρίως σε γειτονιές μεγάλων πόλεων.
Δυστυχώς η ΔΕΑΒ δεν έχει βοηθήσει. Ακολουθεί μία πρωτοφανή τυπολατρία, η οποία εδράζεται και στις αδυναμίες του νέου αθλητικού νόμου. Για παράδειγμα η ρίψη ενός μπουκαλιού τιμωρείται με τον πιο σκληρό τρόπο και το χαστούκι του Μπέου που δεν γράφτηκε από τον παρατηρητή του αγώνα δεν τιμωρείται κι ας υπάρχουν δύο μαρτυρίες! Όταν μία επιτροπή, στην οποία προεδρεύει ένας επίτιμος εισαγγελέας Εφετών, δεν θεωρεί αποδεικτικό υλικό τις μαρτυρίες, τότε κάτι πάει λάθος.
Η επιλεκτική μεταχείριση όσων εμπλέκονται σε τέτοιες καταστάσεις από μια επιτροπή που θέλει να έχει την έξωθεν καλή μαρτυρία, δημιουργεί συνθήκες θεσμικής εκτροπής. Η ΔΕΑΒ ανέλαβε μια τεράστια ευθύνη απέναντι στον ελληνικό αθλητισμό και είναι υποχρεωμένη να διευρύνει το πεδίο της. Όχι με ένα τιμωρητικό point system, αλλά με την αρχή της αναλογικότητας και με το κοινό αίσθημα περί δικαίου.