MENU

Ο Παναθηναϊκός βυθίζεται ξανά σε έναν φαύλο κύκλο που δεν έχει τέλος. Η εξευτελιστική ήττα από τη νεοφώτιστη Κηφισιά στο Πανθεσσαλικό, αμέσως μετά το στραπάτσο από τον Λεβαδειακό, δεν είναι τυχαία. Δεν είναι απλώς μια «κακή μέρα». Είναι το καθρέφτισμα μιας ομάδας που δεν έχει πυξίδα, που δεν εμπνέεται από τον προπονητή της και που μοιάζει να μην πιστεύει στο ποδοσφαιρικό της σχέδιο και στον ίδιο της τον εαυτό.

Ο προπονητής, αμιγώς ποδοσφαιρικά, είναι το άλφα και το ωμέγα. Η χημεία, η έμπνευση, το να μπαίνουν οι παίκτες στα αποδυτήρια και να νιώθουν ότι παίζουν για τον άνθρωπο που τους καθοδηγεί. Να αισθάνονται και να φαίνονται καλύτεροι από όσο πραγματικά είναι. Από τον πιο αδύναμο μέχρι τον πιο δυνατό κρίκο της αλυσίδας. 

Κι αν θέλει κανείς αποδείξεις, αρκεί να κοιτάξει τις δύο ομάδες που ταπείνωσαν το «τριφύλλι» στο ξεκίνημα του πρωταθλήματος: τον Λεβαδειακό του Παπαδόπουλου και την Κηφισιά του Λέτο. Ρίξτε μια ματιά στα ρόστερ τους.

Ο Παπαδόπουλος με περιορισμένα υλικά παρουσιάζει μία ομάδα που πρέπει να παλέψεις πολύ σκληρά για να τη νικήσεις. Ο Λέτο, με τον 37χρονο Πέρεθ, τον 34χρονο Βιγιαφάνιες και έναν Τετέη που έμοιαζε την Κυριακή με... κράμα Σισέ – Μπεργκ, εμφάνισε ένα σύνολο άκρως ανταγωνιστικό, με κυρίαρχο το "εμείς", με πάθος και ξεκάθαρο πλάνο.

Αυτό είναι θέμα έμπνευσης, προπονητικού σχεδίου και αλληλεπίδρασης με τα αποδυτήρια. Και δεν φαίνεται να το έχει ο Παναθηναϊκός. Θυμηθείτε ότι πριν από τρία χρόνια, με Σάντσες, Σένκεφελντ, Βέρμπιτς και Σπόραρ, ο Παναθηναϊκός έπαιξε κυριαρχικό ποδόσφαιρο σε ντέρμπι κόντρα στον Ολυμπιακό με Χουάνγκ, Χάμες, Φορτούνη και Ελ Αραμπί. Το έκανε γιατί υπήρχε πίστη, χημεία, εμπιστοσύνη και έμπνευση στα αποδυτήρια.

Αυτό φαίνεται να λείπει σήμερα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Ως εικόνα ομάδας. Κι όχι επειδή δεν ήρθαν θετικά αποτελέσματα.

Ο Ρουί Βιτόρια έχει σαφώς ελαφρυντικά και δεν είναι αυτός που έχει την κύρια ευθύνη. Οπως το ίδιο ακριβώς συνέβη και πέρυσι τέτοια εποχή, με τον Ντιέγκο Αλόνσο.

Αυτή (η ευθύνη) είναι γνωστή χρόνια τώρα κι έχει το ονοματεπώνυμο του Γιάννη Αλαφούζου. Εκεί είναι διαχρονικά ή πιο σωστά τα τελευταία χρόνια, το κυριότερο πρόβλημα που ο σύλλογος δεν λέει να επανέλθει στο κανονικό του μέγεθος.

Κανένας προπονητής δεν είναι μάγος. Ο Πορτογάλος κλήθηκε να στήσει έναν νέο κορμό στα τέλη Αυγούστου, μετά τις πωλήσεις βασικών παικτών (Βαγιαννίδης, Μαξίμοβιτς, Ιωαννιδης). Δεν είναι αμελητέο το συγκεκριμένο επιχείρημα και είναι προς τιμήν του που είχε το θάρρος να το μοιραστεί δημοσίως, λέγοντας ότι δεν ήθελε να πωληθεί ο Μαξιμόβιτς, τη χρονική στιγμή που συνέβη η πώλησή του.

Εξυπακούεται επίσης ότι ούτε ο Βιτόρια, ούτε οι τωρινοί παίκτες του έμψυχου δυναμικού του Παναθηναϊκού ευθύνονται για τα «εγκλήματα» των προηγούμενων ετών.  

Πλην όμως, δεν παύει να αποτελεί πραγματικότητα ότι κάποια πράγματα, ποδοσφαιρικά, βγάζουν μάτι: το αγωνιστικό σχέδιο του Βιτόρια, το οποίο το γνωρίζουμε από πέρυσι και δεν θα μπορούσε άλλωστε να έχει φέτος μεγάλες τροποποιήσεις, στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο πρέσινγκ και στις άμεσες μεταβάσεις κι όχι στη δημιουργία και την εκμετάλλευση των χώρων απέναντι σε κλειστές άμυνες που κατά 80% αντιμετωπίζει ο Παναθηναϊκός στο ελληνικό πρωτάθλημα.

Απλουστευμένα, στα μεγάλα ματς αποδίδει καλύτερα, στα μικρότερα όχι.  

Κι είναι πασιφανές το ποδοσφαιρικό συμπέρασμα ότι όταν ο αντίπαλος δεν παίρνει ρίσκα, ο Παναθηναϊκός μοιάζει αμήχανος, άνευρος και ανήμπορος να κυριαρχήσει με πειστικό τρόπο, έχοντας τη μπάλα στα πόδια του. 

Στη μεγάλη εικόνα το πρόβλημα του Παναθηναϊκού δεν αφορά ασφαλώς στο μοντέλο παιχνιδιού. Δεν παύει, ωστόσο, να φαίνεται ότι ο συγκεκριμένος ποδοσφαιρικός τρόπος δεν φαίνεται να εμπνέει αυτούς που βρίσκονται στο χορτάρι: τους ίδιους τους παίκτες. Να παίζουν δηλαδή (και) για τον προπονητή τους. 

Κι όταν οι ποδοσφαιριστές δείχνουν να μην πιστεύουν ότι εξελίσσονται μέσα από ένα πλάνο, αυτό είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε μία ομάδα. Διότι χωρίς εμπιστοσύνη, πίστη και χημεία, καμία τακτική δεν στέκεται σε βάθος χρόνου. 

Στην πυραμίδα των προβλημάτων, πάντοτε ο καταμερισμός ξεκινάει από την κορυφή. Ο Γιάννης Αλαφούζος έχει αποδείξει επί σειρά ετών ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί το μέγεθος του Παναθηναϊκού.

Με αντιποδοσφαιρικές αποφάσεις, με κινήσεις που μοιάζουν κόντρα σε κάθε λογική, είτε βάζει λεφτά, είτε τραβάει την πρίζα, είτε έχει περισσότερα έσοδα από έξοδα, το αποτέλεσμα παραμένει ίδιο: κάνει μία τρύπα στο νερό και η μιζέρια διαιωνίζεται.

Δεν χτίζει ορθολογικά. Κι όταν το κάνει, το καταστρέφει αιφνιδιαστικά, με αλλοπρόσαλλες επιλογές. Δεν είναι μόνο ο Γιοβάνοβιτς. Είναι και ο Δώνης. Είναι και ο Ουζουνίδης. Με διαφορετικές αιτίες. Και με κοινό παρονομαστή. 

Ακόμα κι αυτό το αυτονόητο συμπέρασμα της μεγάλης κυκλοθυμικής εικόνας, εντούτοις, δεν αναιρεί τις ευθύνες των υπολοίπων, ούτε σημαίνει ότι οι κατώτερες βαθμίδες θα έχουν πάντοτε άλλοθι. Όλοι όσοι έχουν προσληφθεί, από τον προπονητή μέχρι τον τελευταίο συνεργάτη, οφείλουν να παρουσιάζουν έργο. Κι όταν δεν το κάνουν, να αποχωρούν. Κι όχι το αντίθετο. 

Ο Παναθηναϊκός δεν έχει απλώς κακές μέρες. Έχει χάσει την ταυτότητά του. Και μέχρι να βρεθεί η σπίθα που θα εμπνεύσει ξανά τα αποδυτήρια, μέχρι η διοίκηση να δείξει συνέπεια και όχι σπασμωδικές κινήσεις, το μέλλον θα παραμένει ζοφερό. Δεν αρκούν οι δηλώσεις, οι ομιλίες και οι εντυπώσεις. Χρειάζονται αντανακλαστικά, πράξεις.

Ανεξαρτήτως του τι θα συμβεί στο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό, που μπορεί να χρυσώσει το χάπι ή σε κάθε περιστασιακή συνθήκη, πάνω απ’ όλα χρειάζεται: σταθερότητα και εμπιστοσύνη εκεί που αξίζει.

Διαφορετικά, η Κηφισιά και ο Λεβαδειακός θα μοιάζουν μόνο η αρχή ενός ακόμα εφιάλτη.

Το πρόβλημα είναι πιο βαθύ από μία ακόμη ταπείνωση