MENU

Θα μπορέσω να παρκάρω κάπου κοντά χωρίς να ταλαιπωρηθούμε; Θα είναι εύκολη η πρόσβαση στη θύρα; Τουαλέτες αναπήρων θα έχει η θύρα; Ήταν βασικά ερωτήματα που με ταλαιπώρησαν πριν ξεκινήσω.

Ψέματα!

Σκέφτηκα και τι θα φορέσω. Παρότι γενικώς ούτε βαθιά θρησκευόμενη με λες, ούτε προληπτική, στο γήπεδο, ξυπνούν όλες δυσιδαιμονίες και οι προλήψεις που έχουν «φυτευτεί» στο υποσυνείδητο μου και που με πολλή προσπάθεια έχω αποτινάξει από την καθημερινότητα μου σε βάθος χρόνων.

Κατόπιν ωρίμου σκέψεως λοιπόν, αποφάσισα να ντυθώ στα μαύρα. «Κηδεία» πρέπει να τους κάνουμε. Εκ του αποτελέσματος έπραξα τα δέοντα, αφού η... τελετή πραγματοποιήθηκε με κάθε μεγαλοπρέπεια.

Σε ότι αφορά στις άλλες μου ανησυχίες, αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος. Ξεκινήσαμε δυόμισι ώρες νωρίτερα με τον πατέρα μου, ο οποίος πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και ήρθε από τα Χανιά μόνο για να δει την ΑΕΚ και χάρη στη βοήθεια των συνοπαδών, ενός αστυνομικού (το έζησα και αυτό, ένας άνδρας των ΜΑΤ, τους οποίους έχω συνηθίσει να βλέπω να βαράνε, και με ξάφνιασε με την ευγένεια του, να προσφερθεί να με βοηθήσει να ανεβάσω το καροτσάκι πάνω από τα προστατευτικά που χρησιμοποιούνται για τα καλώδια και τα οποία με δεδομένο ότι έχω το μισό βάρος από τον πατέρα μου το καθιστούσαν απροσπέλαστο εμπόδιο) και της άψογης εξυπηρέτησης του προσωπικού του γηπέδου, φτάσαμε στη θύρα χωρίς το παραμικρό πρόβλημα.

Η παρουσία ενός φιλάθλου στην ΟΠΑΠ Aρένα είναι μία εμπειρία που ξεπερνά τα ποδοσφαιρικά στεγανά. Τα φώτα, η μουσική, ο παλμός του κόσμου δίνουν στον χρόνο άλλη διάσταση και η ενέργεια που δημιουργείται, μεταφέρεται «ενέσιμα» στους παίκτες.

Το «ΑΕΚ βάλε κι άλλο γκολ κι άλλο γκολ», δεν ακούστηκε σαν εντολή, αλλά σαν επίκληση στα Θεία που εκπληρώθηκε δις, μετά το 2-0.

Γεύτηκα έκσταση που δίνει η χαρά της νίκης και ικανοποιήθηκα που εκπλήρωσα την επιθυμία του πατέρα μου, αφού ένιωθα ότι του το όφειλα καθώς ήταν εκείνος που με είχε πάει πρώτη φορά στο γήπεδο. ΑΕΚ-Καλλιθέα 1-0, 21 χρόνια πριν, στο «Νίκος Γκούμας».

Αυτό το κείμενο διακόπηκε απότομα καθώς το έγραφα, όταν στην ομάδα που έχουμε στο facebook για να συντονίζεται το newsroom, «έσκασε» ένα μήνυμα που έλεγε για ομολογία ενός εκ των κατηγορουμένων για τη δολοφονία του Αλκή Καμπανού. Μπήκα και διάβασα αμέσως.

«Από την αρχή παραδέχθηκα την επίθεση σε βάρος του Άλκη και σε βάρος των άλλων παιδιών.

Μέσα από τη φυλακή συνειδητοποίησα το κακό που προξένησα.

Ο χρόνος δε γυρίζει πίσω μακάρι να είχα πάει εγώ τη θέση του Άλκη.

Εγώ είμαι αυτός που χτύπησε τον Άλκη στο πόδι. Ήταν μια σκιά που δε τη θυμάμαι. Το συνειδητοποίησα τις τελευταίες 3 εβδομάδες ακούγοντας τους ιατροδικαστές.

Την άλλη μέρα έμαθα ότι έφυγε ένα παιδί και σοκαρίστηκα.

Οι γονείς πρέπει να γνωρίζουν την αλήθεια.

Δεν το θυμόμουν καθαρά στο μυαλό μου.

Έχω ακόμη αμφιβολίες αλλά σε συζήτηση με τους δικηγόρους και ιατροδικαστές μου εξήγαγαν κάποια πράγματα.

Είμαι πεπεισμένος πως έγινε από εμένα».

Το διάβασα πολλές φορές προσπαθώντας να καταλάβω πώς μπορεί να έφτασε σε ένα αποτρόπαιο έγκλημα ένα παιδί, που κατά τ' άλλα έχει το ηθικό υπόβαθρο να αναλάβει την ευθύνη για ό,τι έκανε και να αναγνωρίζει το κακό που προκάλεσε, δίνοντας έτσι στην οικογένεια του άτυχου Άλκη μία μικρή λύτρωση, γνωρίζοντας ποιος είναι εκείνος που αφαίρεσε τη ζωή του παιδιού τους.

Η απάντηση είναι ο όχλος. Ο όχλος, που «εκπαιδεύεται» να μισεί έναν αόρατο εχθρό.

Που βιάζει, τραυματίζει και σκοτώνει στα συνθήματα του με τρομακτική ευκολία.

Ο όχλος του οποίου η ανωτερότητα ορίζεται από τη βία που μπορεί να επιβάλει, ώσπου παύει να είναι όχλος.

Στη στραβή καθένας μένει μόνος του, απέναντι στις ευθύνες του τις οποίες επίσης πληρώνει μόνος του.

Δεν με σοκάρουν οι βρισιές. Στα δημοσιογραφικά γραφεία έμαθα εκτός από το να γράφω, να βρίζω χειρότερα και από νταλικιέρη.

Δεν μπορώ όμως να συντονιστώ με την εξέδρα για να φωνάξω πουτ@να τη μάνα του Μαρινάκη, ούτε για να σκίσω την κ@λάρα των Ολυμπιακών, ούτε για να γ@μήσω την αδερφές και τις μανάδες των ΠΑΟΚτσήδων και των Παναθηναϊκών. Απλώς αρνούμαι. Στα ελληνικά γήπεδα είναι «πρόβλημα» μου και το έχω αποδεχτεί.

Όμως χθες, ακούγοντας το σύνθημα «Να παίζει η ΑΕΚΑΡΑ στα ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ…» στο ρυθμό του «Να παίζει το τρανζίστορ» και δη τον στίχο που έλεγε:

«Αλλόθρησκοι να τρέχουν στα γύρω τα στενά…

Με ανοιχτά κεφάλια και αίματα πολλά…», ανατρίχιασα σύγκορμη.

Στο μυαλό ήρθε αμέσως ο Άλκης αιμοτοκυλισμένος να εκλιπαρεί για το έλεος των δραστών και τη βοήθεια, που δεν έφτασε ποτέ.

Ο Άλκης βρέθηκε αντιμέτωπος με τον όχλο που «εκπαιδεύτηκε», τις τελευταίες δεκαετίες, στα ελληνικά γήπεδα, ότι αγάπη για την ομάδα συνεπάγεται μίσος για τον αντίπαλο.

*Δεν είμαι ξεχωριστή, ούτε υπεράνω. Είμαι κι εγώ θύμα του ίδιου «εκπαιδευτικού συστήματος». Κάποτε, ως μαθήτρια της πρώτης Λυκείου, το μακρινό 1995, είχα θεωρήσει ότι αποδόθηκε δικαιοσύνη όταν ο διαιτητής Μπάκας είχε ξυλοκοπηθεί άγρια μετά την ήττα της ΑΕΚ από τον Παναθηναϊκό. Ντρέπομαι ακόμα γι’ αυτό, όπως ντρέπομαι για τη σκέψη που έκανα για την ενδυματολογική μου επιλογή, γιατί όταν την έγραφα είχα ξεχάσει τον Αλκή και οφείλω να μην τον ξεχάσω ποτέ, γιατί «κηδείες» στο γήπεδο δεν πρέπει να αναφέρονται ούτε για πλάκα.

Υ.Γ. Ο δολοφόνος του Άλκη, πέρα από την έκτιση της ποινής που προβλέπει ο νόμος και θα ορίσει το δικαστήριο, στη δική μου συνείδηση αν έχει μετανιώσει θα αφιερωθεί ισόβια στο να αποτρέψει στο μέλλον ό,τι έκανε ο ίδιος. Αυτή θα ήταν η έμπρακτη συγγνώμη προς την οικογένεια του νεκρού, όπως η ίδια επιθυμεί άλλωστε.

Από υπέροχος κόσμος, εξαγριωμένος όχλος και τελικά ο ένας που παίρνει την ευθύνη για τη «στραβή»...