Η συμφωνία του Βαγγέλη Ζούγρη με το αμερικανικό πανεπιστήμιο Λούιβιλ στο Κεντάκι, να παίξει εκεί την επόμενη σεζόν, ήταν άλλος ένας κρίκος στην αλυσίδα της μπασκετικής μετανάστευσης προς την Αμερική. Η οποία ήδη περιλαμβάνει πολλούς παίκτες: Έξι από αυτούς που κλήθηκαν στην εθνική U20, η οποία θα παίξει τον Ιούλιο στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα στην Κρήτη, έπαιξαν πέρυσι στις ΗΠΑ (Λιοτόπουλος, Αμπόσι, Παγώνης, Ροζακέας, Ξανθόπουλος, Σούλης). Μαντζούκας και Ζούγρης ήδη ετοιμάζουν βαλίτσες, ο Αβδάλας εξετάζει κι αυτός προτάσεις ανάλογα με την εξέλιξη του ντραφτ.
Αυτοί που γνωρίζουν καλά τις συγκεκριμένες διαδικασίες διαβεβαιώνουν ότι… ακόμα δεν έχουμε δει τίποτα! Η φάμπρικα αυτή θα γιγαντωθεί τα επόμενα χρόνια, φυσικά όχι μόνο στο ελληνικό, αλλά και το ευρωπαϊκό μπάσκετ. Από τη στιγμή, μάλιστα, που δεν υπάρχει ορατός και θεσμοθετημένος τρόπος να ανακοπεί αυτή η μετανάστευση (και γιατί να υπάρξει, άλλωστε;) το μπάσκετ στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα, βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα: Το να αποχαιρετά τα πιο ταλαντούχα παιδιά της με το που τελειώνουν το λύκειο (σε κάποιες περιπτώσεις και πιο πριν) και να τα βλέπει μόνο τα καλοκαίρια.
Τη νέα αυτή πραγματικότητα την έφερε η περιβόητη απόφαση NIL (Name, Image, Likeness), με την οποία έχουμε ασχοληθεί σε πρόσφατο άρθρο του SDNA. Ποιες, όμως, είναι οι πραγματικές αλλαγές που θα φέρει; Είναι μόνο αρνητικές, όπως βιάστηκαν να προφητέψουν κάποιοι, ή προκύπτουν και θετικά στοιχεία; Είναι καιρός για μια ψύχραιμη προσέγγιση.
Πριν, όμως, απ’ αυτό, οφείλουμε να παραθέσουμε κάποια μεγέθη. Οι περισσότεροι φίλοι του μπάσκετ γνωρίζουν, φυσικά, το NCAA, τα κολέγια, τις υποτροφίες, τη March Madness (το τελικό τουρνουά δηλαδή), αλλά αδυνατούν να κατανοήσουν την έκταση, την οικονομική επιφάνεια, τη σύνδεση με τις τοπικές κοινωνίες και γενικά την προβολή που έχει ο συγκεκριμένος χώρος του κολεγιακού αθλητισμού. Του μπάσκετ, στην περίπτωσή μας.
Την προηγούμενη αγωνιστική περίοδο (2024-25) όχι ένα και δύο, αλλά 355 διαφορετικά κολέγια συμμετείχαν στην Division I, δηλαδή είχαν μπασκετικά προγράμματα «πρώτης γραμμής», που διεκδικούν την είσοδο στο τελικό τουρνουά NCAA (τα 64 απ’ αυτά). Για να το πετύχουν αυτό συμμετέχουν σε κατηγορίες, με γεωγραφικά ή άλλα κριτήρια, και δίνουν και άλλα παιχνίδια εκτός της κατηγορίας τους, έναν αριθμό περίπου 30-35 αγώνων σε μια σεζόν. Υπάρχουν 31 διαφορετικές λίγκες Division I.
Αν πολλαπλασιάσει κανείς τον αριθμό αυτών των κολεγίων με τον αριθμό 13 (που είναι οι επιτρεπόμενες «υποτροφίες», που μπορεί να δώσει ένα κολέγιο κάθε χρόνο), προκύπτουν περίπου 4.500 «θέσεις», τις οποίες θα διεκδικούν μπασκετμπολίστες απ’ όλο τον κόσμο.
Πολλές απ’ αυτές τις λίγκες, όπως π.χ. η ACC (Atlantic Coast Conference) ή η SEC (South Eastern Conference) παρ’ ότι πανεπιστημιακές έχουν έσοδα πολύ μεγαλύτερα από την ίδια τη Euroleague! Οι κολεγιακές ομάδες παίζουν σε γήπεδα χωρητικότητας ΟΑΚΑ και ΣΕΦ και μεγαλύτερα, οι διαφημιστικές συμφωνίες και τα τηλεοπτικά δικαιώματα είναι πολύ μεγαλύτερα, οι ίδιες οι ομάδες κάνουν συμφωνίες διαφημιστικές για αθλητικό υλικό και όχι μόνο. Κοινώς, υπάρχει πολύ χρήμα. Τόσο, που η απόφαση NIL θεωρείται πια στις ΗΠΑ ως το… τέλος της υποκρισίας. Η απήχηση του κολεγιακού μπάσκετ είναι διαχρονικά τόσο μεγάλη και τα κολέγια έβγαζαν τόσα πολλά λεφτά, που πλέον έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος να τα δίνουν πάνω στο τραπέζι στους πρωταγωνιστές, τους παίκτες.
Ακριβής προϋπολογισμός σχετικά με το μπάτζετ των κολεγίων για τις μπασκετικές τους ομάδες δεν είναι δυνατόν να γίνει, όμως ειδικά τον τελευταίο καιρό μπορεί να βρει κανείς δεκάδες ρεπορτάζ που «αποκαλύπτουν» πόσα είναι διατεθειμένες να «ξοδέψουν» οι κολεγιακές ομάδες για να εντάξουν στο δυναμικό τους καλούς παίκτες. Υπάρχει το λεγόμενο «κλαμπ των 10 εκατομμυρίων δολαρίων», που αποτελείται από περίπου 15 κολέγια (ανάμεσά τους Κεντάκι, Ντιουκ, Άρκανο, Μίσιγκαν, Νορθ Καρολάινα, Σεντ Τζονς, Τέξας Τεκ). Και περίπου άλλα 40-50 που μπορούν να φτάσουν τον προϋπολογισμό τους μέχρι και τα 8 εκ. δολάρια.
Κοινώς, το κάθε κολέγιο, ακόμα και το πιο «ταπεινό», που αποφασίζει να παίξει σε μια λίγκα της Division I, μπορεί να φτιάξει έναν προϋπολογισμό που να ξεπερνάει τα 2 εκ. δολάρια! Πόσες ομάδες στην Ευρώπη διαθέτουν τόσα και παραπάνω λεφτά;
Εννοείται ότι η προσφορά που μπορεί να κάνει ένα κολέγιο σ’ έναν νεαρό αθλητή 18-23 ετών, για να τον εντάξει στην ομάδα του για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ακόμα και για έναν χρόνο, δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να την πλησιάσει καμία ευρωπαϊκή ομάδα. Είναι τόσο δυσθεώρητες οι διαφορές, όχι μόνο στους πρωτοκλασάτους παίκτες, αλλά ακόμα και σ’ αυτούς που είναι ταλαντούχοι μεν, αλλά όχι αυτό που λέμε «σούπερ ταλέντα». Τι θα σκεφτεί π.χ. ένας 18χρονος παίκτης που εξετάζει μια πρόταση κορυφαίας ελληνικής ομάδας να γίνει ο 14ος της με συμβόλαιο 80.000 το χρόνο (που για τα ελληνικά δεδομένα θεωρείται ως και εξωπραγματικό), ενώ έχει στα χέρια του προτάσεις που μπορεί να φτάνουν και τα 400.000-500.000 για μία σεζόν;
Αντίστοιχα, ένας παίκτης που μέχρι πρότινος έβλεπε σαν αποκλειστική μονοπάτι (και οικονομικής) εξέλιξης το να κλείσει συμβόλαιο με μια «μεγάλη» ομάδα GBL και να έχει ελάχιστη συμμετοχή ή να επιδιώξει να γίνει πρωταγωνιστής σε ομάδα της Elite League, με κάποια περιορισμένα χρήματα, βλέπει να ανοίγεται μπροστά του ένας νέος κόσμος. Με αποζημίωση κατά μέσο όρο υπερπολλαπλάσια αυτών που θα ζητούσε εδώ.
Αυτές οι δυσθεώρητες διαφορές στα οικονομικά αναμένεται να ανοίξουν περισσότερο το δρόμο. Ολοένα και περισσότεροι παίκτες θα την ψάχνουν για τις ΗΠΑ, ακόμα κι αν φερ’ ειπείν συμφωνήσουν σε πολύ μικρότερη «αποζημίωση». Ακόμα και 100.000 να πάρουν, πού θα τα’ βρισκαν στην Ελλάδα ή την Ευρώπη;
Όλο αυτό μοιάζει με αφαίμαξη. Και είναι. Τα πανεπιστήμια των ΗΠΑ γίνονται πια πρώτη προτεραιότητα μιας ολόκληρης γενιάς. Οι πιο ταλαντούχοι θα κοιτάξουν ακόμα περισσότερο το να εξασφαλίσουν χρήματα μέχρι τα 22-23 τους κι όταν ολοκληρώσουν τη "θητεία" τους στις ΗΠΑ θα δουν ποιες επαγγελματικές προοπτικές ανοίγονται μπροστά τους.
Αυτό εμπεριέχει πολλούς κινδύνους. Η επιλογή του κολεγίου που θα συνεχίσει την καριέρα του ο νέος παίκτης πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή και όχι με γνώμονα μόνο τα λεφτά. Το να βλέπει κάποιος το NCAA σαν κάτι ενιαίο ή να προεξοφλεί ότι «αφού ο νέος πάει Αμερική θα βελτιωθεί οπωσδήποτε» είναι μεγάλο λάθος. Δυστυχώς υπάρχουν και πρόσφατα παραδείγματα παικτών που ταξίδεψαν στις ΗΠΑ με μεγάλες προοπτικές και αγωνιστικά εξαφανίστηκαν.
Προφανώς η ομάδα που θα δώσει και χρήματα στο νεαρό παίκτη για να παίξει σκέφτεται να τον αξιοποιήσει αναλόγως. Δεν είναι σίγουρο, όμως, ότι θα τα καταφέρει, ότι ο παίκτης θα προσαρμοστεί, ότι θα ταιριάξει στην ομάδα. Όλα αυτά, δηλαδή, που τον απασχολούν και στους ευρωπαϊκούς συλλόγους.
Ας δούμε, λοιπόν, πώς θα επηρεαστεί η καθημερινότητα όλων των «κομματιών» του ελληνικού μπάσκετ από εδώ και πέρα.
Παίκτες
Κατ’ αρχάς, θα μπει επιτέλους ένα τέλος στην ατέλειωτη κλάψα του «δεν υπάρχουν θέσεις για να αναπτύξω το ταλέντο μου». Ακόμα και παίκτες δεύτερου επιπέδου θα ωφεληθούν, επειδή στους ελληνικούς συλλόγους θα ανοίξουν θέσεις, επειδή οι πρωτοκλασάτοι θα πάνε Αμερική. Πλέον τα καλοπληρωμένα συμβόλαια παύουν να είναι 10-20. Ο παίκτης ξέρει ότι αν δουλέψει σωστά και με πρόγραμμα, ανοίγονται μπροστά του πολλές προοπτικές. Κι αν για κάποιους λόγους νιώθει ότι στην Ελλάδα τον κατατρέχουν, υπάρχει πάντα η περίπτωση να αναζητήσει δουλειά όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, των οποίων η αγορά θα επηρεαστεί αναλόγως.
Προπονητές
Οι σύλλογοι πλέον πρέπει να μπουν σε διαφορετική λογική αντιμετώπισης των νέων παικτών. Δηλαδή να τους προσφέρουν ουσιαστικές ευκαιρίες εξέλιξης, αν θέλουν να τους κρατήσουν, και να μην τους «παρκάρουν» απλώς στο ρόστερ τους, για να μην τους πάρει κάποιος αντίπαλος. Αφού δεν μπορούν να συναγωνιστούν τις ΗΠΑ στα χρήματα, οφείλουν να το κάνουν με άλλους τρόπους: Την εξέλιξη και το λεγόμενο «βόλεμα». Αν κάποιος έχει έναν ανοιχτό δρόμο μπροστά του, θα το σκεφτεί δύο και τρεις φορές πριν φύγει για τις ΗΠΑ, ακόμα και με πολύ περισσότερα χρήματα.
Γονείς
Κακά τα ψέματα, τις τελευταίες δεκαετίες, όταν έκλεισε η κάνουλα των χρημάτων γενικά στο μπάσκετ κι απέμειναν λίγες ομάδες να δίνουν πολλά λεφτά και να ανταγωνίζονται σε υψηλό επίπεδο, η προοπτική των γονιών άλλαξε. Από εκεί που πολλοί καλόβλεπαν την ενασχόληση του παιδιού με το μπάσκετ, πλέον αναγνώρισαν ότι ένα παιδί που δεν έχει σούπερ ικανότητες και προοπτικές οφείλει να κοιτάξει πρώτα «να περάσει στις πανελλαδικές». Με αυτή την προοπτική, τα παιδιά που θα ενθαρρυνθούν να συνεχίσουν το μπάσκετ σε κρίσιμες ηλικίες (ειδικά στη Β’ και Γ’ λυκείου) θα είναι πολύ περισσότερα.
Ομοσπονδιακοί προπονητές
Η διαδικασία scouting πλέον έχει φτάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα, ένας ατζέντης στις ΗΠΑ μπορεί πια πολύ εύκολα να πληροφορηθεί μ’ ένα τηλέφωνο ή e-mail τι ταλέντα υπάρχουν στην Ελλάδα. Αλλά μια συμμετοχή σε κλιμάκιο προεθνικής ομάδας, πόσο μάλλον στην 12άδα ενός πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος, θα μετράει πολύ περισσότερο πια στο χτίσιμο του «προφίλ» του παίκτη. H τελική φάση του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος εφήβων (U18) που θα γίνει στο Βελιγράδι 26/7 με 3/8 μαζεύει 192 πρώτης διαλογής ταλέντα από την Ευρώπη (16 ομάδες Χ 12 παίκτες). Οι σκάουτς κάθε λογής αναμένεται να είναι περισσότεροι από τους θεατές στα περισσότερα ματς! Για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, αυτό αναμένεται να αυξήσει και τις… παρασκηνιακές πιέσεις ακόμα και για την τελευταία θέση της 12άδας.
Εθνικές ομάδες
Η προοπτική αυτή μοιάζει να δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την εξίσωση των εθνικών ομάδων κυρίως στη διαδικασία των παραθύρων. Εκτός από τους παίκτες ΝΒΑ και αυτούς της Euroleague, πλέον οι ομάδες θα καλούνται να παίζουν στα παράθυρα και χωρίς τα πρωτοκλασάτα ταλέντα τους 18-23 ετών. Δεν υπάρχει κανονισμός που να το απαγορεύει, αλλά θεωρείται απίθανο να ταξιδεύουν Ευρωπαίοι παίκτες το Νοέμβριο ή τον Φεβρουάριο, εν μέσω φουλ δραστηριότητα της κολεγιακής ομάδας τους, για να παίξουν στην εθνική. Κι αν το κακό μοιάζει μικρό για έναν 18χρονο (που εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων δεν θα είχε βασικό ρόλο), τι να πούμε για τους 22άρηδες και 23άρηδες, που και στη δική μας ομάδα θα μπορούσαν να είναι πρωταγωνιστές τα επόμενα χρόνια;
Μάνατζερ
Ο ρόλος τους, θέλοντας και μη, γίνεται ακόμα πιο κομβικός. Κι εκεί ξεχωρίζει η ήρα από το στάρι, δηλαδή ποιος μάνατζερ ενδιαφέρεται πραγματικά για την εξέλιξη του νεαρού παίκτη-πελάτη του και ποιος κοιτάζει μόνο να κλείσει το καλύτερο οικονομικό deal, ώστε να εισπράξει μεγαλύτερη προμήθεια. Όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στις ελληνικές ομάδες, όπου έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο να εκμεταλλεύονται φαινομενικά δυσάρεστους κανονισμούς προς όφελός τους: Δηλαδή ζητούν υπεραξίες παράλογες για «ελληνικά διαβατήρια», μόνο και μόνο επειδή μια ομάδα GBL εκτός των ξένων χρειάζεται και έξι-επτά Έλληνες για να συμπληρώσει το ρόστερ της.
Συμπέρασμα βγαίνει απ’ αυτό το… σεντόνι; Βεβαίως. Ότι υπάρχει μια νέα πραγματικότητα, στην οποία καλούνται όλοι να προσαρμοστούν. Ότι δεν είναι όλα εφιαλτικά, ούτε όμως και ευοίωνα. Αυτό το άνοιγμα μπορεί να βοηθήσει το μπάσκετ στην Ελλάδα, αλλά μπορεί και να το σπρώξει προς τα πίσω, ανάλογα με το πώς θα αντιδράσουν όλοι οι εμπλεκόμενοι και πώς θα το εκμεταλλευθούν.