MENU
Χρόνος ανάγνωσης 74’

Stairway to Heaven: Η μέρα που ο Θεός επέστρεψε σπίτι

0

Αντί προλόγου

Αυτή η Πρωτομαγιά... Σαν σήμερα, πριν από 26 χρόνια, το θλιμμένο χαμόγελο που φεγγοβολούσε μέσα από το κίτρινο κράνος, άφηνε πίσω του τον υλικό κόσμο και έπαιρνε την άυλη, μυθική, θεϊκή υπόστασή του. Ενάμιση μήνα πίσω, στις 21 του περασμένου Μάρτη, θα έκλεινε και τα 60 του χρόνια. Για αυτόν όμως, όπως μακάβρια είχε προβλέψει τέσσερις μήνες πριν τον τελευταίο γύρο της ζωής του, θα ήταν υπερβολή. Τα 34 που πέρασε πάνω σε αυτό τον μάταιο κόσμο, ήταν κάτι παραπάνω από αρκετά.

Ο Άιρτον Σένα, δεν ήταν απλώς ένας οδηγός, ένας σούπερσταρ, ένας θρύλος, ένας επίγειος θεός. Δεν ήταν κάποιος που αφιέρωσε τη μισή του ζωή για να γίνει συνώνυμο της επιτυχίας και πρόσφερε την άλλη μισή σε όσους είχαν ανάγκη. Ο Άιρτον Σένα ήταν -και παραμένει- ένα σύμβολο που δεν... προσπερνά απλώς, αλλά «ρίχνει γύρο» στα στενά σύνορα του μηχανοκίνητου αθλητισμού και της πατρίδας του. Ήταν ο πρώτος που έδειξε στον κόσμο το πώς γίνεται να κάθεσαι στην κορυφή του, να ζεις την πιο γρήγορη -από κάθε άποψη- ζωή και ταυτόχρονα να είσαι άνθρωπος. Ένας άνθρωπος με αμέτρητα προτερήματα και ισάριθμα, αν όχι περισσότερα κουσούρια. Ταλαντούχος, ενθουσιώδης, ειλικρινής, γενναιόδωρος, αποφασιστικός, ταπεινός, γοητευτικός, Μοναδικός. Ταυτόχρονα όμως και εσωστρεφής, εγωκεντρικός, καχύποπτος, δύσκολος. Περίπλοκος. Πολλές φορές αγγίζοντας τα όρια της παράνοιας και των ψευδαισθήσεων. Ένα σύμβολο, όχι τελειότητας, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Ένα σύμβολο που έδειξε σε όλους πώς «ένας από εμάς», μπορεί να πετύχει ό,τι θελήσει. Και τα σύμβολα, οι ιδέες, δεν χρειάζονται περισσότερο χρόνο ανάμεσα στους θνητούς. Για την ακρίβεια, το μόνο που χρειάζεται για να γεννηθούν και να ζήσουν για πάντα, είναι μια στιγμή. Ενίοτε και για να πεθάνουν.

Ο Άιρτον Σένα Ντα Σίλβα ήταν ο κορυφαίος οδηγός όλων των εποχών, ήταν ένας υπέροχος τύπος, ήταν ο πρώτος και τελευταίος παιδικός ήρωας του υπογράφοντος. Η ιστορία που ακολουθεί -βασισμένη σε αληθινά γεγονότα- ξεκίνησε να γράφεται ένα απόγευμα Κυριακής, κάπου στο Παγκράτι, από ένα 11χρονο παιδί που έκλαιγε μόνο του μπροστά σε μια παλιά τηλεόραση. Αυτή η Πρωτομαγιά...

Με αγάπη,

Άκης


                                  -1-


Ήταν ένα ήσυχο μεσημέρι Κυριακής. Δεν είχε περάσει πολλή ώρα απ' όταν είχε σταματήσει να βρέχει. Ο ουρανός σιγά σιγά καθάριζε, όμως τα διάσπαρτα σύννεφα φρόντιζαν να ακολουθούν με πείσμα τον ήλιο και να τον κρύβουν επιμελώς. Το γλυκό κρύο της Άνοιξης ήταν ακριβώς στο όριο ώστε η παρουσία του να είναι διακριτική. Ο μαυροφορεμένος άντρας με το σκληρό, μακρύ πρόσωπο και τα λευκά εδώ και καιρό μακριά μαλλιά, είχε αποφασίσει ότι αυτή, επιτέλους, ήταν μια ιδανική ευκαιρία για να ξεκουραστεί. Όμως κάτι τον ενοχλούσε στην ατμόσφαιρα. Είχε μια μοναδική έκτη αίσθηση για αυτό. Κάτι σαν να μην πήγαινε όπως θα έπρεπε να πηγαίνει. Ένα συναίσθημα από αυτά που σου δημιουργούνται όταν θες -και προσπαθείς- να ηρεμήσεις, όμως ταυτόχρονα κάτι κρέμεται στην άκρη της συνείδησής σου σαν ζήτημα ζωής η θανάτου. Πάντα είχε αυτή την αίσθηση όταν επέστρεφε από τη δουλειά. Και πάντα, την επόμενη μέρα θυμόταν ελάχιστα από όσα είχαν προηγηθεί. Όλα όσα ακολουθούσαν, συνήθως τα αναλάμβανε ο άμεσος συνεργάτης και καλός του παλιόφιλος. Γι αυτό η τακτική πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις ήταν να μη δίνει περισσότερη σημασία απ' όση χρειαζόταν σε αυτή την αδήριτη ανάγκη για κάτι απροσδιόριστο. «Όλα θα αποκαλυφθούν, όταν αποκαλυφθούν», συνήθιζε να λέει στα κορίτσια του. Τα κορίτσια του. Ήταν αυτά που τον βοηθούσαν να φέρνει εις πέρας το έργο του. Να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του. «Να είναι καλά τα κορίτσια μου, χωρίς αυτά δεν θα θυμόμουν τίποτα...», σκέφτηκε και αποφάσισε να ξαποστάσει.

Η «αυλή της αναμονής» όπως την είχε ονομάσει ατύπως, ήταν εξαιρετικά απλή. Ένα πελώριο ξύλινο τραπέζι και τέσσερις ξύλινες καρέκλες, ευγενική χορηγία της υπεραιωνόβιας βελανιδιάς που έστεκε αγέρωχα στο κέντρο. Παραδίπλα, ένα χτιστό, πέτρινο τζάκι και στο πάνω μέρος του το παλιό πικ-απ. Επάνω στο τραπέζι πια, ένα μεγάλο, μονό, ασημένιο κηροπήγιο στο οποίο ξεκουραζόταν ένα γέρικο, λευκό κερί. Και γύρω του, κάθε λογής παρατημένο μικροαντικείμενο! Μια κοκάλινη γαλάζια βούρτσα. Ένα κομποσκοίνι. Ένας σκουριασμένος ελβετικός σουγιάς. Μια παλιά, φθαρμένη, ποδοσφαιρική μπάλα. Ένα μαύρο μεταξωτό φουλάρι. Ένα ροζ μωρουδιακό παπουτσάκι. Ένα ζευγάρι κόκκινα-λευκά γάντια. Κατά καιρούς πάνω σε αυτό το τραπέζι εμφανιζόταν κάθε πιθανό και απίθανο πράγμα. Όλα μέρος της δουλειάς. Ο μαυροφορεμένος άντρας αυτή τη δεδομένη στιγμή, όμως, δεν είχε διάθεση για τέτοια. Κάτι επέμενε να του φταίει. Με μια αποφασιστική κίνηση των χεριών, έσπρωξε ό,τι βρισκόταν μπροστά του ώστε να απομακρυνθεί από το άμεσο οπτικό του πεδίο. Ύστερα, άπλωσε το χέρι, έπιασε μια ξύλινη βέργα και σκάλισε λίγο το τζάκι. Η μικρή φλόγα διαμαρτυρήθηκε εντόνως. Όπως ήταν κρεμασμένος από την καρέκλα, άναψε τον διακόπτη του πικ-απ και ακούμπησε τη βελόνα στη θέση της. Το καταταλαιπωρημένο βινύλιο στρίγγλισε για λίγα δευτερόλεπτα πριν συνεχίσει από εκεί που είχε μείνει. Μια αγγελική φωνή σκέπασε την ησυχία.

 

«...There's a feeling I get when I look to the west

And my spirit is crying for leaving

In my thoughts I have seen rings of smoke through the trees

And the voices of those who stand looking...»

«Το αγαπώ αυτό το τραγούδι, αλλά διάολε κάποια στιγμή πρέπει να θυμηθώ να αλλάξω τον δίσκο...» σκέφτηκε με τύψεις. «Αύριο. Ναι, σίγουρα αύριο». Όρθωσε τη μέση, άπλωσε σταυρωτά τα πόδια και έκλεισε τα μάτια.
 

                                  -2-


Δεν θα μπορούσε να είχε περάσει πολλή ώρα όταν αυτό το... κάτι που του έφταιγε, έκανε την εμφάνισή του. Η φαινομενικά αδιατάρακτη γαλήνη της μεσημεριανής σιέστας του άντρα, διεκόπη βίαια. Δυνατές φωνές όλων των ηλικιών. Μια απίθανη οχλαγωγία. Ένας κανονικός σαματάς! Ξεφύσηξε με δύναμη και άνοιξε τα μάτια, αλλά χωρίς να κουνηθεί από τη θέση του. Έστριψε λίγο το κεφάλι προς την πηγή της δυσφορίας του και ακαριαία τα μάτια του γούρλωσαν, θυμίζοντας καρτούν.

Ούτε μια στιγμή αργότερα, βρισκόταν όρθιος, με τα χέρια στη μέση, κοιτώντας άναυδος από την άκρη του πλατύσκαλου προς τον πάτο της σκάλας. Η απόσταση ήταν πραγματικά μεγάλη, όμως η εξαιρετική όρασή του τού επέτρεπε να διακρίνει χωρίς το παραμικρό πρόβλημα τί συνέβαινε. «Πφφφ, μάλιστα. Είναι μια από αυτές τις μέρες λοιπόν...», σκέφτηκε και παρέμεινε να κοιτάει αποσβολωμένος.
 

                                  -3-


Τι είναι ο χρόνος; Πόσο διαρκεί μια «γεμάτη» ζωή και πώς γίνεται να τη χωρέσεις μέσα σε λίγες στιγμές; Που εντοπίζεται το σύνορο μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας όταν ο ίδιος ο ήρωας ξεπερνά τα στενά όρια του υλικού κόσμου και «ζει» αιώνια; Πότε η δόξα του γίνεται αβασίλευτη; Πώς και γιατί ένας άνθρωπος παύει να είναι κοινός θνητός και εξυψώνεται σε σύμβολο, σε μύθο;

Στην περίπτωση του κορυφαίου οδηγού όλων των εποχών, όλα τα παραπάνω ερωτήματα αντάμωσαν και απαντήθηκαν ταυτόχρονα πάνω στο χωροχρονικό συνεχές. Είναι η στιγμή και το σημείο που ανοίγει ακαριαία μια πόρτα στο νου, η οποία δίνει πρόσβαση -με λογαριασμό admin- στο σύμπαν και τις λειτουργίες του. Εκεί όπου το ένα δευτερόλεπτο είναι αρκετό ώστε ο θνητός να γίνει Θεός και να μπορέσει μέσα σε αυτό να δει με κάθε λεπτομέρεια το φιλμ της ζωής του, να κάνει τον απολογισμό του, να αφήσει την ανυπολόγιστου βάρους κληρονομιά του σε έναν ολόκληρο λαό, αλλά και το παράδειγμα και τις αναμνήσεις του μεγαλείου του σε έναν ολόκληρο πλανήτη.

Είναι η στιγμή και το σημείο απ' όπου ξεκινά μια σουρεαλιστική τετράωρη ανάβαση κατά την οποία ο χώρος και ο χρόνος χάνουν κάθε λογική συνέχεια και έννοια. Αυτή του χρόνου καταλύεται στις 14:17, τοπική ώρα Ιταλίας, την Πρωτομαγιά του 1994. Αυτή του χώρου, στο πλέον διαβόητο σημείο στην ιστορία της μηχανοκίνησης, τη στροφή Ταμπουρέλο της Ίμολα. Είναι ο έβδομος γύρος του ιταλικού γκραν-πρι όταν το μεταλλικό τέρας των 820 ίππων με κωδικό «Williams FW16» απογειώνεται προς την αιωνιότητα με ταχύτητα 310 χιλιομέτρων ανά ώρα.

Είναι η στιγμή που ο Άιρτον Σένα περνάει οριστικά στη σφαίρα του απόλυτου θρύλου, επιστρέφοντας ως Θεός στο σπίτι Του.


                                  -4-


Παππού, τι συμβαίνει;», ρώτησε το ένα από τα δύο κορίτσια -το μεγαλύτερο- το οποίο είχε βγει στην αυλή με βλέμμα βουτηγμένο -ως συνήθως- στην περιέργεια. Αυτό εκδήλωνε πάντα λίγο περισσότερο ενδιαφέρον για όσα συνέβαιναν, οπουδήποτε, οποτεδήποτε.

Είναι μια από αυτές τις μέρες», μούγκρισε μέσα από τα δόντια του ο άντρας.

Από το βάθος, το άλλο κορίτσι που είχε καθίσει δίπλα στο τζάκι και κοιτούσε τη φλόγα με απόλυτη προσοχή, αισθάνθηκε και αυτό την ανάγκη να κάνει μια ερώτηση που ουδέποτε είχε ξανακάνει.

Γιατί σήμερα;»

Ο μαυροφορεμένος άντρας έστριψε απότομα το κεφάλι με έκπληξη και την κοίταξε, σηκώνοντας τους ώμους.

Ελάτε, ετοιμαστείτε. Σε λίγη ώρα θα καλωσορίσουμε τον καλεσμένο μας», είπε με μια καθόλου πρόσχαρη διάθεση και κοίταξε προς τα αντικείμενα που βρίσκονταν στο τραπέζι.
 

                                  -5-


Ο Άιρτον ήταν σίγουρος ότι ονειρευόταν. Αυτή τη στιγμή τα πάντα γύρω του φάνταζαν παράξενα, ημιτελή. Σαν η πραγματικότητα να είχε ξεχάσει κάπου ένα κομμάτι της. Έβλεπε τον ουρανό, όμως όσο το μάτι του προσπαθούσε να εντοπίσει τον ορίζοντα, τόσο συνέχιζε να κοιτά προς μια απροσδιόριστη κατεύθυνση. Όσο εστίαζε το βλέμμα πιο κοντά, προς το γύρω τοπίο, στα πανύψηλα δέντρα, στους αυστηρούς βράχους, όσο πάσχιζε να βρει ένα σημείο αναφοράς, τόσο το τοπίο άλλαζε. Όμως την ίδια ώρα, σίγουρα δεν μπορούσε να μην πιστέψει σε ό,τι συνέβαινε ακριβώς μπροστά στα μάτια του και σε αυτά που άκουγαν τα αυτιά του. Όχι, εδώ ήταν σίγουρος ότι τα πάντα ήταν εντελώς αληθινά.

Ο κόσμος ήταν κάτι παραπάνω από πολύς και κατευθυνόταν, σαν κύμα από όλες τις κατευθύνσεις, καταπάνω του. Του θύμισε τους πανηγυρισμούς με την ομάδα και τους οπαδούς του, τη στιγμή που πάρκαρε το μονοθέσιο στα πιτς μετά τη νίκη του στο ιαπωνικό γκραν πρι, στις 30 Οκτωβρίου του 1988, όταν εξασφάλισε τον πρώτο του τίτλο.

Γνωστά συναισθήματα, γνωστές εικόνες. Το όνομα του τώρα ακουγόταν σαν αντίλαλος μέσα σε σπηλιά. Ο Άιρτον πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να κάνει το μόνο που μπορούσε: να παρατηρεί. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι, τον πλησίαζαν με μια εικόνα όχλου στα πρόθυρα της επανάστασης. Κάποιοι είχαν εύθυμη όψη, κάποιοι θλιμμένη. Κάποιοι έστεκαν και κοιτούσαν με έκπληξη, κάποιοι συνομιλούσαν και έδειχναν, κάποιοι έκλαιγαν. Κάποιοι άλλοι πάλι, έτρεχαν προς το σημείο που βρισκόταν, γκρεμίζοντας τους πάντες στο διάβα τους. Κάποιος, κάπου από πίσω, αναφώνησε: «Είναι ο Σένα, ο Σένα! Γαμώτο είναι ο Άιρτον Σένα!». Γύρισε και είδε έναν ασάλευτο άντρα, με ένα μωρό στην αγκαλιά, να έχει κοκαλώσει το βλέμμα πάνω του. Ένα παιδί -δεν θα μπορούσε να είναι πάνω από 10 ετών- φορώντας μια κίτρινη φανέλα της Εθνικής Βραζιλίας με το νούμερο 11, πέρασε σαν τανκ δίπλα από τον άντρα και παραλίγο να του γκρεμίσει το μωρό από τα χέρια. Τελικά η μοναδική απώλεια ήταν ένα ροζ παπουτσάκι.

Έι, μικρέ, πρόσεχε γαμώτο...», διαμαρτυρήθηκε έντονα ο Άιρτον.

Δεν πειράζει, τιμή μου να με αγγίξει ο... Ρομάριο!», φώναξε γελώντας ο άντρας και κοίταξε το παπουτσάκι στο έδαφος. «Ούτως ή άλλως χάσαμε και το άλλο», μονολόγησε και σήκωσε τους ώμους.

Φίλε αν ο Ρομάριο τρέχει έτσι το καλοκαίρι, η σελεσάο θα σηκώσει σίγουρα το Μουντιάλ!», ανταπάντησε επίσης γελώντας ο Άιρτον.

Το ανθρώπινο τσουνάμι των 360 μοιρών πλέον είχε φτάσει στον προορισμό του και ο Άιρτον νόμιζε ότι θα τον καταπιεί. Σκέφτηκε να φορέσει το κίτρινο κράνος, το οποίο παρέμενε περασμένο στον αγκώνα του. Όταν όμως δεν υπήρχε πια ούτε ένα εκατοστό ελεύθερης γης γύρω από τα πόδια του, το κύμα «έσβησε» και οι κραυγές ησύχασαν ακαριαία. Μια κυρία μεγαλύτερης ηλικίας που είχε βρεθεί δίπλα του, θα μπορούσε να είναι κοντά στα χρόνια της μητέρας του, φορώντας ένα μαύρο μεταξωτό φόρεμα και ένα μαύρο, περίτεχνο καπέλο, του άγγιξε με το χέρι το πρόσωπο. Έπειτα ανασηκώθηκε στις μύτες και τον φίλησε γλυκά στο μέτωπο.

Ευχαριστούμε για όλα», του είπε στα πορτογαλικά, κοιτώντας τον με μάτια γεμάτα θλίψη.

Ο Άιρτον δεν ήξερε τί να απαντήσει. Αυτή τη στιγμή, δεν ήξερε απολύτως τίποτα. Έστριβε το κεφάλι δεξιά-αριστερά, προς κάθε χέρι που απλωνόταν για να τον αγγίξει. Προς κάθε κατεύθυνση απ' όπου ακουγόταν το όνομά του, μια ευχή, ένα «ευχαριστώ», ένα «γιατί». Τουλάχιστον στις γλώσσες που καταλάβαινε. Κάπου στο βάθος, νόμισε ότι άκουσε και μια γνωστή, βαθιά φωνή. Κοίταξε προς τα κει και το μόνο που μπόρεσε να διακρίνει ήταν μια εξίσου γνώριμη, ψηλή φιγούρα. «Αλλά δεν μπορεί. Όχι, δεν μπορεί...», σκέφτηκε.

 

Παππού;»
 

                                  -6-


Ο κόσμος είχε αρχίσει πια να υποχωρεί, όμως ήταν ακόμη πάρα πολλοί αυτοί που πλησίαζαν για να του σφίξουν το χέρι, να του πουν έναν καλό λόγο. Ο Άιρτον είχε ακουμπήσει με την πλάτη στο μεγαλύτερο δέντρο που μπορούσε να εντοπίσει, έναν πραγματικά θεόρατο πλάτανο. Προσπάθησε να βρει την αυτοκυριαρχία του και να καταλάβει, όμως μάταια. Τα πάντα του φαίνονταν τόσο παράξενα και εξακολουθούσε να αισθάνεται παγιδευμένος στο ίδιο όνειρο.

 

Ένας άντρας, κοντά στην ηλικία του, τον πλησίασε και του έσφιξε το χέρι έχοντας μια εικόνα απορίας στο πρόσωπό του. «Υποθέτω έγινες ένας σπουδαίος οδηγός, ένας πρωταθλητής ε; Ελπίζω από εδώ και πέρα να είσαι καλά», του είπε και έστριψε να φύγει. Με μια αστραπιαία κίνηση όμως ο Άιρτον τον έπιασε από τον αγκώνα.

Φίλε... τι συμβαίνει; Που είμαστε; Ποιος είναι όλος αυτός ο κόσμος;»

Μην ανησυχείς, έτσι αισθανόμασταν όλοι στην αρχή...».

Ναι, αλλά...», ξεκίνησε να λέει μπερδεμένος. Σταμάτησε. Ξαναπροσπάθησε. «Ποιος είσαι, ποιοι είναι όλοι αυτοί;», ρώτησε και έδειξε αδιάφορα προς όλες τις κατευθύνσεις.

Ο ξένος άπλωσε το χέρι ξανά και αυτή τη φορά συστήθηκε.

Έχεις δίκιο, συγνώμη. Είμαι ο Αντόνιο». Έσφιξαν για δεύτερη φορά τα χέρια και ο άντρας συνέχισε. -«Ξέρεις, εκείνο το πρωί στο Ιντερλάγκος, στον πρώτο σου αγώνα καρτ; Ήμουν κι εγώ εκεί, είχα πάει με όλη την οικογένεια, τη Σίλβια, τη γυναίκα μου, τις δύο κόρες και τον γιο μου, τον Μιγκελίτο. Μάλλον δεν θα τον θυμάσαι, ήταν ο τυπάκος που προσπαθούσε να σε προσπεράσει με εκείνο το έντονο κόκκινο καρτ, αλλά μάταια...» Κόμπιασε για λίγο, αλλά επέμεινε. «Μετά τον αγώνα ξέρεις τι μου είχε πει;»

Τι;», απάντησε με έξαψη ο Άιρτον.

Μου λέει ''μπαμπά, αυτό εκεί το παιδί, ο Άιρτον, δεν ξέρω πώς γίνεται να το φτάσει κανείς...'' Είχε απόλυτο δίκιο ο μικρός, έτσι δεν είναι; Πες μου γαμώτο, με τρώει η περιέργεια, δεν είχε δίκιο;», ρώτησε ξανά και γέλασε.

Ναι, υποθέτω. Δεν τα πήγα άσχημα. Τρία παγκόσμια πρωταθλήματα φίλε και φέτος θέλω το τέταρτο, με νέα ομάδα. Όλα ξεκίνησαν εκείνη τη μέρα, σε επαγγελματικό επίπεδο. Ήμουν 13 χρονών τότε, το οποίο σημαίνει ότι ο γιος σου ήταν στην ίδια ηλικία περίπου με μένα ε; Να πάρει εσύ μοιάζεις συνομήλικός μου, αν όχι νεότερος, δεν μπορεί...», είπε όλο περιέργεια ο Άιρτον, αλλά αυτή τη στιγμή δεν μπορούσε να βάλει σε καμία απολύτως λογική σειρά τις σκέψεις του. Συνέχισε με το πρώτο πράγμα που του κατέβηκε.

Τελικά, ο Μιγκελίτο συνέχισε με την οδήγηση ή είχε περισσότερο μυαλό από μένα και έκανε κάτι χρήσιμο στη ζωή του;»

Η όψη του άντρα σκοτείνιασε. «Η επιστροφή μας... Η επιστροφή προς το σπίτι, δεν... Ένα φορτηγό πετάχτηκε μπροστά μου, δεν πρόλαβα...»
 

                                  -7-


Εδώ και λίγα λεπτά, ο Άιρτον περπατούσε μόνος. Κόσμος συνέχιζε να εμφανίζεται κυριολεκτικά από το πουθενά και να τον χαιρετά, όμως τώρα πια δεν έδινε καμία σημασία. Το μόνο που ήθελε να μάθει, ήταν που διάολο βρισκόταν και από που μπορούσε να φύγει για να γυρίσει στο ξενοδοχείο. Είχε αγώνα σε λίγες ώρες. Ένας νεαρός, σίγουρα όχι πάνω από 17-18, κοντοστάθηκε μπροστά του. «Είναι αλήθεια, είσαι εδώ», είπε και έμεινε να τον κοιτάζει σαν να βλέπει κάτι που δεν περίμενε ποτέ να δει.

Ο Άιρτον είχε αρχίσει να κουράζεται από τις ίδιες ερωτοαπαντήσεις. «Ναι γαμώτο, εδώ είμαι, αλλά που είμαι;», είπε νευρικά.

-«Καταλαβαίνω», είπε το παιδί και συνέχισε. «Κοίτα, κάποιοι περιμένουν κι αυτοί τη σειρά τους. Αλλά γενικά εδώ κάτω μπορεί να βγει όποιος θέλει. Συμβαίνει συχνά. Όποιος θέλει να υποδεχθεί κάποιον, μπορεί να κατέβει εδώ. Τα νέα μαθαίνονται γρήγορα στα μέρη μας και σαν να μαζεύτηκε λίγος κόσμος σήμερα ε;»

Ναι. Λίγος...», είπε με έμφαση ο Άιρτον και ρώτησε κοφτά. «Ξέρεις μήπως που σκατά πρέπει να πάω;»

Φυσικά. Όπως πας από εδώ, βλέπεις που τελειώνει εκείνος ο διάδρομος από τα ψηλά δέντρα; Εκεί. Μόλις φτάσεις, ένας δρόμος υπάρχει μετά...»

ΟΚ, ευχαριστώ. Πώς σε λένε μικρέ;»

Πάολο. Δεν με ξέρεις, όμως εγώ και ο κολλητός μου ο Μάσιμο είμαστε οι μεγαλύτεροι φαν σου στην Ίμολα».

Αααα, ντόπιοι!» είπε με χαρά ο Άιρτον. «Θα σας δω στην πίστα!»
 

                                  -8-


Ελάτε κορίτσια, καθίστε. Ξεκινάει. Έχει πολλά να δει και θα του πάρει λίγη ώρα...», είπε ο μαυροφορεμένος άντρας και έσπρωξε ένα ακόμη μεγάλο κούτσουρο μέσα στη φωτιά.

Παππού, ξέρεις που είναι η...», προσπάθησε να ρωτήσει η μικρότερη, όμως ο άντρας τη διέκοψε.

Θα έρθει, όταν είναι έτοιμη. Ας αργήσει κι αυτή μια φορά...»

Η φλόγα του λευκού κεριού στο κέντρο του τραπεζιού τρεμόπαιξε ζωηρά.

 

Ο Άιρτον είχε φτάσει. «Ωραία, και τώρα τι...», σκέφτηκε. Βρισκόταν στην αρχή μιας φαινομενικά ατελείωτης σκάλας, η οποία βρισκόταν ανάμεσα σε δύο πέτρινους τοίχους. Το μόνο που μπορούσε να διακρίνει ανάμεσα στην ομίχλη που είχε αρχίσει να κατηφορίζει από τη σκάλα, ήταν δύο σκούρες, ξύλινες πόρτες. Μια στην αριστερή, μια στη δεξιά πλευρά. Κλειστές. «Μάλιστα, αυτό χρειαζόμουν τώρα, να ανοιγοκλείνω στην τύχη πόρτες για να βρω που πρέπει να πάω...», μονολόγησε. Η ομίχλη τον είχε πια αγκαλιάσει από όλες τις κατευθύνσεις. Επιπλέον, είχε ξεκινήσει και ένα αρκετά ενοχλητικό, διαπεραστικό ψιλόβροχο.

 

Με μια σβέλτη κίνηση, φόρεσε ξανά το κίτρινο κράνος, πάτησε το δεξί πόδι στο πρώτο σκαλί και εκκίνησε γρήγορα και αποφασιστικά.


                                  -9-

                      Η πρώτη επαφή

 

Λίγα σκαλιά και είχε φτάσει ήδη μπροστά στην πρώτη πόρτα. Αρχικά σταμάτησε στα αριστερά. Πραγματικά δεν ήξερε τι πρέπει να κάνει. Να χτυπήσει; Να προχωρήσει; Να γυρίσει πίσω; Να ανέβει τρέχοντας ως την κορυφή, παρότι δεν έβλεπε τίποτα; Τελικά, πήρε μια βαθιά ανάσα και δεν έκανε τίποτα απ' όλα αυτά. Άπλωσε το χέρι στο απλό στρογγυλό πόμολο και άνοιξε την πόρτα με ορμή. Αυτό που αντίκρισε, τον ξάφνιασε σε τέτοιο βαθμό που αμέσως άφησε το πόμολο από το δεξί χέρι σαν να τον χτύπησε ρεύμα.

 

Στο εσωτερικό της πόρτας, αυτό που υπήρχε δεν θα μπορούσε ποτέ να χαρακτηριστεί σαν «δωμάτιο». Αντίθετα, αυτό που βρισκόταν μπροστά του, ήταν κάτι σαν ένα θερινό θέατρο και αυτός κοιτούσε από μακριά τη σκηνή. Αυτό που «παιζόταν» πάνω της δε, ήταν η πρώτη του έντονη παιδική ανάμνηση. Ήταν όλοι εκεί. Ο πατέρας του, ο Μίλτον. Η μαμά Νέιντε. Ο παππούς Ζοάο. Η αγαπημένη του Βίβιαν, η μεγάλη αδερφή. Ο Λεονάρντο, ο μικρός αδερφός, θα ερχόταν στην παρέα τρία χρόνια αργότερα. Ήταν Χριστούγεννα. Τριών ετών ο Άιρτον τότε. Μετά το δείπνο της οικογένειας στη φάρμα, θυμάται ακόμη τα λόγια του πατέρα του. «Μικρέ ψάξε στο δωμάτιό σου. Ο Άγιος Βασίλης μου είπε ότι σου έχει αφήσει κάτι!». Κάτι που δεν τον είχε ξανακάνει τόσο χαρούμενο. Ήταν το πρώτο δικό του αυτοκίνητο! «Πωωωω... ούτε ξέρω πόσο καιρό μπορεί να πέρασα πάνω σε αυτό το ρημάδι...», σκέφτηκε με νοσταλγία.

 

 

Ήταν πια όσο περίεργος θα μπορούσε να είναι κάποιος για το τί μπορεί να υπήρχε απέναντι. Έκανε μεταβολή και αμέσως άνοιξε διάπλατα την επόμενη πόρτα. Στην αρχή το μόνο που μπορούσε να διακρίνει ήταν καπνός. Κοίταξε πιο προσεκτικά. «Όχι φίλε, δεν είναι καπνός αυτό, ξέρω τι είναι...», μονολόγησε. Ήταν σκόνη. Προσπάθησε να απλώσει το χέρι για να δει αν μπορεί να την αγγίξει, όμως στο ύψος της πόρτας το χέρι του ακούμπησε κάτι που έμοιαζε με λεία, εντελώς παγωμένη, μεταλλική επιφάνεια. Το τράβηξε πάλι προς τα πίσω και περίμενε να καταλαγιάσει η σκόνη. Όταν αυτό συνέβη, είδε τον εαυτό του στη θέση του οδηγού, στο παλιό τζιπ του πατέρα του στη φάρμα και τον γερο-Μίλτον ακριβώς δίπλα να δίνει οδηγίες φωνάζοντας και κουνώντας τα χέρια προς κάθε κατεύθυνση. «Γαμώτο, εδώ πρέπει να είμαι 7 χρονών. Είναι η μέρα που έμαθα να οδηγώ! Φτηνά τη γλιτώσαμε εκείνη τη μέρα...», είπε γελώντας.

 

                                  -10-

        Ο πρώτος αγώνας, ο πρώτος τίτλος

 

Ψηλά, στην κορυφή της σκάλας, ο «παππούς» είχε ξεκινήσει να «διαβάζει» την ιστορία στα κορίτσια. Αυτά πλήρως προσηλωμένα, «ρουφούσαν» κάθε πληροφορία και έκαναν τόσες ερωτήσεις πριν καλά καλά τελειώσει τις προτάσεις του, που κατάφεραν να τον εκνευρίσουν. «Σωπάστε και θα σας λυθούν οι απορίες», είπε ενώ ο Άιρτον ανοιγόκλεινε με έξαψη τις πόρτες που, όπως διαπίστωσε, δεν ήταν μονάχα δύο αλλά πολλές περισσότερες και παρακολουθούσε τις πιο χαρακτηριστικές και έντονες στιγμές της ζωής του, εντός και εκτός πίστας.

 

Κοιτάξτε τον εκεί πόσο χαρούμενος είναι. Βλέπει τον εαυτό του 13 χρονών. Βρίσκεται στην πίστα του Ιντερλάγκος, στον πρώτο του επίσημο αγώνα καρτ. Ο μπαγάσας κατάφερε να κερδίσει την πολ ποζίσιον στον πρώτο αγώνα της ζωής του, αφήνοντας πίσω αρκετά μεγαλύτερα παιδιά. Ακόμη όμως δεν είχε μάθει τα μαθήματα που έπρεπε για τους αγώνες ταχύτητας. Έτσι, όπως φαντάζεστε... πίεσε και ρίσκαρε λίγο παραπάνω σε μια προσπάθεια να προσπεράσει, τράκαρε και εγκατέλειψε τον αγώνα», είπε ο άντρας και χαμογέλασε.

 

Όσο ο Άιρτον ανέβαινε, οι ιστορίες από τους αγώνες, από τα χρόνια του Σάο Πάολο, τα χρόνια του σχολείου ως και αυτά του κολεγίου του Ρίο Μπράνκο συνεχίζονταν.

 

 

 

Όποια πόρτα και αν άνοιγε όμως, με κάποιο τρόπο η οδήγηση, οι αγώνες, ο ανταγωνισμός, η αέναη μάχη για την πρωτιά ήταν πάντα εκεί. Όπως εκεί ήταν πάντα και οι δυσκολίες, οι αναποδιές, οι τυχαίες κινήσεις της ειμαρμένης πάνω στο νήμα του. Όλες αυτές οι στιγμές που αντάμωσαν εκεί γύρω στα 17 του χρόνια και τον οδήγησαν να πάρει την απόφαση της ζωής του. Και όχι μόνο αυτής.

 

Εδώ είναι 17 ετών. Έχει μόλις τελειώσει πρώτος τον αγώνα και πανηγυρίζει την κατάκτηση του πρώτου του πρωταθλήματος καρτ Νοτίου Αμερικής. Είναι αυτή η στιγμή που αποφάσισε να παρατήσει το κολέγιο και να κυνηγήσει την καριέρα του επαγγελματία οδηγού αγώνων. Είναι εδώ που σκέφτηκε για πρώτη φορά ''ναι, αυτό το συναίσθημα θέλω να το ζω για το υπόλοιπο της ζωής μου''».

 

 

                   «Είμαι ο Άιρτον Σένα»

 

Ο άντρας έσπρωξε ένα ακόμη κούτσουρο μέσα στο πέτρινο τζάκι. Δεν πέρασαν τρία δευτερόλεπτα και το μεγαλύτερο από τα δύο κορίτσια, του επιτέθηκε ξανά με αμείλικτη περιέργεια.

Και μετά παππού; Τώρα τι βλέπει;»

Αφού πρώτα ξεφύσηξε με ατόφια απόγνωση, συνέχισε.

Εδώ είμαστε στο 1980. Στο Λονδίνο. Είναι μόνος του στο ξενοδοχείο, είναι απόγευμα Δευτέρας και βρέχει. Φτιάχνει τις βαλίτσες του γιατί την επόμενη μέρα θα πετούσε πίσω στη Βραζιλία. Όπως τρία χρόνια πριν είχε αποφασίσει ότι αυτό ήθελε να κάνει στο υπόλοιπο της ζωής του, έτσι και τώρα ήταν αποφασισμένος να εγκαταλείψει τον μηχανοκίνητο αθλητισμό και να αφοσιωθεί στις επιχειρήσεις της οικογένειας. Είχε κατακτήσει ήδη δύο πρωταθλήματα Formula Ford 1600, όμως δεν έβλεπε μέλλον. Τελικά, εκεί που μάζευε τα πράγματά του, χτύπησε το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ένας Βρετανός, ονόματι Ντένις Ράσεν, αγωνιστικός διευθυντής μιας ομάδας που λεγόταν Green Racing. Του πρότεινε να πάρει μέρος στο επόμενο πρωτάθλημα στην ιεραρχία, τη Formula Ford 2000, εκεί όπου θα είχε περισσότερες ελπίδες να τον δουν από τη Formula 1. Του είπε ότι θα του έδινε 10.000 λίρες».

 

 

Για σκεφτείτε κορίτσια. Αν δεν χτυπούσε εκείνο το τηλέφωνο, αν δεν ήταν στην άλλη άκρη της γραμμής εκείνος ο Άγγλος, ίσως ο συγκεκριμένος καλεσμένος μας να μην ήταν εδώ σήμερα, έτσι δεν είναι;», ρώτησε μάλλον παιχνιδιάρικα ο «παππούς».

Και τελικά; Έφυγε για τη Βραζιλία;», ρώτησε το άλλο κορίτσι.

Ναι βέβαια, έφυγε, αλλά μετά τηλεφώνησε ο ίδιος στη νέα του ομάδα και τους ενημέρωσε ότι αποδέχεται την πρότασή τους. Να, δείτε τον εδώ για παράδειγμα. Είναι το 1981 και συνομιλεί ξανά με τον Ντένις Ράσεν και άλλα μέλη της νέας ομάδας του, από κοντά αυτή τη φορά. Λίγο νωρίτερα είχε διαβάσει στην εφημερίδα ένα κομμάτι για κάποιον που είχε ακριβώς το ίδιο όνομα: Άιρτον Ντα Σίλβα. Του έκαναν πλάκα! Του είπαν ότι το Ντα Σίλβα στη Βραζιλία είναι το ίδιο με το Σμιθ στην Αγγλία και πως από εκεί και πέρα θα τον φώναζαν Άιρτον Σμιθ! Έτσι, για ένα αστείο, γεννήθηκε το όνομα που θα άφηνε Ιστορία», είπε ο άντρας και με την άκρη του ματιού του κοίταξε το μεγαλύτερο από τα δύο κορίτσια που χαμογέλασε. Έπειτα συνέχισε: «Αυτή τη στιγμή ο Άιρτον βλέπει τον εαυτό του να λέει επί λέξει στον Ράσεν: ''Είμαι ο Άιρτον Σένα''. Είναι κυριολεκτικά η στιγμή που συστήνεται έτσι για πρώτη φορά στη ζωή του». Τώρα ο άντρας κοίταξε τη μικρή της παρέας που επίσης χασκογέλασε.

 

                                  -11-

 

Παππού, γιατί γελάει, τι...», ξεκίνησαν να ρωτούν απολύτως ταυτόχρονα τα δύο κορίτσια και όταν το κατάλαβαν, σταμάτησαν και έσκασαν κι αυτά στα γέλια.

Ο άντρας σκέφτηκε λίγο πριν βρει την κατάλληλη απάντηση. «Χμμ... εδώ βρίσκεται στο 1981. Βλέπει... βλέπει νομίζω την πρώτη νύχτα μετά τον γάμο του με τη Λίλιαλ Σόουζα. Ναι, αυτό νομίζω βλέπει». Τα κορίτσια χαχάνισαν. «Η Λίλιαν ήταν η πρώτη του, εφηβική αγάπη, όμως ο γάμος τους δεν κράτησε πολύ. Βλέπετε, κορίτσια, η ζωή που επέλεξε δεν είχε χώρο για οικογένεια. Ήταν πολύ γρήγορη για αυτό...»

 

 

Πάλι γελάει...», είπε η μικρότερη και έδειξε προς τα κάτω με θαυμασμό!

Ναι, βλέπεις, όπως σας είπα ότι η ζωή του ήταν πολύ γρήγορη για οικογένεια, επίσης πολύ γρήγορα... άλλαζαν κατά καιρούς και τα υπόλοιπα κορίτσια που είχε δίπλα του τα επόμενα χρόνια. Ας πούμε ότι τα πιο όμορφα κορίτσια της εποχής, εκείνες τις δύο δεκαετίες, έδειχναν... ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Άιρτον. Και αυτός φυσικά για αυτά. Κοιτάξτε το χαμόγελό του εδώ! Εδώ βλέπει την πρώτη του κοινή εμφάνιση στην τηλεόραση με την Σούσα, την πιο διάσημη Βραζιλιάνα celebrity. Μετά από εκείνο το βράδυ και την... ιδιαίτερη γνωριμία τους σε ζωντανή σύνδεση, ας πούμε... ας πούμε ότι γνωρίστηκαν πολύ καλύτερα! Και πέρασαν μαζί δύο χρόνια αργότερα, από το 1988 ως το 1990».

 

 

 

Μέχρι στιγμής πάντως έχει ρίξει πολύ γέλιο, το απολαμβάνει!», είπε εύθυμα το μεγαλύτερο κορίτσι.

Α, μην ανησυχείτε γι' αυτό...», είπε ο άντρας και έκανε μια μικρή παύση. «Έχει ακόμη πολλά μπροστά του να δει που θα τον κάνουν να στεναχωρηθεί και να λυπηθεί. Πολλές, επίπονες αποτυχίες στην καριέρα του. Πολλούς χωρισμούς με συντρόφους, πολλούς τσακωμούς με φίλους, πολλές αποτυχημένες επαγγελματικές σχέσεις. Όλα αυτά θα του θυμίσουν ότι δεν γίνεται να απολαμβάνεις την κορυφή χωρίς να πρέπει να αντιμετωπίσεις και τη μοναξιά της... Όμως... όμως σήμερα δεν καθίσαμε εδώ για να θυμηθούμε όλα αυτά. Θα έχει καιρό για αυτά», είπε ο άντρας με έναν τόνο θλίψης που ουδέποτε παρουσίαζε μπροστά στα κορίτσια, πριν ξαναβρεί ακαριαία την αυτοκυριαρχία του. «Σήμερα είμαστε εδώ για να γιορτάσουμε τη ζωή του και με τη βοήθεια του Χρόνου να βρούμε ακριβώς τη θέση που του αρμόζει μέσα στην Ιστορία», είπε χαμογελαστά αυτή τη φορά και κοίταξε προς τις δύο μικρές που τα πρόσωπά τους είχαν αστράψει μονομιάς.

 

Παππού όταν φτάσει θα θυμάται να μας πει για όλα αυτά;», ρώτησε η μικρή.

Εεε, τώρα...», διαμαρτυρήθηκε αόριστα ο άντρας πριν συνεχίσει. «Ξέρετε ότι μετά από κάθε σκαλί που ανεβαίνει, αφήνει πίσω του όσα προηγήθηκαν. Όταν θα φτάσει μπροστά μας, δεν θα θυμάται τί έχει δει, κάθε λεπτομέρεια, κάθε πρόσωπο, κάθε γεγονός. Δεν είναι αυτός ο σκοπός της διαδρομής. Στο τέλος, σε κάθε έναν που ανεβαίνει, από όλα όσα έχει ξαναδεί, μένει ένα συναίσθημα. Αν τα κατάφερε στη ζωή του, αν αισθάνεται ικανοποιημένος και γεμάτος, το ξέρει. Έτσι, όταν τον καλέσετε, αν επιλέξει να καθίσει μαζί σας θα σας τα πει όλα από την αρχή και θα σας λυθούν οι απορίες», είπε ο άντρας και συνέχισε. «Τουλάχιστον, όσα μπορέσει να θυμηθεί. Στα μέρη μας η μνήμη δεν λειτουργεί ακριβώς όπως κάτω, έτσι δεν είναι;»

Ναι, κάτι έχουμε καταλάβει παππού», είπε η μεγαλύτερη και έκλεισε το μάτι στην αδερφή της.

 

                                  -12-

              1984, Μονακό: Ένας θρύλος και μια κόντρα

 

«Ελάτε, ελάτε, κοιτάξτε τον εδώ!», είπε με ενθουσιασμό ο άντρας. «Λοιπόν κορίτσια, κάπου εδώ, ξεκινούν όλα όσα τον έκαναν θρύλο! Για την ακρίβεια, αυτή τη στιγμή, βλέπει τη γέννηση του θρύλου!»

 

Είναι το 1984 και βρίσκεται στο Μονακό. Είναι το 5ο του γκραν-πρι στην πρώτη του σεζόν στη Φόρμουλα 1. Βρέχει. Ναι διάολε, βρέχει πολύ! Οδηγεί ένα μάλλον κακό μονοθέσιο, μια Τόλμαν. Όμως, με κάποιο μαγικό τρόπο, αυτό το τουλάχιστον μετριότατο μηχάνημα στα χέρια του Άιρτον υπακούει απόλυτα. Την ώρα που πολύ πιο έμπειροι οδηγοί όπως ο Λάουντα και ο Μάνσελ κάνουν γύρω-γύρω σπινιάροντας στα νερά, ο Άιρτον ξεκινά 13ος και είναι ήδη 2ος ως τον 19ο γύρο. Ως τον 32ο, έχει γεμίσει τους καθρέφτες του Προστ και είναι θέμα χρόνου για να τον περάσει και να πανηγυρίσει πολύ νωρίς στην καριέρα του την πρώτη του νίκη. Όμως... εδώ είναι που αρχίζουν όλα όσα σας είπα νωρίτερα. Οι στεναχώριες, οι απογοητεύσεις... Ο Σένα καταφέρνει να περάσει τον Προστ, όμως εν μέσω αυτού του γύρου, ο αγωνοδίκης αποφασίζει να ρίξει πρώτα κόκκινη σημαία και έπειτα να ακυρώσει τον αγώνα με μαύρη, λόγω βροχής. Ο Σένα πανηγυρίζει, όμως οι κανονισμοί λένε ότι από τη στιγμή που δεν είχε ολοκληρωθεί ο γύρος, οι βαθμοί μετράνε βάσει των θέσεων που είχαν οι οδηγοί με την ολοκλήρωση του προηγούμενου γύρου. Έτσι, ο Προστ είναι 1ος και ο Σένα 2ος. Σε αυτό το γκραν-πρι κάνει τον πρώτο ταχύτερο γύρο του στη Φόρμουλα 1, ενώ μάλλον εδώ είναι που ξεκίνησε και η μεγαλύτερη και πιο διαβόητη κόντρα στην ιστορία της, αφού ο Σένα εκείνη τη μέρα πείστηκε ότι ο Προστ ήταν το χαϊδεμένο παιδί της FIA για όλα τα χρόνια που ακολούθησαν...»

 

 

 

       1985, Εστορίλ: Μήνυμα για το μέλλον

 

«Βέβαια, η πρώτη του νίκη δεν θα αργούσε πολύ. Ένα χρόνο μετά, είναι πια στην ομάδα της Λότους. Είναι το 1985 και βρίσκεται στην Πορτογαλία. Το γκραν-πρι του Εστορίλ είναι το 17ο της καριέρας του και -μαντέψτε- διεξάγεται επίσης υπό καταρρακτώδη βροχή. Τι κάνει ο Σένα σε αυτό; Αρχικά, την προηγούμενη μέρα παίρνει την πολ-ποζίσιον με διαφορά τεσσάρων ολόκληρων δεκάτων του δευτερολέπτου από τη ΜακΛάρεν του Προστ και ένα ολόκληρο δευτερόλεπτο σε σχέση με τον άλλο οδηγό της Λότους. Στον αγώνα πια, δείχνει σε όλους τι... ερχόταν! «Ρίχνει γύρο» σε όλους τους οδηγούς εκτός από έναν και βλέπει την καρό σημαία πάνω από ένα λεπτό νωρίτερα από τον δεύτερο. Θα μπορούσε να παρκάρει και να να κάνει τσιγάρο πριν τερματίσει!»

 

 

 

 

 

                                  -13-

    1988, Μονακό: Μάθημα ζωής και τίτλου

 

«Με την ομάδα της Λότους θα είχε καλή πορεία, όμως τα πάντα πήραν το δρόμο τους όταν πήρε τη μεταγραφή καριέρας για τη ΜακΛάρεν Χόντα, το 1988. Στην πρώτη του χρονιά εκεί, ξανά στο γκραν-πρι του Μονακό επιφυλάσσει μια μοναδική παράσταση... Η πίστα εκεί έχει ελάχιστα περιθώρια για να ξεκλέψεις χρόνο και να ξεπεράσεις τα όρια. Ο καιρός είναι μάλιστα αίθριος. Ακόμη κι έτσι, ο Σένα προηγείται του πρωταθλητή το '85 και το '86, Αλέν Προστ, κατά 55 ολόκληρα δευτερόλεπτα. Η νίκη του είναι βέβαιη. Από την ομάδα του λένε να αφήσει το γκάζι και να κάνει... βόλτα μέχρι τον τερματισμό. Αυτός όμως έχει εδώ και χρόνια άλλα στο μυαλό του. Θέλει να εξευτελίσει τον Προστ. Εξακολουθεί να πιέζει και να ρισκάρει, ψάχνοντας κάθε χιλιοστό διαφοράς. Τελικά, κάπου χάνει τον έλεγχο, καταλήγει στις μπαριέρες και εκτός αγώνα. Ο Προστ τερματίζει πρώτος. Μετά από αυτό τον αγώνα ο Σένα κάνει την περίφημη δήλωση, ότι ''οδηγούσε χωρίς να έχει συνείδηση των κινήσεών του, σα να βίωνε μια επιθανάτια εμπειρία, σα να βρισκόταν σε άλλη διάσταση και να παρακολουθούσε τον εαυτό του από ψηλά''. Από εκείνο το γκραν-πρι και μετά ήρθε πιο κοντά στον Θεό και είπε ότι ήταν ένα μεγάλο μάθημα ζωής αλλά και οδήγησης. Πήρε τελικά τα 6 από τα 8 επόμενα γκραν-πρι, στο δρόμο για τον πρώτο του τίτλο!».

 

 

               1988, Σουζούκα: Το πρώτο

 

«Το προτελευταίο γκραν-πρι της σεζόν είναι στην Ιαπωνία, στην πίστα της Σουζούκα. Αυτό το μέρος έμελλε να προσφέρει πολλές συγκινήσεις τα επόμενα χρόνια, τόσο στον Σένα, όσο και γενικά στη Φόρμουλα 1. Ο αγώνας ξεκινά και ο Άιρτον αντιμετωπίζει πρόβλημα με το σύστημα εκκίνησης. Με το πράσινο φως πέφτει αμέσως στην 14η θέση στον πρώτο γύρο. Όμως και εδώ υπάρχει... παρέμβαση! Οι ουρανοί ανοίγουν και αρχίζει ξανά να βρέχει. Ως το φινάλε του πρώτου γύρου έχει ανέβει στην 8η θέση, γρήγορα στην 4η και είναι 2ος μέχρι τον 27ο γύρο, πίσω από τον Προστ. Τελικά προσπερνάει και τον Γάλλο και εξασφαλίζει τον πρώτο του παγκόσμιο τίτλο! Αργότερα θα δήλωνε ότι τη στιγμή του τερματισμού αισθάνθηκε την παρουσία του Θεού γύρω του μιλώντας για ένα απερίγραπτο συναίσθημα που θα γινόταν κομμάτι του για την υπόλοιπη ζωή του...»

 

 

 

 

                                  -14-

    1989, Ίμολα: Εδώ, κάτι δεν πάει καλά...

 

Από τα πρώτα του χρόνια στη Φόρμουλα 1, ο Σένα τα έβαλε με τη FIA και γενικά ήταν μονίμως μια φωνή αντίδρασης. Κάποιες φορές δεν είχε δίκιο και απλά ήταν έτσι ο χαρακτήρας του, όμως τις περισσότερες φορές ήταν απολύτως σωστός. Σε αντίθεση με το τί πίστευε ο πολύς κόσμος εκείνη την εποχή, ο Σένα ήταν ο οδηγός που προσπάθησε περισσότερο από όλους για να αλλάξει και να βελτιώσει τα μέτρα ασφάλειας στη Φόρμουλα 1. Τελικά, παρά τις ατελείωτες κόντρες και το ''κυνήγι'' που δέχθηκε από τη FIA, θα τα κατάφερνε, όμως με το μεγαλύτερο πιθανό κόστος...», είπε ο άντρας και προσπάθησε να συνεχίσει πριν τον διακόψει το μεγαλύτερο κορίτσι.

Σε αυτή την πόρτα φαίνεται πολύ προβληματισμένος...»

 

Ο Άιρτον είχε παγώσει. Έβλεπε μπροστά του κάτι που τον έκανε να ανατριχιάσει. Ένα μαύρο, ερεβώδες συναίσθημα τον σκέπασε μονομιάς. Μπροστά του έχει το σημείο -στον χρόνο και τον χώρο- στο οποίο και για το οποίο του σφηνώθηκε στο μυαλό ότι κάτι δεν πάει καλά... Είναι το γκραν-πρι της Ίμολα, το 1989. Βλέπει ξανά τον καλύτερο φίλο του στη Φόρμουλα 1, τον Αυστριακό, Γκέρχαρντ Μπέργκερ, να βρίσκεται στη στροφή Ταμπουρέλο και το μονοθέσιό του να μην στρίβει ποτέ αλλά να «πετάει» εκτός πίστας. Καρφώνεται στον τοίχο με περισσότερα από 250 χλμ. ανά ώρα, πριν τυλιχθεί στις φλόγες. Ο Αυστριακός τη γλίτωσε τελικά μονάχα με ελαφρά εγκαύματα στα χέρια. Όλοι οι επόμενοι δεν θα είχαν την τύχη του.

«Διάολε τους το είπα! Τους το είπα ότι αυτή η πίστα δεν είναι ασφαλής», ούρλιαξε ο Άιρτον.

 

 

 

          1989, Σουζούκα: Προστ-Σένα 1-1

 

Εδώ βρίσκεται και πάλι στη Σουζούκα και υπάρχει... δράμα στον ορίζοντα. Σας είπα, ότι είχε πολύ... ζουμί το συγκεκριμένο γκραν-πρι για πολλά χρόνια!», είπε ο άντρας και συνέχισε. «Είναι το προτελευταίο της σεζόν. Αν ο Σένα δεν τερματίσει μέσα στους βαθμούς, δεν έχει ελπίδες για τον τίτλο στο τελευταίο γκραν-πρι ακόμη και με νίκη εκεί. Πλήρως αποξενωμένοι με τον Προστ πια, οι σχέσεις τους βρίσκονται στα κόκκινα, στην κορύφωση της διετούς κόντρας τους. Αυτή, ήρθε στη στροφή Casio, στον 46ο από τους 53 γύρους. Ο Σένα προσπερνάει ξεκάθαρα από την εξωτερική και ο Προστ απλώς... στρίβει το τιμόνι -πολύ νωρίτερα από το σημείο που πρέπει να στρίψει για να βρεθεί πάνω στο σικέιν- και πέφτει πάνω του! Μετά το πιτ-στοπ, 5 γύρους πριν το τέλος, ο Νανίνι περνάει πρώτος, όμως ο Σένα κάνει εξωφρενική οδήγηση! Προσπερνάει τον Προστ στον γύρο 51/53 στο ίδιο ακριβώς σημείο, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, καλύπτοντας 12 δευτερόλεπτα διαφοράς τους τελευταίους τρεις γύρους! Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Ο αγωνοδίκης ακυρώνει τον αγώνα του, λόγω ενός αστείου τεχνάσματος: επειδή μετά τη σύγκρουση επέστρεψε στην πίστα από έναν βοηθητικό παράδρομο, το μοναδικό σημείο που ήταν διαθέσιμο φυσικά. Αυτό βάσει κάποιου ξεχασμένου κανονισμού απαγορευόταν, όμως συνέβαινε συνεχώς στα γκραν-πρι και κανείς δεν δεν ασχολιόταν να δώσει ποινές για αυτό τον λόγο -μέχρι εκείνη τη μέρα- πόσο μάλλον να ακυρώσει ολόκληρο αγώνα κάποιου οδηγού. Ο Προστ... ισοφαρίζει σε 1-1 τις μάχες τους στη Σουζούκα μετά το '88 και φυσικά είναι και πάλι πρωταθλητής...»

 

 

 

 

                                  -15-

             1990, Μονακό: Στο γνωστό, αγαπημένο μέρος

 

Η πίστα του Μονακό είναι αν όχι η πιο δύσκολη, σίγουρα η πιο ιδιαίτερη της Φόρμουλα 1. Δεν υπάρχει το παραμικρό περιθώριο για κάτι το... ιδιαίτερο οδηγικά και ο παραμικρός χώρος για να προσπεράσεις στην πραγματικότητα. Φυσικά, ήταν το αγαπημένο γκραν-πρι του! Βγήκε πρώτος 6 φορές -ένα μάλλον απλησίαστο ρεκόρ- και αυτή τη χρονιά θα έπαιρνε εκεί την 3η καρό σημαία της καριέρας του. Η νίκη του είναι κάτι παραπάνω από εμφατική. Παίρνει την πολ-ποζίσιον, κάνει τον ταχύτερο γύρο και στον αγώνα είναι πρώτος από την αρχή ως το τέλος. Ο σκηνοθέτης του αγώνα μάλιστα πρόσφερε στους φαν της Φόρμουλα 1 ίσως το πιο θεαματικό βίντεο που έχει καταγράψει ποτέ κάμερα μονοθεσίου...»

 

 

           1990, Ισπανία: Η μάταιη ελπίδα

 

Λίγους μήνες μετά το Μονακό, στα δοκιμαστικά του ισπανικού γκραν-πρι στη Χερέθ, ο Βορειοιρλανδός οδηγός, Μάρτιν Ντόνελι έχει ένα φρικιαστικό ατύχημα το οποίο έβαλε άδοξο τέλος στην καριέρα του ως οδηγός αγώνων. Η αντίδραση του Σένα να βγει αμέσως στην πίστα μετά το ατύχημα, όταν δηλαδή το επέτρεψαν οι διοργανωτές και να κάνει ταχύτερο γύρο, φαντάζει ψυχρή. Όμως ο ίδιος μετά τον αγώνα δήλωσε ότι αυτός ήταν ο δικός του τρόπος για να αντιμετωπίσει τέτοια περιστατικά. Επίσης δήλωσε και κάτι άλλο, που θα άφηνε επίσης εποχή για τους λάθος λόγους...»

 

Ο Άιρτον βλέπει με προσοχή τον εαυτό του να κάνει δηλώσεις on camera, μετά το ατύχημα του Ντόνελι: «'Όπως συνέβη σε αυτόν, έτσι μπορεί να συμβεί και στον οποιονδήποτε. Υπάρχουν πράγματα που μπορεί να υπολογίσεις και άλλα που είναι αναπάντεχα και αυτά είναι τα πιο επικίνδυνα, όπως συνέβη σήμερα». Έπειτα τον παρατηρεί να κοντοστέκεται μπροστά στην κάμερα για λίγα δευτερόλεπτα και να συνεχίζει χαμογελαστός αλλά και θλιμμένος ταυτόχρονα, όπως μόνο αυτός μοναδικά μπορούσε να κάνει: «Ελπίζω να μην ξαναδούμε κάτι τέτοιο στο μέλλον...»

 

 

 

            1990, Σουζούκα: Σένα-Προστ 2-1 / Το δεύτερο

 

Φτάνουμε πια στο φινάλε της σεζόν 1990, ξανά στο προτελευταίο γκραν-πρι, ξανά στην Ιαπωνία και τη Σουζούκα. Η ιστορία επαναλαμβάνεται και ο Άιρτον είναι που... φροντίζει για αυτό! Αυτή τη φορά όμως έχει αποφασίσει να βρεθεί στη δική του εκδοχή της... σωστής πλευράς! Για ακόμη μια φορά μάλιστα... προβλέπει σωστά, αφού η FIA είχε αποφασίσει πάλι να κάνει τα δικά της. Ο Βραζιλιάνος έχει πάρει την πολ ποζίσιον και ο Προστ είναι δεύτερος. Όμως, οι διοργανωτές ξαφνικά αποφασίζουν από το πουθενά να μετακινήσουν την πολ στη λάθος πλευρά της πίστας, στη «βρώμικη», δηλαδή όχι πάνω στη γραμμή οδήγησης αλλά στην εσωτερική. Αυτή τη φορά όμως ο Σένα δεν περιμένει να περάσουν 46 γύροι για να δράσει. Μόλις στην πρώτη στροφή του γκραν πρι μετά το πράσινο φως, το μονοθέσιό του δεν κουνιέται ούτε χιλιοστό. Παρότι ο Προστ -λογικά- είχε την καλύτερη γραμμή για να στρίψει αφού η δεύτερη θέση του ήταν πρακτικά η πολ, ο Σένα ουσιαστικά διεμβολίζει το μονοθέσιο του Γάλλου. Αμφότεροι εγκαταλείπουν και αυτή τη φορά ο τίτλος πάει στον Σένα. Ο δεύτερος!»

 

 

Μπροστά στην πόρτα, το χαμόγελο του Σένα έχει φτάσει στα αυτιά του. «Σας το είπα μαλάκες! Σας το είπα ότι δεν θα σας αφήσω αυτή τη φορά!», φώναξε με αυθεντική ικανοποίηση. Αργότερα, είδε τον εαυτό του να δίνει την περιβόητη συνέντευξη στον τρις παγκόσμιο πρωταθλητή Τζάκι Στιούαρτ. Ο Στιούαρτ ρωτάει πρακτικά αν ο Σένα οδηγεί πολύ πιο επικίνδυνα απ' ότι πρέπει αφού «αν μετρήσει τις φορές που οι προηγούμενοι παγκόσμιοι πρωταθλητές είχαν σύγκρουση με άλλο μονοθέσιο θα ήταν ίσως λιγότερες από τις φορές που συνέβη στον ίδιο τα τελευταία 3-4 χρόνια».

Ο Άιρτον απαντά με μια από τις ιστορικότερες ατάκες του: «Με το να είσαι οδηγός αγώνων, ρισκάρεις συνέχεια και ανταγωνίζεσαι με άλλους ανθρώπους. Αν δεν κυνηγήσεις το κενό που υπάρχει, δεν είσαι πια οδηγός αγώνων».

 

 

 

                                  -16-

     1991, Βραζιλία: Η νίκη που του έλειπε

 

Βρισκόμαστε στις 21 Μαρτίου του 1993, στη Βραζιλία. Εδώ πανηγυρίζει την πρώτη νίκη της καριέρας του σε πάτρια εδάφη, μια νίκη που την έψαχνε κάθε χρόνο, αλλά κάθε χρόνο του ξέφευγε. Βασικά όχι μόνο του ξέφευγε αλλά από το 1984 ως το 1990, είδε τον Προστ να πανηγυρίζει πέντε φορές μέσα στο «σπίτι» του. Βέβαια και πάλι δεν έλειψε πολύ για να του ξεφύγει... Ο Άιρτον προηγείται με τεράστια διαφορά και όλα δείχνουν ότι θα έχει μια πολύ εύκολη νίκη. Όμως στον 54ο από τους 67 γύρους, το κιβώτιο ταχυτήτων της ΜακΛάρεν παθαίνει βλάβη και «κολλάει» η 6η ταχύτητα. Πρακτικά φυσικά είναι αδύνατο να οδηγήσεις ένα μονοθέσιο της Φόρμουλα 1 με 6η, πόσο μάλλον να συνεχίσεις κανονικά έναν αγώνα. Ο Άιρτον έχει διαφορετική γνώμη...»

 

 

 

Καταβάλει μια ψυχική και σωματική υπερπροσπάθεια, καταθέτει όλες του τις ικανότητες και γνώσεις για το αυτοκίνητο και καταφέρνει να δει μάλλον οριακά πρώτος την καρό σημαία αφού αν υπήρχε ακόμη ένας γύρος λογικά θα έχανε τον αγώνα! Το ξέσπασμά του τη στιγμή της νίκης είναι επίσης ιστορικό, με ακατάληπτες κραυγές και ουρλιαχτά επί 2-3 λεπτά στην ενδοεπικοινωνία μετά την καρό σημαία!»

 

 

Είναι τόσο καταβεβλημένος και ταλαιπωρημένος σωματικά από την υπερπροσπάθεια να τερματίσει μέσα σε ένα μονοθέσιο που αγκομαχούσε για να κινηθεί, που μετά το τέλος του αγώνα δεν μπορούσε να κουνηθεί. Δεν μπορούσε να να βγει από το μονοθέσιο χωρίς βοήθεια, δεν μπορούσε καν να βγάλει τα γάντια του, δεν μπορούσε ούτε να σηκώσει το τρόπαιο του νικητή...»

 

 

    1991, Σουζούκα: Το τρίτο με three-peat!

 

Για ακόμη μια χρονιά, το 1991, το γκραν-πρι της Σουζούκα κρίνει τον πρωταθλητή. Στην Ιαπωνία είναι που ο Σένα εξασφαλίζει και τον τρίτο του παγκόσμιο τίτλο, αυτή τη φορά χωρίς... ιστορίες και δράματα! Τερματίζει χαλαρά, δεύτερος πίσω από τον ομόσταβλό του στη ΜακΛάρεν και καλό του φίλο Γκέρχαντ Μπέργκερ. Ο Νάιτζελ Μάνσελ που διεκδικούσε τον τίτλο, εγκατέλειψε νωρίς, στον 10ο γύρο, μετά από οδηγικό λάθος και ο υπόλοιπος αγώνας είχε χαρακτήρα γύρου θριάμβου για τον Σένα!»

 

 

 

                                  -17-

 

Την επόμενη διετία, η Φόρμουλα 1 δεν ήταν ίδια με τα προηγούμενα χρόνια. Όσο καλύτερος οδηγός και να ήταν ξεκάθαρα ο Σένα από όλους, αυτή τη φορά η ομάδα της Γουίλιαμς παρουσίασε ένα ''πακέτο'' ηλεκτρονικών βοηθημάτων σε μια εποχή που φυσικά δεν υπήρχαν κανονισμοί για αυτά και το μονοθέσιό της έγινε... απλησίαστο για τον ανταγωνισμό. Πρακτικά όποιος και να οδηγούσε, θα έπαιρνε τον τίτλο. Το 1992 τον πήρε ο Μάνσελ, το 1993 τον πήρε ο Προστ. Ακόμη κι έτσι όμως ο Σένα κατάφερνε να προκαλεί συγκινήσεις...»

 

            1992, Βέλγιο: Θεϊκή παρέμβαση

 

Στις 30 Αυγούστου του 1992, ο Σένα κατάφερε να με... ξεγελάσει, για λογαριασμό άλλου βέβαια...», είπε ο μαυροφορεμένος άντρας και έκανε μια γκριμάτσα θαυμασμού. «Μια από τις πολλές φορές που με ξεγέλασε δηλαδή!»

 

Στο βελγικό γκραν-πρι, στο Σπα, ο Ερίκ Κομάς έχει ένα συγκλονιστικό ατύχημα και μένει αναίσθητος μέσα στο μονοθέσιο, με τον κινητήρα αναμμένο, το πόδι στο γκάζι και ενώ τα καύσιμα έχουν αρχίσει να διαρρέουν από την πρόσκρουση. Ο Άιρτον βλέπει τον εαυτό του να παρκάρει στη μέση της πίστας και να τρέχει να βοηθήσει τον Γάλλο -ο μόνος που το έκανε από όσους οδηγούς ακολουθούσαν- σβήνοντας γρήγορα τον κινητήρα. Παράλληλα έμεινε δίπλα του, υποστηρίζοντας με τα χέρια του το κεφάλι και τον αυχένα του οδηγού της Λιζιέ, μέχρι να φτάσει η ιατρική ομάδα. Αργότερα ο Κομάς θα δήλωνε ότι η παρέμβαση του Σένα πιθανότατα του έσωσε τη ζωή.

 

 

 

       1993, Ντόνιγκτον: Ο κορυφαίος γύρος

 

Τι κι αν είχε υποδεέστερο μονοθέσιο, αυτό σίγουρα δεν τον προβλημάτισε στο ευρωπαϊκό γκραν-πρι του 1993, στο Ντόνιγκτον και σίγουρα όχι από τη στιγμή που είχε αρχίσει κιόλας να βρέχει... Ο Σένα εδώ εκκινεί από την 6η θέση και πριν ολοκληρωθεί ο πρώτος γύρος του αγώνα, έχει ήδη προσπεράσει σαν σταματημένους Προστ, Χιλ και Σουμάχερ και περνά πρώτος, με έναν γύρο που μένει στην Ιστορία ως ο κορυφαίος που έχει γίνει ποτέ σε γκραν-πρι. Μένει πρώτος ως το τέλος και πανηγυρίζει την 38η από τις 41 καρό σημαίες της καριέρας του!.»

 

 

 

                                  -18-

   1994: Το Ίδρυμα Σένα και η ευαίσθητη FIA

 

Στις αρχές του 1994, ο Άιρτον πήρε ίσως τη σημαντικότερη απόφαση της ζωής του. Όχι για τον ίδιο, αλλά για εκατομμύρια άλλους ανθρώπους τις επόμενες δεκαετίες. Ήδη, είχε ξοδέψει δεκάδες εκατομμύρια σε φιλανθρωπίες και σε δωρεές. Είχε όμως αποφασίσει ότι δεν ήθελε να δίνει πια χρήματα στην τύχη, γιατί μέχρι εκείνο το σημείο πρακτικά αυτό έκανε. Όποιος χρειαζόταν βοήθεια στη Βραζιλία, το όνομα Σένα ήταν το πρώτο που του ερχόταν στο μυαλό και ο Άιρτον σπάνια χαλούσε χατήρι. Έτσι, πάνω σε μια κουβέντα με την αδερφή του, τη Βίβιαν, αποφάσισαν να δημιουργήσουν το ''Ίδρυμα Σένα'' το οποίο θα είχε ως κύριο σκοπό του την βοήθεια των φτωχών παιδιών. Ο ίδιος δεν θα έχει ποτέ την ευκαιρία να βρεθεί στα εγκαίνια, όμως το όνομα, η αύρα και το όραμά του θα είναι πάντα εκεί. Για πάρα πολλά χρόνια μετά το θάνατό του, ο Άιρτον θα ''ταΐζει'', θα ''εκπαιδεύει'', θα ''μορφώνει'' και θα εμπνέει τα παιδιά της Βραζιλίας μέσα από το Ιδρυμα Σένα», είπε ο άντρας και παρατήρησε τα δύο κορίτσια να παρακολουθούν με ιδιαίτερη προσοχή αυτό το κομμάτι.

 

 

Την ίδια εποχή πάνω-κάτω με αυτό, μια άλλη απόφαση θα έκανε άνω-κάτω τη ζωή του Άιρτον, όχι όμως για πολύ καιρό όπως αποδείχθηκε. Σε αυτό το σημείο, ο Άιρτον παρακολουθεί τη στιγμή κατά την οποία έμαθε για την περίφημη ανακοίνωση της FIA, λίγους μήνες πριν ξεκινήσει η σεζόν, για την απαγόρευση της χρήσης όλων εκείνων των ηλεκτρονικών βοηθημάτων που ουσιαστικά είχαν δώσει τα δύο εύκολα πρωταθλήματα στη Γουίλιαμς με Μάνσελ και Προστ. Η αντίδραση της Ομοσπονδίας άργησε δύο χρόνια, όμως τώρα αποφάσισε να εξαντλήσει την ευαισθησία και την αυστηρότητά της, αναγκάζοντας τις ομάδες να αλλάξουν όλο τον σχεδιασμό τους και τους οδηγούς να πρέπει να ανακαλύψουν από την αρχή πώς συμπεριφέρονται τα μονοθέσια αφού μέσα σε ένα πρωί ''ξηλώθηκαν'' όλα τα ηλεκτρονικά. Ποια είναι η... μικρή λεπτομέρεια στην ιστορία; Ότι στο ξεκίνημα της σεζόν 1994, ο Άιρτον Σένα είχε υπογράψει στη Γουίλιαμς...», είπε ο άντρας με έμφαση και έκανε μια μικρή παύση, σηκώνοντας το ένα φρύδι. «Κοινώς, βρήκαν και πάλι τον τρόπο να τον γ... να τον χτυπήσουν!»

 

           Ιανουάριος, 1994: Η προφητεία

 

Εδώ ο Άιρτον βρίσκεται στην πίστα του Εστορίλ στην Πορτογαλία. Είναι η πίστα που χρησιμοποιεί η Γουίλιαμς για τις δοκιμές της πριν την έναρξη της σεζόν. Είναι η συνέντευξη Τύπου για την επίσημη παρουσίασή του ως οδηγού της Γουίλιαμς. Ανάμεσα στα άλλα που είπε για το μονοθέσιο, την ομάδα, τον στόχο του για τον τέταρτο τίτλο τον οποίο έβλεπε ως ρεαλιστικό, είπε και κάτι που αποδείχθηκε ως η απόλυτη προφητεία, τέσσερις μήνες πριν τη σημερινή μέρα: ''Αν τύχει ποτέ και έχω ένα ατύχημα που μπορεί να μου κοστίσει τη ζωή, καλύτερα να είναι μία κι έξω. Δεν θέλω να ζήσω σε αναπηρική πολυθρόνα. Ούτε θέλω να μπω στο νοσοκομείο υποφέροντας από σοβαρά τραύματα. Αν πρόκειται να ζήσω, θέλω να ζήσω κανονικά και έντονα, γιατί είμαι άνθρωπος της δράσης''».

 

 

                                  -19-

        Απρίλιος, 1994: Η τελευταία κουβέντα με τον Μάσιμο

 

Κυριακή 4 Μαρτίου, 1990. Μια τετραετία πριν. Δύο Ιταλοί φίλοι, δύο φαν της Φόρμουλα 1 και του Άιρτον Σένα, έχουν ένα τρομερό ατύχημα με το μηχανάκι τους ακριβώς έξω από το νοσοκομείο της Ίμολα. Ο 18χρονος τότε Μάσιμο Μπουλτσαμίνι είναι ο συνοδηγός. Το ατύχημα τον αφήνει παράλυτο από τη μέση και κάτω και μένει σε κώμα, επιβιώνοντας με μηχανική υποστήριξη. Μετά από αρκετούς μήνες, οι γιατροί έχουν μια ιδέα. Μετά από μια σχετική έρευνα που έδειχνε ότι ασθενείς που βρίσκονται σε κώμα αντιδρούν σε αγαπημένους ήχους και φωνές, οι οποίες βοηθούν τον εγκέφαλο να λειτουργήσει και τον διατηρούν ενεργό. Έτσι, μετά από ενέργειες των γιατρών και μέσω ενός από τους πιο γνωστούς ρεπόρτερ της Φόρμουλα 1 στην Ιταλία, του Έτσιο Τζερμιάνι, ο Άιρτον έρχεται σε επαφή με τη μητέρα του Μάσιμο. Τελικά, μιας και μιλάει άλλστε άψογα ιταλικά, όντως ηχογραφεί με χαρά ορισμένες φράσεις, με σκοπό να παίζονται εναλλάξ στον Μάσιμο ώστε το μήνυμα να μην επαναλαμβάνεται και ο εγκέφαλος του τελικά το απορρίψει. Η φωνή του Άιρτον και τα εμψυχωτικά μηνύματά του έκαναν για μήνες παρέα στον Μάσιμο, μέχρι που ένα πρωί όντως ξύπνησε από το κώμα! Αργότερα εκείνη τη χρονιά μάλιστα, ο Άιρτον πήγε στο νοσοκομείο να γνωρίσει και από κοντά τον νέο του φίλο. Μίλησαν για τους αγώνες, την καριέρα του στην Ιταλία, τη ζωή γενικότερα και του έδωσε ελπίδα για το μέλλον. Τι παράδοξο, ο νεαρός τότε Ιταλός θα ζούσε περισσότερο... Έτσι, κάθε φορά που ερχόταν ο καιρός για το γκραν-πρι της Ίμολα τα επόμενα χρόνια, ο Άιρτον πάντα επισκεπτόταν τον Μάσιμο, κάτω από άκρα μυστικότητα, ενώ ηχογραφούσε και νέα μηνύματα, αφού οι γιατροί αργότερα είχαν ξαναβάλει τον νεαρό σε τεχνητό κώμα. Λίγες μέρες πριν το τελευταίο του γκραν-πρι, ο Άιρτον επισκέπτεται και για τελευταία φορά τον Μάσιμο. Το τελευταίο μήνυμα που ηχογράφησε δε, είχε σκοπό να του το παραδώσει ο ίδιος μετά τον αγώνα, για να του αφιερώσει και τη νίκη. Ο Μάσιμο βλέπει τον αγώνα στην τηλεόραση και 7 στροφές μετά την πράσινη σημαία, βλέπει και για τελευταία φορά τον φίλο του. Ο Άιρτον σήμερα είναι εδώ μαζί μας αλλά ο Μάσιμο έχει ακόμη τους δικούς του αγώνες μπροστά του, χάρη στον Άιρτον», είπε ο άντρας και μετά σήκωσε το βλέμμα ψηλά, κοιτάζοντας αόριστα. «Θα ανταμώσουν ξανά πολλά χρόνια μετά, 2 Μαρτίου του 2015. Ο Μάσιμο τότε θα είναι 43 ετών».

 

 

 

 

                                  -20-

             29/30 Απριλίου 1994: Ο Ρούμπενς και ο Ρόλαντ

 

Ο Άιρτον αισθάνεται ότι βρίσκεται κοντά στην κορυφή, παρότι η ομίχλη είναι ακόμη εξαιρετικά πυκνή. Έχει αρχίσει να κουράζεται και διστακτικά ανοίγει ακόμη μια πόρτα. Βρίσκεται στην Ίμολα. «Μα τι...», προσπάθησε να σκεφτεί όμως μπροστά από τα μάτια του περνάει στριγκλίζοντας μια Τζόρνταν. «Ο Ρούμπενς», είπε σιγά. Παρακολουθεί το μονοθέσιο να κάνει τον γύρο του και καταλαβαίνει ότι βρίσκεται στα δοκιμαστικά της Παρασκευής. Σε μια από τις πολλές ευθείες αγγίζει τα 250 χλμ/ώρα και πλησιάζει τη στροφή Βαριάντε Μπάσα. Πατάει το κερμπ λίγο πιο «βαθιά» απ' ότι χρειάζεται και το μονοθέσιο εκτοξεύεται κυριολεκτικά στον αέρα. Ο Άιρτον παρακολουθεί χωρίς ανάσα. Η Τζόρνταν του συμπατριώτη του καρφώνεται στο πάνω μέρος του προστατευτικού φράγματος με τα λάστιχα, πετάγεται ξανά στον αέρα σαν χαρτόκουτο και τελικά προσγειώνεται σε μια άμορφη μάζα μετάλλου. Αυτός ο Βραζιλιάνος τη γλίτωσε πολύ φτηνά.

 

 

Παρακολουθεί τον εαυτό του για πολλές ώρες να προσπαθεί να βάλει τις -εκεί- σκέψεις του σε μια σειρά και ταυτόχρονα να επιχειρεί μάταια να βάλει και τις -εδώ- σε μια υποψία λογικής συνέχειας. Το μόνο που καταφέρνει παρακολουθώντας ξανά μπροστά του εκείνη την Παρασκευή, είναι να αισθανθεί το ίδιο ακριβώς ζοφερό συναίσθημα που είχε και αυτή τη στιγμή. Κάτι δεν πάει καθόλου καλά. «Ούτε εδώ, ούτε εκεί», σκέφτηκε. Όλα θα γινόντουσαν πολύ χειρότερα στην ακριβώς απέναντι πόρτα, στο Σάββατο.

 

Εδώ κορίτσια τα πράγματα είναι που αρχίζουν και σοβαρεύουν», είπε με ένταση ο μαυροφορεμένος άντρας και συνέχισε περιγράφοντας όσα έβλεπε μπροστά του και όσα αισθανόταν ο Άιρτον εκείνο το μαύρο σαββατοκύριακο. «Είναι τα επίσημα δοκιμαστικά του γκραν-πρι. Ένας 34χρονος Αυστριακός οδηγός, ο Ρόλαντ Ράτσενμπεργκερ, μετά από προσπάθειες ετών και μόλις λίγους μήνες πριν, έχει εξασφαλίσει την πρώτη του παρουσία στη Φόρμουλα 1 με τη Σίμτεκ. Για αυτόν όμως, το τρίτο γκραν-πρι της ζωής του δεν θα ξεκινήσει ποτέ. Ένα πρόβλημα στην μπροστά αεροτομή, οδηγεί το μονοθέσιο του Αυστριακού στην έξοδο και την πρόσκρουση στον τοίχο με ταχύτητα 314 χλμ./ώρα. Τα τραύματα που υπέστη ήταν βαρύτατα και ο θάνατός του σχεδόν ακαριαίος. Όλοι οι οδηγοί και οι ομάδες φυσικά βρίσκονται σε σοκ, υπάρχουν διαβουλεύσεις επί διαβουλεύσεων, όμως αποφασίζεται το γκραν-πρι να διεξαχθεί κανονικά. Προφανώς, ένα παραλίγο θανατηφόρο ατύχημα την Παρασκευή και ένα θανατηφόρο δυστύχημα το Σάββατο, δεν ήταν αρκετά για τους διοργανωτές», είπε ο άντρας και παρατήρησε τα κορίτσια να έχουν χαμηλώσει το βλέμμα.

 

 

 

Όλο το Σάββατο, όπως και την Παρασκευή αλλά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, ο Άιρτον το πέρασε με πρωτόγνωρα για αυτόν συναισθήματα. Εδώ βλέπει τον εαυτό του να παρακολουθεί σαν άγαλμα τη μεταφορά του Αυστριακού εκτός πίστας. Τον βλέπει να κλαίει και να ζητά από οποιονδήποτε μπορούσε να κάνει κάτι, την αναβολή του αγώνα, ώστε να μην χρειαστεί να μπει σε αυτή τη διαδικασία, αυτή τη δοκιμασία. Βλέπει τον εαυτό του να έχει ξανά και ξανά αυτό το προμήνυμα που δεν τον άφηνε σε ησυχία...»

 

Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά σε αυτό το μέρος και ο Άιρτον Σένα το ήξερε εδώ και χρόνια.

 

                                  -21-

                 1η Μαΐου, 1994: Πρωί

 

Ο άντρας ξυπνάει προσεκτικά τη φωτιά που είχε αρχίσει ξανά να πέφτει σε λήθαργο και συνεχίζει: «Είναι το πρωινό της Πρωτομαγιάς του 1994. Ο Άιρτον έχει μόλις ξυπνήσει και υποδέχεται την αδερφή του στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Πίνουν τον καφέ τους στο μπαλκόνι και αυτός καταφεύγει στη Βίβλο. Διαβάζει ένα συγκεκριμένο σημείο που τον στιγματίζει. Εκεί είναι που πείθεται ότι θα λάμβανε στη ζωή του το μεγαλύτερο δώρο όλων, το οποίο ήταν ο ίδιος ο Θεός». Παύση. «Σύντομα...», σκέφτεται και κοιτά προς τη σκάλα. «Σίγουρα».

 

              1η Μαΐου 1994: Μεσημέρι

 

Λίγο αργότερα ο Άιρτον ετοιμάζεται και φεύγει για την πίστα. Φτάνοντας εκεί πια, όσοι τον γνωρίζουν προσωπικά, δεν τον έχουν ξαναδεί ποτέ τόσο σκεπτικό, τόσο προβληματισμένο, τόσο θλιμμένο, όσο αυτό το διήμερο. Στο καθιερωμένο μίτινγκ των οδηγών με τους μηχανικούς της Γουίλιαμς, όπου παρεμπιπτόντως τραβήχτηκε και η τελευταία του φωτογραφία με πολιτικά ρούχα, πριν μπει στην πίστα, η εικόνα του μιλάει από μόνη της για την ψυχοσύνθεσή του, στο φινάλε αυτού του τριημέρου».

 

 

Λίγη ακόμη ώρα μετά, ένας άλλος καλός του φίλος, ο γιατρός της Φόρμουλα 1, καθηγητής Σιντ Γουότκινς, τον πιάνει ξανά και του λέει το ίδιο ακριβώς πράγμα που του είπε και λίγο μετά την ανακοίνωση του θανάτου του Ράτσενμπεργκερ το Σάββατο: ''Άιρτον, είσαι τρεις φορές παγκόσμιος πρωταθλητής, είσαι ο πιο γρήγορος άνθρωπος στον κόσμο, γιατί δεν σταματάς; Σήμερα. Θα σταματήσω κι εγώ και θα πάμε μαζί για ψάρεμα''. Η απάντηση που έλαβε, δεν ήταν διαφορετική. Για τον Άιρτον, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική: ''Σιντ, δεν μπορώ να τα παρατήσω, όχι τώρα. Όσο υπάρχει αγώνας εκεί έξω, πρέπει να τρέξω''. Και έτρεξε...»

 

 

             1η Μαΐου 1994: Ώρα 13:50

 

Ανέβηκε λίγα ακόμη σκαλιά μέχρι να βρει τις επόμενες πόρτες. Φτάνοντας σε ένα ακόμη πλατύσκαλο, είδε την μία στα αριστερά του όμως δεξιά δεν υπήρχε τίποτα. Σηκώνοντας κι άλλο το βλέμμα ψάχνοντας προς τα πάνω για κάτι που ίσως του διέφευγε, μαρμάρωσε. Δεν θα μπορούσαν να είναι πάνω από 20-30 σκαλιά πιο ψηλά και ανάμεσα στην ομίχλη που σιγά σιγά αραίωνε, διέκρινε ξεκάθαρα τρεις ανθρώπινες φιγούρες να στέκονται ασάλευτες και να κοιτάζουν προς το μέρος του. Προσπάθησε να σκεφτεί κάτι που θα έβγαζε επιτέλους νόημα, όμως έστριψε πάλι το κεφάλι αριστερά, προς την τελευταία πόρτα που υπήρχε στο άμεσο οπτικό του πεδίο. Και την άνοιξε.

 

Εδώ τι θα δει;», ρώτησε ανυπόμονα το μεγαλύτερο κορίτσι.

Εδώ μικρή μου -και εσύ δώσε ιδιαίτερη προσοχή- είναι η στιγμή που σταματά να είναι άνθρωπος και γίνεται κάτι παραπάνω. Είναι εδώ που γράφεται το τελευταίο κεφάλαιο του παραμυθιού, ώστε να φτάσει σήμερα, σε λίγο, μπροστά μας», είπε ο άντρας με έναν γλυκό τόνο που δεν συνήθιζε.

 

 

Παρατηρώντας τον εαυτό του να ντύνεται νωχελικά και να βγαίνει αργά και διστακτικά στην πίστα πηγαίνοντας προς το μπλε μονοθέσιο, ο Άιρτον δεν μπορεί να μην δώσει ιδιαίτερη έμφαση στο παντελώς κενό -σαν ξένο- βλέμμα του. Το κλίμα στην Ίμολα ήταν κάτι παραπάνω από συναισθηματικά φορτισμένο, τόσο για όλους τους υπόλοιπους όσο και για τον ίδιο. Ιδιαίτερα για τον ίδιο. Πλέον, η ψυχοσύνθεση του «μέσα» Άιρτον, ήταν απολύτως εναρμονισμένη με αυτή του «έξω». Ενώ κουμπώνει τη φόρμα του, βάζει μέσα από αυτή και μια κόκκινη-άσπρη σημαία. Κοιτάζοντάς τη έχει το ίδιο απροσδιόριστο μελαγχολικό βλέμμα και ακούει τον εαυτό του να ψελλίζει τρεις λέξεις.

 

«Για σένα φίλε».

 

 

Η βροχή που έπεφτε όλο το πρωί, ξαφνικά, ενώ πλησίαζε το μεσημέρι και η προγραμματισμένη για τις 14:00 ώρα έναρξης του αγώνα, σταμάτησε. Ο ουρανός καθάρισε και ο ήλιος έκανε την εμφάνισή του. Υπό φυσιολογικές συνθήκες αυτός θα ήταν ένας καλός οιωνός, όμως αυτή τη μέρα η αίσθησή του ήταν η ακριβώς αντίθετη. Βρίσκεται πια μέσα στο μονοθέσιο, στα πιτς. Λίγο πριν φορέσει το κράνος για να φύγει για το ζέσταμα, ένας φωτογράφος τον πλησιάζει και καταγράφει με τον φακό του αυτή ακριβώς την αίσθηση του Άιρτον.

 

 

Η δε τηλεοπτική κάμερα καταγράφει σε κοντινό πλάνο τις αντιδράσεις του για περίπου 30 δευτερόλεπτα. Αυτό το μισό λεπτό, είναι ό,τι χρειάζεται κανείς για να καταλάβει πώς αισθανόταν ο Άιρτον αυτό το τριήμερο. Για να καταλάβει αν βαθιά μέσα του ήξερε ότι κάτι -πέρα από αυτό τον κόσμο- τον έχει αγκαλιάσει και δεν πρόκειται να τον αφήσει. Ότι ο μαυροφορεμένος άντρας τον παρακολουθεί και τον περιμένει πίσω από κάποια στροφή.

 

 

            1η Μαΐου, 1994: Ώρα 14:00

 

Πράσινο φως. «Φύγαμε, χρειάζομαι αυτό το γκραν-πρι αν θέλω να έχω ελπίδες να πιάσω τον Σουμάχερ. Γαμώτο αυτός είναι από τους πραγματικά καλούς...», σκέφτεται ο Άιρτον. Μια στιγμή μετά όμως, κίτρινη σημαία. Ο Πορτογάλος Πέδρο Λαμί έχει συγκρουστεί με τον Φινλανδό, Τζέι Τζέι Λέτο κατά την εκκίνηση και τα θραύσματα που πετάγονται προς όλες τις κατευθύνσεις τραυματίζουν ελαφρά και λίγους θεατές. «Δεν ξέρω πόσους οιωνούς χρειάζονται αυτοί εδώ οι τύποι για να σταματήσουν επιτέλους αυτόν τον αγώνα», σκέφτεται, όμως ταυτόχρονα ξέρει ότι είναι πλέον πολύ αργά. Οι υπεύθυνοι της πίστας χρειάζονται λίγα λεπτά για να την καθαρίσουν από τα μέρη των δύο μονοθεσίων που πετάχτηκαν. Οι οδηγοί συνεχίζουν τους γύρους πίσω από το αυτοκίνητο ασφαλείας. Περίπου ένα τέταρτο αργότερα, δίνεται το ΟΚ και στην όψη της πράσινης σημαίας, ο Άιρτον πετάει για τον προτελευταίο γύρο του.

 

Τον γύρο του θριάμβου του.

 

            1η Μαΐου, 1994: Ώρα 14:16

 

Η Γουίλιαμς του Σένα βρυχάται και πίσω της η Μπένετον του Σουμάχερ απαντά στριγγλίζοντας. Οι δυο τους κοντράρονται για τελευταία φορά, σε μια κόντρα που τα επόμενα χρόνια θα μπορούσε σίγουρα να εξελιχθεί στην κορυφαία της Ιστορίας. Ο Άιρτον προηγείται για χιλιοστά του δευτερολέπτου και ψάχνει το οποιοδήποτε κενό, το οποιοδήποτε ρίσκο, το οποιοδήποτε πλεονέκτημα θα μπορούσε να βρει. Βρίσκεται στον 7ο γύρο, πλησιάζει τη στροφή Ταμπουρέλο με σχεδόν 300 χλμ/ώρα και...»

 

«Μπαμ».

 

 

 

Ο Άιρτον κοπάνησε και έκλεισε την πόρτα με όση δύναμη μπόρεσε να συγκεντρώσει. Ύστερα, τον έπιασε κάτι που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα μπορούσε να περιγραφεί ως κρίση πανικού, ωστόσο στην πραγματικότητα ήταν ένα μείγμα απορίας, προβληματισμού, απογοήτευσης, θλίψης και μελαγχολίας. Συν τον εξαιρετικά έντονο πονοκέφαλο που εδώ και αρκετή ώρα είχε κάνει την εμφάνισή του.

 

            1η Μαΐου, 1994: Ώρα 14:17

 

Και κάπως έτσι κορίτσια, φτάσαμε στο τώρα. Με κορόιδεψε πολλές φορές ο άτιμος. Πάντα είχε τον τρόπο του να με προσπερνά. Υποθέτω σε αυτό το κομμάτι είναι ο καλύτερος που θα υπάρξει ποτέ. Όμως τώρα, απλά τελείωσε η τύχη του. Απλά ήρθε η ώρα. Ξέρετε, ποιο είναι το εντυπωσιακό;» ρώτησε ο άντρας περιμένοντας το διπλό αρνητικό νεύμα για να συνεχίσει: «Δεν έχει κανένα άλλο χτύπημα στο σώμα του, ούτε καν μελανιά. Η γωνία πρόσκρουσης του μονοθεσίου στον τοίχο ήταν τέτοια που η ανάρτηση τον χτύπησε ακριβώς στο κέντρο του κεφαλιού. Λίγα εκατοστά πάνω, λίγα εκατοστά δίπλα ή κάτω, ο μπαγάσας θα είχε βγει πάλι περπατώντας από την πίστα και εγώ θα συνέχιζα τον ήσυχο μεσημεριανό μου ύπνο».

 

                                  -22-

 

Ο Άιρτον πάντα παρέμενε αδιασάλευτος μπροστά στον κίνδυνο, σπάνια εμφανιζόταν κάτι που τον σόκαρε, που τον φόβιζε. Αυτή τη φορά όμως, ενώ έστριβε το βλέμμα μακριά από την τελευταία πόρτα, το πρόσωπό του δεν ήταν το ίδιο. Το μόνο που υπήρχε ζωγραφισμένο πάνω σε αυτό το γλυκό πρόσωπο ήταν το saudade. Το «σαουντάτζι». Αυτή η βραζιλιάνικη εκδοχή μιας αβάπτιστης, αινιγματικής ανάγκης της ψυχής, μιας μη μεταφράσιμης έννοιας, η οποία δημιουργήθηκε από έναν λαό για να περιγράψει ένα μελαγχολικό συναίσθημα νοσταλγίας και απώλειας για κάτι που πέρασε ή που πιθανώς δεν θα έρθει ποτέ. Εκεί όπου η απόλυτη ευτυχία και χαρά εναγκαλίζεται την απόλυτη μελαγχολία και θλίψη, ήταν το σύνορο που ζούσε η ψυχοσύνθεση του Άιρτον. Αυτή η νοσταλγία για όλα όσα θα μπορούσαν αλλά δεν θα έρθουν, αυτό το βλέμμα, ήταν το saudade προσωποποιημένο. Αποθεωμένο.

 

 

Και να πάρει, κάτι τον ενοχλούσε πραγματικά! Είχε αρχίσει να πονάει ακόμη περισσότερο το κεφάλι του. Λίγο από πάνω και λίγο στο πίσω μέρος. Και σαν να μην έβλεπε και πολύ καλά... Με μια αποφασιστική κίνηση έλυσε το λουρί και έβγαλε το κίτρινο κράνος. Πήρε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης, έβαλε το χέρι πάνω από το δεξί μάτι και ένιωσε την υγρή ζέστη.

 

«Αίμα;»

 

Έστριψε το κεφάλι αριστερά, μετά δεξιά, μετά ξανά μπροστά. Ανέβηκε κάμποσα σκαλιά. Τώρα προσπαθούσε να δει μόνο με το αριστερό μάτι. Έστω κι έτσι ήταν σίγουρος ότι δεν υπήρχαν άλλες πόρτες. Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχουν πόρτες όμως, υπήρχε κενό. Σκοτάδι. Περνώντας είδε ότι ήταν αδιέξοδα. Λίγα ακόμη σκαλιά. Πλησιάζοντας, είδε καθαρά μια μικρή αυλή με την άγνωστη παρέα που τον περίμενε. Και πιο πέρα, κάπου στο βάθος, στο τέλος ενός ακόμη διαδρόμου, κάτι σαν... μια ακόμη πόρτα, με ένα μεγάλο ρολόι να κρέμεται απειλητικά ακριβώς από πάνω -σαν να αιωρείται στο κενό. Ήταν μια πελώρια, χρυσοποίκιλτη, δίφυλλη πόρτα! Μια εξαιρετικά παράξενη πόρτα, που δεν είχε ξαναδεί όμοιά της.

 

Ανέβηκε ένα ακόμη σκαλί. Πλησιάζοντας τον μαυροφορεμένο άντρα και τα δύο κορίτσια, άκουσε μια φωνή.

-«Άιρτον!». Ξαφνιάστηκε και γύρισε το κεφάλι προς ένα από τα αδιέξοδα. Μια γνώριμη φιγούρα. -«Ρόλαντ! Είσαι όντως εσύ φίλε μου; Τι κάνεις;»

-«Είμαι... στεναχωρημένος. Δεν περίμενα να σε δω τόσο γρήγορα! Χαίρομαι που σε βλέπω βέβαια, αλλά να... Περιμένω κι εγώ να μπω σε λίγο, θα τα πούμε μέσα. Τώρα καταλαβαίνω γιατί δεν μπορούμε να προχωρήσουμε όλοι οι υπόλοιποι...». Ο σγουρομάλλης άντρας χαμογέλασε.

 

 

Θέλω επίσης να σε ευχαριστήσω πολύ που με θυμήθηκες, που θέλησες να με τιμήσεις μετά τον αγώνα, έστω κι αν.... Σε ευχαριστώ φίλε που ακόμη και τώρα κουβαλάς μαζί σου την πατρίδα μου».

 

Ο Άιρτον, όπως συνέβαινε και όλες τις προηγούμενες ώρες, δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τί ακριβώς άκουγε. Έβαλε το χέρι διστακτικά μέσα στη φόρμα του και... τι στην ευχή... ένα κομμάτι πανί βρισκόταν εκεί. Το έβγαλε διστακτικά. Μια κόκκινη-άσπρη σημαία.

 

 

Μόνο που υπήρχε και πολύ ακανόνιστο, πιο σκούρο κόκκινο επάνω στο λευκό μέρος. Κοίταξε τη σημαία, κοίταξε τον φίλο του. Πραγματικά δεν ήξερε αν και τι έπρεπε να απαντήσει.

-«Ναι, υποθέτω θα τα πούμε μέσα», είπε. Ενώ είχε ήδη σηκώσει το πόδι για να κάνει το επόμενο βήμα, ο Ρόλαντ μίλησε ξανά.

-«Συγνώμη, επειδή κρυώνω λίγο, μήπως πήρε κάπου το μάτι σου τα γάντια μου; Κάπου τα παράτησα πάλι...» είπε και φύσηξε λίγο ζεστό αέρα στα δάχτυλά του.

 

 

-«Όχι φίλε, λυπάμαι», απάντησε ο Άιρτον και κοίταξε προς το μέρος του. «Υποθέτω κάνει λίγο κρύο», σκέφτηκε και προχώρησε.

 

                                  -23-

 

Ετοιμάσατε τα δώρα σας;», ρώτησε ο άντρας κοιτώντας την πιο μικρή στα μάτια. Αυτή έστριψε το κεφάλι προς τα πίσω και έδειξε την άκρη του τραπεζιού, γνέφοντας καταφατικά.

 

Είχε φτάσει. «Επιτέλους, στην κορυφή», σκέφτηκε ο Άιρτον. Παρατήρησε μια αυλή που σαν να αιωρούνταν στην κορυφή ενός βουνού, ένα τραπέζι με τέσσερις καρέκλες, ένα πέτρινο τζάκι και ένα πελώριο δέντρο στο κέντρο. Λίγα μέτρα μπροστά, στεκόταν ένας απροσδιορίστου ηλικίας, μαυροφορεμένος άντρας με μακριά άσπρα μαλλιά και σκληρά χαρακτηριστικά, μαζί με δύο όμορφα νεαρά κορίτσια με λευκά φορέματα, δίπλα του. Χαμογελούσαν και οι τρεις. Χαμογέλασε αμήχανα και αυτός. Πλησίασε.

 

Ο άντρας άπλωσε το χέρι του και μίλησε με μια βαθιά φωνή: «Ώστε εσύ είσαι λοιπόν που μας έκανες άνω-κάτω σήμερα. Η αιτία της αργοπορίας όλων! Υποθέτω αυτό είναι το προνόμιο του να έχεις φίλους... ψηλά!», είπε και χαμογέλασε ακόμη πιο έντονα. «Καλωσόρισες!»

Εεε... ναι... υποθέτω έχω αρκετούς φίλους», απάντησε ο Άιρτον και άπλωσε κι αυτός το χέρι.

Γεια, είμαι ο...»

Καλωσόρισες Άιρτον», είπαν χορωδιακά τα δύο κορίτσια.

Έσφιξε τα χέρια και με τους τρεις και έπειτα ρώτησε διστακτικά το προφανές κοιτώντας τον άντρα.

Εσείς... ποιοι είστε;»

Η όψη του άντρα άλλαξε στιγμιαία. Ο Άιρτον δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ένιωσε ότι ο άνθρωπος που είχε μπροστά του σκεπάστηκε πλήρως από μια σκοτεινή αύρα, σαν να τον έβλεπε μέσα από ένα λεπτό πέπλο μαύρου καπνού. Αισθάνθηκε ξανά αυτό το νοσηρό συναίσθημα.

Εγώ; Εγώ φίλε μου είμαι ο Θαν...». Κόμπιασε. Έψαξε προσεκτικά τα επόμενα λόγια του. «Ας πούμε ότι εγώ είμαι ο Θρύλος σου. Είμαι αυτός που θα φροντίσει να μην ξεχαστείς ποτέ. Αυτός που θα φροντίσει να μείνεις για πάντα πρώτος».

Γαμώτο. Τότε εσύ είσαι σίγουρα φίλος μου!», είπε ο Άιρτον και η παρέα γέλασε ταυτόχρονα.

 

 

Και δε μου λες, πώς ακριβώς θα το καταφέρεις αυτό;» συνέχισε ο Άιρτον και σήκωσε το ένα φρύδι.

Μα φυσικά με τη βοήθεια του άμεσου συνεργάτη μου. Ο Χρόνος είναι αυτός που μας βοήθησε σήμερα. Ο Χρόνος είναι αυτός που θα βοηθήσει τον Θρύλο σου να μείνει για πάντα ζωντανός».

Και που βρίσκεται σήμερα; Δεν θα μας κάνει την τιμή;»

Α, όχι. Αυτός έχει περισσότερες υποχρεώσεις από όλους μας. Μην ανησυχείς όμως. Είναι εδώ μαζί μας κατά κάποιο τρόπο. Βρίσκεται παντού ταυτόχρονα και παίρνει όποια μορφή θέλει. Για παράδειγμα, όταν θα είσαι πια 60 ετών, 26 Πρωτομαγιές αργότερα, θα κάθεται στο γραφείο του, δακρυσμένος και θα φαντάζεται τη γνωριμία μας τη σημερινή μέρα. Θα θυμάται την ιστορία σου, θα θυμάται την πορεία σου μέχρι να φτάσεις εδώ και πριν ξαναφύγεις. Θα φροντίζει όλοι όσοι δεν σε ξέρουν, να μάθουν ποιος είσαι και από τι είσαι φτιαγμένος».

 

 

Θα ξαναφύγω;», ρώτησε διστακτικά ο Άιρτον.

Ξέρεις, Άιρτον... άνθρωποι σαν εσένα δεν μένουν καιρό ανάμεσα στους υπόλοιπους».

 

                                  -24-

 

-«Θα ήθελες να μείνεις λίγες ώρες μαζί μας, για φαγητό; Θα θέλαμε πολύ να ακούσουμε την ιστορία σου...», είπε το μεγαλύτερο από τα δύο κορίτσια και άπλωσε το χέρι της. Ο Άιρτον της έδωσε απαλά το δικό του.

Ελάτε, πάμε να καθίσετε και να τα πείτε. Θα πρέπει να είσαι πολύ κουρασμένος, έτσι δεν είναι;», ρώτησε ο άντρας και όλοι μαζί ξεκίνησαν να περπατούν προς το τραπέζι.

Κουρασμένος; Φίλε αισθάνομαι σαν να πέρασε μια ζωή ολόκληρη απ' όταν ξεκίνησα να ανεβαίνω...»

Ναι συμβαίνει αυτό. Ο χρόνος στη σκάλα κυλά διαφορετικά».

Εσύ δεν θα κάτσεις μαζί μας;», ρώτησε ο Άιρτον.

Όχι. Τα κορίτσια θα σου κρατήσουν συντροφιά. Εγώ έχω... πράγματα να κάνω», είπε αόριστα ο άντρας και συνέχισε: «Ελπίζω μόνο κάποια στιγμή να εμφανιστεί και η τρίτη της παρέας».

Τώρα που το σκέφτομαι, τα κορίτσια... τα κορίτσια δεν μου είπαν τα ονόματά τους», είπε ο Άιρτον και τα κοίταξε εναλλάξ.

 

Είχαν φτάσει μπροστά στο τραπέζι. Ο Άιρτον κοίταξε με θαυμασμό τα αντικείμενα που βρίσκονταν πάνω του. Το λευκό κερί τον υποδέχθηκε με τη φλόγα του να ζωηρεύει. Τα δύο κορίτσια σταμάτησαν στην άκρη του τραπεζιού και άρχισαν να περιεργάζονται κάτι που δεν μπορούσε να διακρίνει. Ο Άιρτον είχε και πάλι διάθεση για χιούμορ.

Τρώγονται όλα αυτά εκεί πάνω;», είπε χαμογελαστός και γύρισε να κοιτάξει προς τον άντρα. «Μα τι στο...». Πίσω του δεν υπήρχε απολύτως τίποτα.

 

Οι δύο κοπέλες είχαν πλέον στραφεί ξανά προς αυτόν. Τον κοιτούσαν χαμογελαστά. Τον πλησίασε η πρώτη, η μεγαλύτερη από τις δύο.

Άιρτον, εγώ είμαι η Ιστορία. Είμαι αυτή που θα φροντίσει να έχεις πάντα μια μοναδική θέση ανάμεσα στους ανθρώπους. Σε παρακαλώ αποδέξου το δώρο μου», είπε και άπλωσε τα χέρια. Κρατούσε ένα μαθητικό τετράδιο. Συνέχισε. «Σήμερα δεν το γνωρίζεις, όμως χάρη σε σένα πολλά παιδιά θα καταφέρουν να ζήσουν, θα μορφωθούν, θα έχουν τη δική τους ευκαιρία για μια καλή ζωή». Ο Άιρτον αποδέχθηκε στοργικά το δώρο του προσπαθώντας και πάλι να επεξεργαστεί όσα άκουγε.

 

 

 

Τον πλησίασε και το δεύτερο κορίτσι.

Άιρτον, εγώ είμαι η Ζωή. Είμαι αυτή που σε βοήθησε να πετύχεις όσα θέλησες να πετύχεις, στον χρόνο που είχες διαθέσιμο». Άπλωσε και αυτή τα χέρια, μόνο που αυτό που κρατούσε, ο Άιρτον δεν ήξερε ακριβώς τι ήταν. Μια παράξενη συσκευή, που του θύμισε σωσίβιο. «Σήμερα δεν το γνωρίζεις, όμως χάρη σε σένα πολλοί άνθρωποι θα παραμείνουν ασφαλείς και θα έχουν τη δική τους ευκαιρία να πετύχουν όσα πέτυχες και εσύ».

 

 

Αυτό θα ήταν χρήσιμο σήμερα», είπε μια ψιλή, γλυκιά φωνή.

Ο Άιρτον και τα δύο κορίτσια γύρισαν αστραπιαία τα κεφάλια προς την πηγή της. Πίσω από τη μεγάλη βελανιδιά, ξεπρόβαλε ένα μικρό κορίτσι. Σίγουρα νεαρότερο από τα άλλα δύο, αλλά ποιος ήταν σίγουρος για αυτό;

Επιτέλους», είπε το μεγαλύτερο από τα άλλα δύο. «Είχαμε αρχίσει να πιστεύουμε ότι θα πρέπει να φωνάξουμε πάλι τον παππού».

Όχι, εδώ είμαι. Εδώ ήμουν όλη την ώρα», είπε η νέα της παρέας.

Θα με συστήσετε;», ρώτησε μάλλον περιπαικτικά ο Άιρτον.

Τα τρία κορίτσια γέλασαν. Η Ιστορία μίλησε. «Όχι, δεν χρειάζεται, αυτή σε γνωρίζει πολύ καλά. Βασικά και οι τρεις μας, αλλά ειδικά αυτή».

Δεν έχεις όνομα εσύ;», ρώτησε ο Άιρτον.

Έχω», απάντησε η μικρή και συνέχισε βιαστικά κοιτώντας τις άλλες δύο. «Τελικά, θα μαζέψετε επιτέλους το τραπέζι για να καθίσουμε;»

Νευρική και άμεση. Τη συμπαθώ ήδη», είπε ο Άιρτον χαμογελώντας και κοίταξε προς τις άλλες δύο. Η Ζωή μίλησε.

Ω, Άιρτον. Όχι. Δεν φαντάζεσαι καν πόσο τη... συμπαθείς. Ξέρεις, σε μια άλλη ζωή, αν είχες πραγματικά χρόνο να τη γνωρίσεις, θα ήξερες ότι κάπως έτσι θα ήταν η κόρη σου. Προς το παρόν, θα είναι αυτή που θα αναλάβει να σε ξεναγήσει στη συνέχεια. Ο δικός μας ρόλος θα τελειώσει εδώ. Αυτή θα συνεχίσει μαζί σου, θα σε βοηθήσει να περάσεις την πύλη», είπε και έδειξε. Ο Άιρτον κοίταξε ξανά την παράξενη πόρτα, χωρίς ακόμη να καταλαβαίνει τι υπήρχε πάνω της.

Και γιατί ειδικά αυτή;» ρώτησε ο Άιρτον.

Έτσι συμβαίνει εδώ. Εγώ και η Ιστορία πάντα υποδεχόμαστε εδώ όσους ανεβαίνουν, όμως δεν συνεχίζουμε. Στη συνέχεια, καθέναν τον οδηγεί και διαφορετικό κορίτσι κάθε φορά. Πίστεψέ με, είμαστε πολλές. Και αυτή που θα αναλάβει αυτή την υποχρέωση, είναι αποκλειστικά αυτή που επιλέγει και το πότε θα εμφανιστεί. Αν θα εμφανιστεί δηλαδή. Ειδικά η συγκεκριμένη που είναι πάντα βιαστική για να συνεχίσει», είπε η Ζωή δείχνοντας τη μικρούλα και συνέχισε: «Κάποιες φορές, δεν εμφανίζεται καμία και τότε αναλαμβάνει ο παππούς».

 

                                  -25-

 

Τις επόμενες ώρες, η παρέα την πέρασε στο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Αφού πρώτα έφαγαν ένα γεύμα που ο Άιρτον δεν είχε ξαναδεί όμοιό του, τους είπε ξανά την ιστορία του. Τον άκουσαν με όλη την προσοχή και τον ρώτησαν κάθε λεπτομέρεια, δείχνοντας να απολαμβάνουν κάθε στιγμή. Διάολε και αυτός σίγουρα το διασκέδασε με την ψυχή του! Συμπάθησε και τα τρία κορίτσια για την προσοχή, τον σεβασμό, την καλοσύνη και την κατανόηση που του έδειξαν. Ειδικά όμως τη μικρότερη από τις τρεις. Ναι, με αυτή έδειξε να συνεννοείται σε ένα διαφορετικό επίπεδο. Ήταν και αυτή ευθύς και απόλυτος χαρακτήρας. Έδειξε να κατανοεί τα πάντα για τη ζωή του. Να γνωρίζει λεπτομέρειες και συναισθήματα που δεν θα μπορούσε κανείς άλλος να γνωρίζει. Συχνά πυκνά μάλιστα συμπλήρωνε ακαριαία όλα όσα διηγούνταν ο Άιρτον, σαν να τον καταλάβαινε απόλυτα, στον απόλυτο πυρήνα της ύπαρξής του. «Σίγουρα θα ήθελα να είναι έτσι η κόρη μου», σκέφτηκε και φαντάστηκε το μέλλον. Το χαμόγελο με το μελαγχολικό βλέμμα είχε επιστρέψει.

 

 

«Αυτό ήταν», είπε ξαφνικά η μικρή της παρέας. «Πρέπει να ετοιμαστούμε, έχει περάσει η ώρα», συνέχισε και κοίταξε τον Άιρτον. Αυτός με τη σειρά του κοίταξε τα άλλα δύο κορίτσια που παρέμειναν αμίλητα.

Και τώρα τι δηλαδή;» ρώτησε ο Άιρτον.

Τώρα, είναι η ώρα για την επόμενη διαδρομή σου. Έλα σήκω», είπε και σηκώθηκε και αυτή καλώντας τον με βιαστικές κινήσεις των χεριών, ενώ είχε ήδη αρχίσει να προχωρά προς την αρχή του τελευταίου διαδρόμου.

Σηκώθηκε αργά και διστακτικά. Αφού έβαλε την καρέκλα του στη θέση της, γύρισε προς τα άλλα δύο κορίτσια που επίσης είχαν σηκωθεί ταυτόχρονα.

Ευχαριστώ πολύ για το φαγητό και την παρέα. Χάρηκα πολύ που σας γνώρισα. Ελπίζω... ελπίζω να σας ξαναδώ», είπε ο Άιρτον και χαμογέλασε αμήχανα. Ύστερα έκανε μεταβολή.

Μην ανησυχείς για αυτό», είπε το ένα από τα δύο κορίτσια, αλλά ο Άιρτον δεν κατάλαβε ποιο. Πήγε να πιάσει το κίτρινο κράνος που ήταν προσεκτικά ακουμπισμένο στην άκρη του τραπεζιού.

Δεν θα το χρειαστείς αυτό», είπε η ανυπόμονη της παρέας. «Μπορείς όμως να πάρεις τα δώρα σου», πρόσθεσε.

 

 

Ο Άιρτον κοίταξε το κίτρινο κράνος. Το αγαπημένο του κίτρινο κράνος. Το ακούμπησε απαλά για μια τελευταία φορά, πήρε τα δώρα του και προχώρησε προς το κορίτσι. Αυτό είχε ήδη απλώσει το χέρι του.

Βιαστική είσαι! Θες μήπως να παραβγούμε ως την πόρτα;» τη ρώτησε και γέλασε, δείχνοντας προς το βάθος του διαδρόμου.

Δε νομίζω ότι το αποτέλεσμα θα ήταν αυτό που νομίζεις», απάντησε ξερά το κορίτσι και τον κοίταξε.

Τελική ευθεία λοιπόν. Έτοιμος;»

Η ειδικότητά μου, δεσποινίς».

 

Η μικρή έκανε το πρώτο αποφασιστικό βήμα και κάπως έτσι ξεκίνησαν. Αυτή μπροστά, αυτός ένα βήμα πίσω. Ένα βήμα μετά το άλλο, ο Άιρτον προσπαθούσε ξανά να καταλάβει τι συνέβαινε γύρω του. Στο βάθος έβλεπε πιο καθαρά την μεγάλη πόρτα, όμως γύρω του υπήρχε κάτι παράδοξο. Δεν ήταν κάτι που είχε ξαναδεί ποτέ. Οι τοίχοι ήταν σαν φτιαγμένοι από φως, όμως η αίσθηση που του δινόταν ήταν ότι κινείται μέσα σε έναν σκοτεινό διάδρομο και η μόνη πηγή φωτός έρχεται από την πόρτα μπροστά του. Προσπάθησε ανυπόμονα να κινηθεί λίγο πιο γρήγορα για να περάσει μπροστά από τη μικρή, όμως κατάλαβε γρήγορα τι εννοούσε νωρίτερα.

«Γαμώτο, σβέλτη είναι αυτή», σκέφτηκε. «Σίγουρα θα μπορούσε να είναι κόρη μου».

 

Ο Άιρτον κοντοστάθηκε. Όσο πλησίαζαν τη φωτεινή πόρτα, το ίδιο παράδοξο συναίσθημα. Φως και σκοτάδι ταυτόχρονα. Μελαγχολία και αισιοδοξία. Κοίταξε προς τα πίσω. Στην αυλή δεν υπήρχε πια κανείς. Προσπάθησε να φέρει στη μνήμη του όλα όσα είχαν προηγηθεί, όμως ελάχιστα πράγματα κατάφερε να θυμηθεί. Το βλέμμα του έμεινε για λίγο πάνω στο λευκό κερί. Κοίταξε βαθιά μέσα στη φλόγα και εκείνη τη στιγμή είναι που αισθάνθηκε ότι όλα θα πάνε καλά.

 

Γύρισε ξανά το βλέμμα εμπρός και ακολούθησε το κορίτσι που πλέον τον τραβολογούσε κανονικά. Περπάτησαν. Αυτή μπροστά, αυτός ένα βήμα πίσω.

 

Η φλόγα του κεριού τρεμόπαιξε για μια τελευταία φορά.

 

                                  -26-

              1η Μαΐου, 1994: Ώρα 18:36

 

-«Έλα επιτέλους, πάμε!» είπε απότομα το κορίτσι και χαμογέλασε κάπως επιτηδευμένα. Ήταν πραγματικά πανέμορφο. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι πάνω από την πόρτα. Ο δείκτης των δευτερολέπτων είχε μόλις περάσει το 12. Κλικ μετά το κλικ, πλησίαζε το επόμενο λεπτό.

Θα αργήσουμε, δεν έχουμε πολύ χρόνο ακόμη» συμπλήρωσε γρήγορα και του τράβηξε το χέρι με δύναμη. Ο Άιρτον διατηρούσε ακόμη τις αμφιβολίες του. Τον τράβηξε ξανά, ακόμη πιο δυνατά αυτή τη φορά.

Έλα, πάμε να τα πείτε. Σε περιμένει δίπλα του. Θα σου λυθούν όλες τις απορίες...».

Απορίες; Ποιος με περιμένει; Τι να πούμε; Γιατί τώρα; Γιατί έτσι; Γιατί μαζί σου. Από απορίες άλλο τίποτα...», σκέφτηκε ο Άιρτον και χαχάνισε. «Και γιατί ρε γαμώτο δεν με αφήνεις να περάσω μπροστα;!»

 

Η τελευταία ερώτηση έμεινε ως σκέψη. Η τελευταία σκέψη. Πάντα η πρώτη σκέψη. Αποφάσισε ότι είχε κουραστεί ακόμη και για να διαφωνήσει. Και αυτό, για τον συγκεκριμένο τύπο, έλεγε πάρα πολλά. Ήταν μεγάλη και κουραστική η ανάβαση μέχρι εδώ. Και γρήγορη. Και επικίνδυνη. Πολλά τα σκαλιά, πολλές οι πόρτες. Οι ιστορίες. Παρ' όλα αυτά, τα περισσότερα από όσα είχε δει στη διαδρομή, τον έκαναν χαρούμενο. Του άφησαν στην ψυχή ένα γεμάτο συναίσθημα αγαλλίασης. Το γνώριζε αυτό το συναίσθημα. Ήταν αυτό που τον συνόδευε από εκείνο το απόγευμα του '88 στην Ιαπωνία, όταν μετά την καρό σημαία σήκωσε τα μάτια προς τα πάνω.

 

Όταν Τον είδε για πρώτη φορά.

 

 

Αποφάσισε να αφήσει επιτέλους το φρένο -όχι ότι δυσκολεύτηκε ποτέ. Σήκωσε ακαριαία το πόδι και ακολούθησε το κορίτσι μέσα στον υπόλοιπο απροσδιόριστα φωτεινό διάδρομο. Έκαναν λίγα αποφασιστικά βήματα πριν ο Άιρτον κοντοσταθεί ξανά. Μάζεψε όσο κουράγιο του είχε απομείνει, έσφιξε λίγο τα δόντια κι έπειτα ξαναμίλησε.

 

Τα άλλα δύο κορίτσια, η Ιστορία και η Ζωή με χαιρέτησαν, με αγκάλιασαν με αγάπη και με τίμησαν με τα δώρα τους. Όμως ακόμη δεν ξέρω καν ποια είσαι εσύ! Ούτε καταλαβαίνω αν χαίρεσαι που με βλέπεις ή αν είσαι στεναχωρημένη. Θα σε ακολουθήσω αλλά... Γαμώτο δεν πρέπει να ξέρω τουλάχιστον ποια με οδηγεί;» ρώτησε και χαμογέλασε με ειλικρίνεια στο ξαφνιασμένο κορίτσι.

 

Μέχρι αυτή τη στιγμή το βλέμμα της παρέμενε ουδέτερο. Σαν να επέβλεπε όλα όσα συνέβαιναν. Σαν να ήξερε ότι ήταν δική της η ευθύνη για όλα, τα καλά και τα κακά. Ούτε χαρά, ούτε θλίψη. «Σαουντάτζι» και για το κορίτσι. Και μόνο ο ρεαλισμός της στιγμής. Όχι πια όμως. Κοιτώντας τον με αγάπη, ένα δάκρυ βιάστηκε από το δεξί της μάτι. Το σκούπισε γρήγορα, βρήκε την αυτοκυριαρχία της και απάντησε στον ίδιο αινιγματικό τόνο.

Ξέρεις... δεν συναντιόμαστε πρώτη φορά σήμερα. Σε όλη σου τη ζωή ήμουν εκεί, στο πλευρό σου. Θα μου λείψεις...». Ξαναγύρισε το βλέμμα μπροστά. Λίγα ακόμη μέτρα μέσα στην εκκωφαντική σιωπή.

 

 

Πλησιάζοντας, μπορούσε πια να διακρίνει ξεκάθαρα τί ακριβώς συνέβαινε με την πελώρια χρυσοποίκιλτη πόρτα. Πάνω της βρισκόταν γραμμένο κάθε λογής παράξενο μήνυμα! Όχι ακριβώς γραμμένο όμως. Σαν κάποιος να βρισκόταν από μέσα και να χάραζε με φως λέξεις πάνω στο ξύλο. Κάποιες από τις λέξεις του θύμιζαν αόριστα κάτι, κάποιες τις έβλεπε για πρώτη φορά. Μόνο που για κάθε μήνυμα, για καθεμιά από αυτές τις φράσεις που προσπαθούσε να διαβάσει, με το που έστρεφε το βλέμμα του επάνω τους, εξαφανίζονταν. Καμία δεν έμενε σταθερή. Σαν να άλλαζαν συνεχώς με κάποιο μαγικό τρόπο ανά λίγα δευτερόλεπτα. Και για κάποιο λόγο, ούτε μπορούσε να πάρει τα μάτια του από τα μηνύματα, ούτε όμως προλάβαινε να διαβάσει κάτι συγκεκριμένο. Κοντοστάθηκε ξανά για λίγο και προσπάθησε με πείσμα να διαβάσει κάτι. Ένιωσε και πάλι τη δυσφορία του κοριτσιού, μεγαλύτερη από ποτέ. Τον κοίταξε, την κοίταξε, αλλά δεν μίλησαν. Υποχώρησε ξανά στο τράβηγμά της.

 

Πίσω στην αυλή, ο μαυροφορεμένος άντρας που είχε επιστρέψει πλησίασε το τζάκι και κοντοστάθηκε. «Σίγουρα είναι μια από αυτές τις μέρες», μονολόγησε και έσφιξε τα χείλη. Ύστερα, γονάτισε και ακούμπησε με προσοχή το κίτρινο κράνος που κρατούσε, στο κέντρο της φλόγας, ξαφνιάζοντάς τη. Μια ριπή αέρα χτύπησε την αυλή. Αυτή τη φορά, το λευκό κερί εγκατέλειψε την προσπάθεια.

 

Ενώ απέμεναν μόλις 4-5 μέτρα ως την πόρτα, αυτή άρχισε να ανοίγει με ένα μακρόσυρτο τρίξιμο και το φως όρμηξε προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο Άιρτον σκέβρωσε πια τελείως τον λαιμό του προσπαθώντας να διαβάσει κάτι γνώριμο, όσο προλάβαινε πριν ανοίξουν εντελώς τα φύλλα της. Το βλέμμα του πάγωσε πάνω σε οκτώ λέξεις. Οκτώ λέξεις γραμμένες στη μητρική του γλώσσα.

 

Nada pode me separar do amor de Deus. «Τίποτα δεν μπορεί να με χωρίσει από την αγάπη του Θεού».

 

 

Κατάλαβε αμέσως τι του θύμισαν και τα μάτια του άστραψαν.

Μα ναι! Είναι από τις επιστολές του Απόστολου Παύλου στους Ρωμαίους! Το πρωί τις διάβαζα!», φώναξε στο κορίτσι.

Όταν τους ρώτησε: τί, λοιπόν, μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού;»

Και τελικά;», έκανε αδιάφορα το κορίτσι.

Υποθέτω, αυτή εκεί πέρα είναι η απάντηση», απάντησε και έδειξε το μήνυμα, λίγο πριν η πόρτα ανοίξει διάπλατα και ο ίδιος στρέψει ξανά το βλέμμα μπροστά, χαμογελαστός.

 

Φτάνοντας πια στο κατώφλι της, ο Άιρτον δεν έβλεπε απολύτως τίποτα. Το κεφάλι του μάτωσε ξανά και ένιωσε το πηχτό υγρό να τρέχει πάνω από τα μάτια στο πρόσωπό του. Ένα τελευταίο απαλό τράβηγμα του κοριτσιού ώστε να σταθούν ο ένας δίπλα στον άλλο.

 

Ύστερα, έκαναν ένα τελευταίο βήμα πιασμένοι χέρι-χέρι και λίγο πριν χαθούν μέσα στο φως, άκουσε.

 

Ένας ξερός ήχος που μέσα στην απόλυτη ησυχία έμοιασε με κεραυνό.

 

Κλικ. 18:37.

 

Αμέσως μετά, τον αγκάλιασε και η πιο επικίνδυνα γλυκιά φωνή του κόσμου. «Ταχύτητα».

 

-«Το όνομά μου είναι Ταχύτητα».

Stairway to Heaven: Η μέρα που ο Θεός επέστρεψε σπίτι
EVENTS