Αφού ολοκλήρωσε τη διεθνή επαγγελματική του καριέρα στο ράγκμπι, ο Χρήστος Φιωτάκης αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τις σπουδές του ξεκινώντας τη δική του επιχείρηση και είχε για χρόνια ως βασικούς «πελάτες» αθλητές του μηχανοκίνητου αθλητισμού, αλλά και την πριγκίπισσα του Μονακό.
Το 2019 ήρθε η γνωριμία με τον Στέφανο και παρότι δεν ήταν «μόνιμος» γυμναστής του κορυφαίου Έλληνας τενίστα, πάντα υπήρχαν κάποια σύντομα... περάσματα από την ομάδα του, κυρίως χάρη στη συνεργασία του με την εθνική ομάδα.
Τα πράγματα, όμως, άλλαξαν από φέτος και ο Φιωτάκης είναι ο fitness coach του Στεφ, οπότε θα τον βλέπουμε στο box του 25χρονου τενίστα σε όλα τα τουρνουά.
Ο πρώτος του σταθμός ως «επίσημο» μέλος της ομάδας του Τσιτσιπά ήταν η Αυστραλία και εκεί τον συνάντησε το SDNA.
Όπως θα δείτε, οι βλέψεις του για τον Στέφανο είναι μεγάλες και, μάλιστα, προβλέπει ότι τα αποτελέσματα της δουλειάς τους θα φανούν πολύ σύντομα. Παραδέχεται ότι ήταν «εμφανής» η πτώση του Στέφανου από το περασμένο καλοκαίρι, δεσμεύεται ότι θα δούμε φέτος έναν άλλο παίκτη και εξηγεί γιατί ο Νο.10 τενίστας φάνηκε στο παρελθόν να χάνει τη διάθεσή του.
Ας αφήσουμε, όμως, τον ίδιο να μιλήσει!
- Κατ' αρχάς, πώς βρέθηκες στο Μόντε Κάρλο;
«Έπαιζα επαγγελματικά ράγκμπι και είχα αγωνιστεί στη Γαλλία και την Αγγλία. Όταν πλέον ήμουν 30 αναρωτήθηκα τι θα έκανα στη ζωή μου, πόσα χρόνια θα μπορούσα να κάνω ακόμα πρωταθλητισμό. Παρότι είχα προτάσεις να παίξω στο ιταλικό και το ισπανικό πρωτάθλημα, αποφάσισα να ανοίξω την επιχείρησή μου ως γυμναστής στη Νότια Γαλλία. Είχα τελειώσει τις σπουδές μου δέκα χρόνια πριν, στο UCLA - έχω σπουδάσει Sport Science και ειδικότητά μου ήταν κυρίως Strength and Conditioning. Όταν τελείωσα τις σπουδές μου, πέρα από τον εαυτό μου, βοήθησα πολύ και συναθλητές μου στο ράγκμπι στο να μεγιστοποιήσουν την απόδοσή τους. Κάτι που δεν έχει να κάνει μόνο με προπόνηση, είναι ένα σφαιρικό πράγμα, που έχει να κάνει με τη διατροφή, με συμπληρώματα, αποκατάσταση, με όλα».
- Και πώς έγινε η «μετάβαση» στον χώρο της Formula 1;
«Όταν εγκαταστάθηκα στο Μονακό άρχισα να δουλεύω αρχικά με έναν μικρό κύκλο ανθρώπων, που ήταν κυρίως σπόνσορες της ομάδας ράγκμπι και μετά από περίπου 1,5 χρόνο είδε πώς δούλευα ο πιλότος της Formula 1 Φελίπε Μάσα. Και μου είπε "αυτή τη στιγμή δεν έχω γυμναστή, θα ήθελα να ξεκινήσουμε δοκιμαστικά να δουλεύουμε μαζί". Πράγματι, ξεκινήσαμε δοκιμαστικά και μετά από τέσσερις μήνες μου έγινε πρόταση να δουλέψω για τη Ferrari, μαζί με τον Φελίπε. Δούλεψα μαζί του 1,5 χρόνο στη Ferrari και μετά ο Φελίπε έφυγε από τη Ferrari και με πήρε μαζί του στη Williams. Συνέχισα εκεί για τρία-τέσσερα χρόνια και μετά αποφάσισα ότι δεν ήθελα να είμαι στον χώρο των motorsports, ότι ήθελα να είμαι με περισσότερους αθλητές. Είπα στον Φελίπε ότι θα παρέμενα προπονητής του, αλλά θα ήμουν στο Μονακό και πως θα παίρναμε κάποιον φυσιοθεραπευτή, που θα έκανε όλα τα υπόλοιπα, αυτά που έκανα κι εγώ. Διότι όταν είσαι με έναν οδηγό της Formula 1 του κρατάς σημειώσεις, πας μαζί του για να του φτιάξεις το φαγητό, τον ετοιμάζεις, του κάνεις το stretching, το warm-up και είσαι μαζί του, του κρατάς την ομπρέλα, το νερό. Κατά τη διάρκεια του αγώνα είσαι αυτός που δέχεται εντολές από τον πύργο και τις παρουσιάζεις μπροστά στον οδηγό κάθε φορά που περνάει. Όταν είσαι εκεί, λοιπόν, δεν βλέπεις καν τον αγώνα. Γιατί σε κάθε lap προσπαθείς να πάρεις πληροφορίες. Αποφάσισα να μην το κάνω πλέον αυτό και δεν ξέρω πώς συνέβη, αλλά όταν είσαι παθιασμένος με κάτι, δουλεύεις σωστά και αγαπάς αυτό που κάνεις και το μόνο που σε νοιάζει είναι να γίνεσαι καλύτερος κάθε μέρα, εμφανίζεται μπροστά σου η ευκαιρία. Και σε εκείνη τη φάση που σταμάτησα, έφτασε η καριέρα μου στο peak, ήρθαν στην ομάδα μου άλλοι έξι οδηγοί! Μου έφεραν τον Λεκλέρκ όταν ήταν παιδάκι, 15-16 ετών και τότε ξεκίνησα να δουλεύω και με την πριγκίπισσα του Μονακό. Μετά ήρθε ο Αντρέας Μίκελσεν, ο Τιερί Νουβίλ, ο Λούκας ντι Γκράσι, ο Ζερόμ ντ' Αμπρόσιο. Είχα και κάποιους οδηγούς που έκαναν WEC (World Endurance Championship). Έφτασα σε κάποια φάση να έχω δέκα αθλητές motrosports και παράλληλα δούλευα πάρα πολύ με την πριγκίπισσα του Μονακό. Ήταν το peak της καριέρας μου, ήταν η στιγμή που απογειώθηκα!».
- Τι έκανες, δηλαδή, με την πριγκίπισσα;
«Επειδή ήταν ολυμπιονίκης στην κολύμβηση, είναι πολύ δραστήρια στον αθλητισμό. Διοργανώσαμε μαζί φιλανθρωπικούς αγώνες και μπήκα και στο ίδρυμά της - ο Στέφανος είναι πρεσβευτής στο ίδρυμά της. Είμαι γυμναστής και προπονητής στην ομάδα ράγκμπι και, μάλιστα, κερδίσαμε στο Ντουμπάι φέτος».
- Και κάπου εκεί, στο peak της καριέρας σου, ήταν που γνώρισες τον Στέφανο;
«Τον Στέφανο τον γνώρισα μία εβδομάδα πριν κερδίσει για πρώτη φορά τη Μασσαλία το 2019. Είχε μια σειρά αποτυχημένων αποτελεσμάτων τότε μετά τον πρώτο ημιτελικό στο Australian Open. Toν έφερε σε εμένα στο Μονακό ο πατέρας του, γνωριστήκαμε και μου είπε ο Απόστολος ότι ήταν πολύ κουρασμένος ψυχολογικά, ότι σωματικά είχε κάνει burnout. Και μου είπε ότι ήθελε να κάνουμε λίγη γυμναστική, λίγο στίβο που του άρεσε. Θυμάμαι ότι ήταν Πέμπτη και θα έκανε πρεμιέρα στη Μασσαλία την Τετάρτη. Κάναμε την πρώτη μέρα ποδήλατο, stretching και την επόμενη στον στίβο πέταγε. Και είπα στον Απόστολο ότι δεν ήταν κουρασμένος, ότι είχε απλά φρικάρει, ότι δεν ήθελε να παίξει τένις. Συνεχίσαμε την γυμναστική μέχρι να πάει στο τουρνουά και με κάλεσαν να πάω μαζί τους. Επειδή είχα δουλειά δεν μπόρεσα, αλλά δεσμεύτηκα ότι αν ήταν μέσα στη διοργάνωση την Παρασκευή θα πήγαινα και έτσι έγινε. Πήγα και το Σάββατο στα ημιτελικά και στον τελικό είχα πάρει μαζί και τη μικρή κόρη μου που ήταν τριών, μαζί με τον πεθερό μου. Και έχω φωτογραφία που είναι ο Απόστολος με τη Νεφέλη, τη μεγάλη μου κόρη, μαζί με το κύπελλο και την ελληνική σημαία. Ήταν η πρώτη φορά που δουλέψαμε μαζί».
- Από τότε συνεργαζόσασταν περιστασιακά, έτσι δεν είναι;
«Επειδή εγώ δούλευα με άλλους αθλητές, όποτε με χρειαζόταν κάποιες εβδομάδες πήγαινα πάντα μαζί του και έχουμε κάνει κάποιες προετοιμασίες μαζί. Όταν είχε πάει στον τελικό του Roland Garros, είχαμε κάνει μαζί προετοιμασία στη Λιόν. Απλά είχε τη δική του ομάδα. Ο Απόστολος πάντα ήθελε να συνεργαστώ μαζί τους, αλλά οι Γάλλοι δεν ήταν και πολύ θετικοί. Επειδή, λοιπόν, υπήρχε συμφωνία μαζί τους, δεν ήθελαν να χαλάσουν τη σχέση. Μπορεί να ήταν και λάθος τους. Δεν λέω ότι εκείνοι ήταν κακοί επαγγελματίες, απλά δεν ταίριαζαν στο κλίμα της ομάδας. Πήγαμε και στους Ολυμπιακούς Αγώνες μετά με τον Στεφ και ήμασταν λίγο άτυχοι, θα μπορούσαμε να είχαμε πάει λίγο καλύτερα. Όλες τις μέρες μας κάναμε προπόνηση σε κλειστό γήπεδο γιατί ήμασταν seeded και παίξαμε δύο ματς σε κλειστό, γιατί έβρεχε κιόλας, και μετά παίξαμε έξω με 40 βαθμούς, εκείνη τη μέρα που πήραν την Μπαδόσα με καροτσάκι. Κέρδισε το πρώτο σετ κόντρα στον Ουμπέρ και μετά έχασε τα άλλα δύο, το ένα στο τάι μπρέικ».
- Από τη φετινή σεζόν, όμως, είσαι μόνιμο μέλος της ομάδας του Στέφανου. Θα δουλεύεις full-time;
«Ναι, full-time. Πέρυσι ήμουν για πολύ λίγο μαζί τους, διότι είχα κάποια άλλα συμβόλαια. Μπόρεσε να τους ακολουθήσω μόνο στο Davis Cup. Έχω δώσει μια προθεσμία και στον εαυτό μου και σε εκείνους, έχω πει ότι αν δεν μπορέσω να φέρω τα αποτελέσματα που θέλω μέχρι το Roland Garros, θα παραιτηθώ! Θέλω να τον δω να παίζει καλύτερο τένις, το να κερδίζεις ή να χάνεις είναι άλλη υπόθεση. Το θέμα είναι να ανεβάσουμε το τένις του, να το κάνουμε πιο δυνατό».
- Πώς τον βλέπεις αυτή τη στιγμή; Είναι από τους δυνατούς αθλητές του tour;
«Έχω δει ότι αρχίζει να ανεβαίνει. Προσπαθώ να τον χτίσω σιγά-σιγά σωματικά από την αρχή. Υπήρχε ένα μικρό κενό, που μπορούσαν όλοι να το δουν από το US Open series και μετά. Και πριν από αυτό, νομίζω ότι ήταν εμφανές από το Wimbledon. Φαινόταν ένας παίκτης άτονος, ένας παίκτης που δεν ήθελε να τρέξει, να παίξει. Δεν ήθελε να μείνει στα ράλι... Θέλουμε να γίνει από τους πιο δυνατούς και νομίζω ότι μπορεί να είναι ο πιο fit και αθλητικός παίκτης. Είναι ένας αθλητής ύψους 1.96, αλλά ο τρόπος που κινείται δείχνει πόσο αθλητικός είναι. Στο ύψος του δε νομίζω να υπάρχει άλλος που να μπορεί να κινηθεί έτσι, να έχει αυτή την έκρηξη. Είναι ένας παίκτης που χρειάζεται πολλή δύναμη για να παίζει, διότι παίζει επιθετικό τένις. Και χρειάζεται να νιώσει τα πόδια του, να νιώσει όλη αυτή την ενέργεια να περνάει από το σώμα του στη ρακέτα. Με το vibe που είχε στην ομάδα, δεν είχε όρεξη να κάνει γυμναστική, ήθελε απλά να παίξει τένις. Μπορεί να ήταν σωστοί επαγγελματίες και να ήξεραν τι έκαναν, όμως μερικές φορές το πιο σημαντικό είναι ένας προπονητής ή ένας γυμναστής να είναι και παιδαγωγός. Ένας αθλητής θέλει και λίγη ψυχαγωγία. Είναι η δουλειά, αλλά πρέπει να υπάρχει και ψυχαγωγία. Πρέπει κάποιος να του περάσει τι πρέπει να κάνει και να του δώσει κίνητρο για να γίνει καλύτερος. Είναι σε καλό δρόμο».
- Φαντάζομαι ότι αρχικά σας εμπόδισε το πρόβλημα στη μέση του.
«Κάναμε τρομερή πρόοδο σε σύντομο χρονικό διάστημα. Βλέπω διαφορά κάθε μέρα. Η δουλειά που έχει βάλει νομίζω ότι θα φανεί πραγματικά από το Indian Wells και πέρα. Υπάρχει πολύ καλή ισορροπία, παρατηρούμε μικροπράγματα σε συνεργασία με τον Απόστολο και προσπαθούμε να τα αλλάξουμε, να του τα περάσουμε και μέσα από τη γυμναστική. Όχι μόνο μέσα από το τένις. Μικρές κινήσεις, μικρές μηχανικές αλλαγές που θέλουμε να κάνουμε στο σώμα του, Και αυτά είναι πράγματα που θέλουν χρόνο, δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη βιομηχανική της κίνησης σε μία εβδομάδα. Το θέμα είναι να είναι ανοιχτόμυαλος ο αθλητής και να δέχεται τις πληροφορίες με ηρεμία, χωρίς να θέλει να δει το άμεσο αποτέλεσμα. Και αυτό που θέλω για τον Στέφανο είναι να τον κάνω να μπορέσει να παίξει άλλα δέκα χρόνια υγιής. Δεν με νοιάζει να παίξει έναν χρόνο και μετά να μην μπορεί. Θέλω να έχει καλό motor control, να έχει καλή κινητικότητα, να έχει σωστό εύρος κινήσεων στο σώμα του και να είναι ένας πραγματικός all around αθλητής. Αν το κάνω αυτό, με αυτά τα skills που έχει, θα είναι ένας από τους καλύτερους τενίστες που θα έχουν βγει ποτέ. Είμαι σίγουρος γι' αυτό».
- Κάποιοι αναρωτούνται αν πραγματικά το θέλει πολύ. Εσύ που τον έχεις ζήσει από κοντά όλες αυτές τις εβδομάδες, τι έχεις να πεις για την όρεξη και τη διάθεσή του να πετύχει;
«Ο Στέφανος το θέλει πάρα πολύ, αλλά επειδή είναι τελειομανής, αν δει ότι αυτά που κάνει δεν βγαίνουν, δεν θα σταματήσει να τα κάνει αλλά δεν θα τα κάνει με όρεξη. Όταν ένας αθλητής είναι νούμερο 3, 5, 6, 7 και χρειάζεται ένα 5% για να φτάσει στην κορυφή, αυτό το 5% είναι τεράστιο, το πιο δύσκολο. Αυτό που δεν καταλαβαίνει κανείς είναι πόσο δύσκολη είναι η ζωή ενός αθλητή και πόσο δυσκολότερο είναι όταν μέσα στην ίδια του την ομάδα υπάρχει αμφισβήτηση. Και στα social και παντού να αμφισβητούν τον Απόστολο, να λένε πάρε τον έναν προπονητή, πάρε τον άλλο. Κανείς δεν είναι τέλειος, ποτέ. Ο Απόστολος, όμως, είναι ανοιχτός και προσπαθεί να μαθαίνει συνέχεια. Κανείς δεν θα νοιαστεί περισσότερο για εκείνον. Για μένα, το θέμα είναι να καθίσουμε κάτω, να δουλέψουμε με όρεξη και να υπάρξει ένα πλάνο, να έχουμε στόχους. Ξεκίνησε η χρονιά και χάσαμε κάποιους πόντους. Πρέπει να πούμε ότι θα κάνουμε σωστή προπόνηση εκεί και θα παίξουμε σε αυτά τα τουρνουά. Έκαναν λάθος πριν και νόμιζαν ότι με το να μαζέψει πόντους δεξιά και αριστερά θα έφτανε στην κορυφή».