Προσπαθήστε να το κάνετε εικόνα: Καλοκαίρι του 2013. Ο Λουίς Ντε Λα Φουέντε, στα 52 του χρόνια, μετράει 18 μήνες ανεργίας, μετά την τελευταία δουλειά του στην Αλαβές για λίγους μήνες το 2011. Το βιογραφικό του μόνο εντυπωσιακό δεν το λες. Μαζί με τον πρωινό καφέ του περιδιαβαίνει στο διαδίκτυο μέσω του προσωπικού του υπολογιστή και πέφτει πάνω σε μια «ψυχρή» αγγελία της RFEF, της ισπανικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας. Που ζητούσε βιογραφικά προπονητών για να δουλέψουν στις μικρές εθνικές ομάδες της Ισπανίας.
Τι σκεφτόταν τότε; Προφανώς όχι ότι 13 χρόνια αργότερα θα ήταν προπονητής της εθνικής ομάδας ανδρών και θα είχε καταγράψει στα τέσσερα χρόνια παρουσίας του μία κατάκτηση Euro, μία κατάκτηση Nations League, έναν τελικό Nations League και έναν τελικό Μουντιάλ. Θα ήταν τόσο αισιόδοξο, που θα λέγαμε ότι δεν θα μπορούσαν να το φανταστούν ούτε αυτοί που δημιούργησαν τον Τεντ Λάσο!
Η αλήθεια είναι πως ούτε το παρουσιαστικό του, ούτε η καριέρα του σαν παίκτης, ούτε τα επιτεύγματά του σαν προπονητής δημιουργούσαν προσμονή. Ένας… κυριούλης, γεννημένος το 1961 στη Λα Ριόχα, που μοιάζει περισσότερο με λογιστή ή διαχειριστή πολυκατοικίας παρά με βετεράνο ποδοσφαιριστή. Ένας βετεράνος παίκτης που έκανε καριέρα σαν αριστερός μπακ και αν πρέπει να του κολλήσει κάποιος έναν χαρακτηρισμό σαν ταμπέλα, αυτός θα ήταν «αξιόπιστος». Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Με ταβάνι την θητεία του στην Αθλέτικ Μπιλμπάο για μια εξαετία, όπου κέρδισε και τους δύο τίτλους πρωταθλητή της καριέρας του.
Σαν προπονητής δε, θα’ λεγε κανείς ότι πειραματίστηκε με τα νέα παιδιά, για μια πενταετία ήταν προπονητής στα τμήματα υποδομής της Σεβίλης και της Αθλέτικ Μπιλμπαο, αλλά η μεταπήδησή του στην Αλαβές το 2011 έδειχνε ότι ήθελε να δοκιμάσει και το επόμενο βήμα. Το οποίο ήταν πολύ σκληρό: Η θητεία του στη βασκική ομάδα κράτησε μόλις τρεις μήνες, με απολογισμό 4-4-3 και 15-13 γκολ. Όχι καταστροφικό, αλλά ούτε και εντυπωσιακό. Κι έπειτα… η λησμονιά. Το τηλέφωνο που δεν χτυπούσε. Μέχρι που ο ίδιος έστειλε mail με το βιογραφικό του και τελικά επιλέχθηκε να αναλάβει την εθνική K19 της Ισπανίας.
Μπίνγκο! Ακόμα κι αυτοί που τον επέλεξαν δεν θα περίμεναν τέτοια εξέλιξη. Η πορεία του Ντε Λα Φουέντε στις μικρές εθνικές ομάδες της Ισπανίας (κατέκτησε το Euro U19 το 2015, το Euro U21 το 2019, ενώ οδήγησε την Ολυμπιακή ομάδα της Ισπανίας στο ασημένιο μετάλλιο στους Αγώνες του Τόκιο το 2021) απέδειξε ότι ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση.
Γιατί; Ο Χεσούς Βαγέχο, αρχηγός της εθνικής Κ19 πρωταθλήτριας Ευρώπης το 2015, έχει πει ότι ο Ντε λα Φουέντε είναι ένας προπονητής που «ανθίζει» στις διοργανώσεις μικρής διάρκειας, επειδή ξέρει να δημιουργεί γρήγορα δεμένες ομάδες. Η απάντηση, λοιπόν, είναι σαφής: Ο Ντε Λα Φουέντε δεν είναι ο αυστηρός, απόμακρος και λιγόλογος εκλέκτορας, αλλά μια πατρική φιγούρα. Ένας… δημιουργός περιβάλλοντος. Εμπιστοσύνης, ηρεμίας και ανθρώπινων σχέσεων, τις οποίες οι περισσότεροι παίκτες δεν απολαμβάνουν πια ούτε μέσα στους συλλόγους τους, τόσο επαγγελματίες που’ χουν γίνει από πολύ μικρή ηλικία.
Αυτή η φιλοσοφία του τον βοήθησε για το επόμενο βήμα, την εθνική ανδρών. Η οποία είναι τελείως διαφορετική δουλειά από τις «μικρές» εθνικές. Ο ίδιος, πάντως, είχε ήδη γνωρίσει από μικρή ηλικία αρκετούς από τους ποδοσφαιριστές που αργότερα θα αποτελούσαν τον κορμό της εθνικής Ισπανίας. Όταν ανέλαβε τις μικρές εθνικές ομάδες, δεν είχε μπροστά του απλώς ταλέντα που έπρεπε να αξιολογήσει. Είχε παιδιά που μπορούσε να παρακολουθήσει στην πορεία τους και να καταλάβει την εξέλιξή τους.
Ο Ρόδρι είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Ο Ντε λα Φουέντε τον γνώριζε από την εφηβική του ηλικία και είχε διακρίνει στοιχεία ηγέτη πολύ πριν ο μέσος της Μάντσεστερ Σίτι γίνει ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές στον κόσμο.
Το ίδιο συνέβη με τον Φαμπιάν Ρουίθ, τον Μικέλ Μερίνο, τον Ουνάι Σιμόν και αρκετούς ακόμη παίκτες που πέρασαν από τις ομάδες νέων της Ισπανίας. Η φιλοσοφία του ήταν ότι μια εθνική ομάδα δεν χτίζεται μόνο με βάση τη φόρμα της στιγμής, αλλά μέσα από σχέσεις και εμπιστοσύνη που δημιουργούνται για χρόνια.
Το 2022, όταν μετά το Μουντιάλ του Κατάρ διακόπηκε η συνεργασία της Ισπανίας με τον Λουίς Ενρίκε, η κύρια ερώτηση που τριγυρνούσε στα (αδηφάγα και στην Ισπανία) social media ήταν «ποιος είναι αυτός»; Δεν ήταν ένας νέος Ρόμπερτ Μορένο, που είχε διαδεχτεί τον Λουίς Ενρίκε για να απολυθεί λίγους μήνες αργότερα, αλλά στην αρχή θεωρήθηκε ως μεταβατική λύση. Τα αποτελέσματα, όμως, έδωσαν μόνα τους την απάντηση. Η αποδοχή από τους ποδοσφαιριστές ήταν καθολική, η αίσθηση ομάδα που δημιουργήθηκε θύμιζε κάτι ακόμα πιο δεμένο σε σχέση και με την απόλυτα πετυχημένη εθνική του Ντελ Μπόσκε, και πλέον στα 48 παιχνίδια που έχει δώσει η «φούρια ρόχα» με αυτόν στον πάγκο την τελευταία τετραετία έχει χάσει μόνο τα δύο!