Το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου είναι η Μεγαλύτερη Ποδοσφαιρική Σκηνή, αλλά και ένα ζωντανό αρχείο του κόσμου όπως ήταν και όπως έγινε στην πορεία. Ένα σημείο όπου η ιστορία δεν γράφεται μόνο με μελάνι, αλλά με ιδρώτα, φόβο, προπαγάνδα, ελπίδα και, κάποιες φορές, σιωπή.
Στο MundoStories δεν θα σταθούμε στα προφανή. Δεν θα αναλύσουμε ξανά τα γκολ που έχουν χιλιοειπωθεί. Θα ψάξουμε τις άγνωστες ιστορίες, εκείνες που έμειναν στις παρυφές της μνήμης, γιατί δεν βόλευαν ή γιατί απλώς δεν φώναξαν αρκετά.
Ιστορίες ποδοσφαιρικές, αλλά και βαθιά ανθρώπινες. Ιστορίες πολιτικές, που κρύφτηκαν πίσω από σημαίες και ύμνους. Ιστορίες κοινωνικές, που εξηγούν γιατί μια νίκη μπορούσε να ενώσει ή να διχάσει έναν ολόκληρο λαό.
Με την ασφάλεια της χρονικής απόστασης, μπορούμε πλέον να δούμε καθαρότερα. Να αφήσουμε στην άκρη το θόρυβο της στιγμής και να κοιτάξουμε τα γεγονότα όπως πραγματικά ήταν. Η αντικειμενικότητα δεν είναι πολυτέλεια εδώ, είναι υποχρέωση διότι με αυτό τον τρόπο το παρελθόν αποκτά αξία στο σήμερα.
Αυτός είναι ο στόχος: να χτιστεί ένα αρχείο για όλους.
Ένα αρχείο που δεν θα φοβάται να θυμηθεί. Που δεν θα ωραιοποιεί. Που θα κρατά ζωντανές τις λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά ανάμεσα στον μύθο και την αλήθεια.
Γιατί το Μουντιάλ, τελικά, είναι οι στιγμές που θυμόμαστε, αλλά είναι και εκείνες που δεν μας έμαθαν ποτέ...
H αλαζονική Ευρώπη και ο διαιτητής με την ασφάλεια ζωής
Όταν τελείωσε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, το ποδόσφαιρο άρχισε να ξαναβρίσκει τον φυσικό του χώρο. Η FIFA υπήρχε ήδη από το 1904, όμως τώρα πια ωρίμαζε η μεγάλη ιδέα, ένα Παγκόσμιο Κύπελλο εθνικών ομάδων, μια διοργάνωση που θα έδινε στο άθλημα δική του παγκόσμια σκηνή και όχι μια θέση στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η πρώτη πράξη γράφτηκε το 1930 στην Ουρουγουάη, μια χώρα που δεν πήρε τυχαία τη διοργάνωση. Είχε προηγηθεί η κατάκτηση των ολυμπιακών τουρνουά του 1924 στο Παρίσι και του 1928 στο Άμστερνταμ, άρα το Μοντεβιδέο εξαργύρωνε ποδοσφαιρικό κύρος.
Η απόφαση αυτή, πάντως, δεν έγινε δεκτή με ενθουσιασμό στην Ευρώπη. Η «γηραιά ήπειρος» που είχε συνηθίσει να θεωρεί τον εαυτό της κέντρο του κόσμου αντιμετώπισε με ψυχρότητα το πρώτο Μουντιάλ και χρησιμοποίησε ως επιχείρημα την οικονομική κρίση που είχε ξεσπάσει το 1929 από τη Νέα Υόρκη και εξαπλωνόταν ήδη παντού. Οι ευρωπαϊκές ομοσπονδίες μίλησαν για υψηλό κόστος, για ταλαιπωρία, για τη μεγάλη απόσταση, για το βάρος ενός υπερατλαντικού ταξιδιού σε μια τόσο δύσκολη εποχή. Στην Ουρουγουάη, βέβαια, όλα αυτά ακούγονταν περισσότερο ως αλαζονεία παρά ως λογική επιφύλαξη. Οι διοργανωτές πίστευαν ότι η Ευρώπη αδυνατούσε να δεχτεί πως η πρώτη μεγάλη παγκόσμια ποδοσφαιρική γιορτή θα γινόταν μακριά από αυτήν.
Η απροθυμία ήταν τόσο έντονη, ώστε δύο μήνες πριν από τη σέντρα καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν είχε δηλώσει συμμετοχή. Τελικά χρειάστηκε η προσωπική παρέμβαση του προέδρου της FIFA, του Γάλλου Ζιλ Ριμέ, για να λυθεί ο κόμπος. Με τη δική του πίεση ταξίδεψαν τελικά στην Ουρουγουάη η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία, ενώ μαζί τους πήγαν και τέσσερις Ευρωπαίοι διαιτητές. Ο ίδιος ο Ριμέ μπήκε στο πλοίο με την αποστολή της Γαλλίας και με το τρόπαιο που αργότερα θα έφερε το όνομά του, σαν να ήθελε να εξασφαλίσει με την παρουσία του ότι αυτή η νέα διοργάνωση δεν θα γεννιόταν μισή.
Στο πρώτο εκείνο Μουντιάλ συμμετείχαν συνολικά 13 χώρες: η διοργανώτρια, επτά ακόμη λατινοαμερικανικές, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι τέσσερις Ευρωπαίοι που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα. Ο τελικός έγινε στις 30 Ιουλίου 1930 στο νεόδμητο Σεντενάριο, που πήρε το όνομά του από τα εκατό χρόνια του πρώτου συντάγματος της Ουρουγουάης. Εκεί, μπροστά σε μια χώρα που ζούσε την ιστορική της στιγμή, η Ουρουγουάη νίκησε την Αργεντινή με 4-2 και κατέκτησε το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο. Ακόμη και ο Βέλγος διαιτητής Τζον Λανζενί, πριν σφυρίξει τον τελικό, είχε ζητήσει ασφάλεια ζωής, μια λεπτομέρεια αποκαλυπτική για το πώς κοιτούσε τότε η Ευρώπη τη Λατινική Αμερική, Με δυσπιστία, φόβο και εκείνη τη γνωστή αποικιακή έπαρση που συχνά ντύνεται με τη μάσκα της «ανησυχίας».
Εκείνη τη στιγμή έμοιαζε πως το μέλλον του ποδοσφαίρου ανήκε στη Λατινική Αμερική. Η Ουρουγουάη ήταν πρώτη, η Αργεντινή δεύτερη, οι ΗΠΑ τρίτες με τη βοήθεια «αμερικανοποιημένων» Σκωτσέζων, ενώ οι δύο πρώτες ομάδες επανέλαβαν τις θέσεις που είχαν καταλάβει και στους Ολυμπιακούς του 1928. Όμως αυτή η αίσθηση υπεροχής δεν θα κρατούσε πολύ. Στην Ιταλία, το καθεστώς Μουσολίνι είχε ήδη καταλάβει κάτι που άλλοι είτε δεν έβλεπαν είτε υποτιμούσαν. Το ποδόσφαιρο μπορούσε να γίνει όργανο κύρους, πειθαρχίας, εθνικής προβολής και πολιτικής προπαγάνδας. Με απλά λόγια, μπορούσε να γίνει κράτος με παπούτσια και μπάλα.
Η προπαγάνδα του Μουσολίνι
Οι βάσεις είχαν ήδη μπει από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1920, όταν δημιουργήθηκε το πανεθνικό πρωτάθλημα της Serie A. Παράλληλα, η χώρα γέμιζε γήπεδα. Επιχειρηματίες χρηματοδοτούσαν έργα από τον βορρά ως τον νότο, έχοντας αντιληφθεί τη δυναμική του αθλήματος, ενώ το κράτος παρακολουθούσε, ενίσχυε και αξιοποιούσε. Το ποδόσφαιρο δεν ήταν πια ένα λαϊκό πάθος που έπρεπε να ελεγχθεί, ήταν μια σκηνή πάνω στην οποία το καθεστώς μπορούσε να παρελάσει.
Την ίδια ώρα, ο Μουσολίνι επιδόθηκε σε μια διαφορετική επιχείρηση: στη βελούδινη, αλλά απολύτως υπολογισμένη, προσάρτηση της ποδοσφαιρικής Λατινικής Αμερικής. Το όπλο ήταν το χρήμα. Η Ιταλία πρόσφερε αμοιβές που δύσκολα μπορούσαν να βρεθούν αλλού και προσέλκυε παίκτες υψηλής ποιότητας, ανεβάζοντας έτσι το επίπεδο των συλλόγων και, τελικά, της εθνικής της ομάδας. Η ανακοπή αυτού του ρεύματος προς την Ιταλία υπήρξε μάλιστα ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους το ποδόσφαιρο πέρασε στον επαγγελματισμό, κατά σειρά στην Αργεντινή, στην Ουρουγουάη και στη Βραζιλία από το 1931 έως το 1934. Ως τότε, οι αμοιβές δίνονταν σιωπηρά, σαν ένα κοινό μυστικό που όλοι γνώριζαν και κανείς δεν ομολογούσε.
Τυπικά, οι νεοφερμένοι έπρεπε να έχουν ιταλικές ρίζες. Στην πράξη, όταν η πραγματικότητα δυσκόλευε, η γραφειοκρατία γινόταν ευλύγιστη. Η ιδεολογία περί φυλής, καθαρότητας και εθνικής υπεροχής ήξερε να λυγίζει μπροστά στη σκοπιμότητα. Δεν ήταν δα και η πρώτη φορά που ένα αυταρχικό καθεστώς ανακάλυπτε ότι οι αρχές του παραμένουν ιερές μόνο μέχρι να εμφανιστεί η χρησιμότητα. Το «τα καλά και συμφέροντα» είχε τότε πολύ μεγαλύτερη πολιτική ισχύ από τις θεωρίες περί αίματος. Βέβαια, δεν ένιωθαν όλοι άνετα σε αυτό το περιβάλλον. Ο Ουρουγουανός Πέδρο Πετρόνε Σκαρβόνε, ένας εξαιρετικός επιθετικός με ισχυρό σουτ και τρομερή ταχύτητα, έφυγε από την Ιταλία μετά τη σεζόν 1931-32, παρότι είχε αναδειχθεί πρώτος σκόρερ του ιταλικού πρωταθλήματος με 37 γκολ για τη Φιορεντίνα. Μπορούσε να πλουτίσει, αλλά δεν άντεχε το κλίμα. Ήταν εξαίρεση. Για τους περισσότερους άλλους, η Ιταλία παρέμενε μια ποδοσφαιρική Εδέμ.
Το Μουντιάλ του 1934 ήταν πολιτική αποστολή. Ο Μουσολίνι ήθελε δύο πράγματα: να το φιλοξενήσει η Ιταλία και να το κερδίσει η Ιταλία. Το πρώτο επιτεύχθηκε το 1932, όταν η χώρα του επικράτησε της Σουηδίας στην ψηφοφορία, εντυπωσιάζοντας τη FIFA με τη δέσμευση να ξοδέψει πολλά χρήματα και με το δίκτυο των γηπέδων της. Όταν άρχισαν οι αγώνες, υπήρχαν διαθέσιμα οκτώ στάδια σε οκτώ διαφορετικές πόλεις. Το καθεστώς διαλαλούσε ότι ολόκληρο το έθνος θα «υποδεχόταν» το Κύπελλο, αλλά πίσω από αυτή τη γιορτινή πρόσοψη δούλευε μεθοδικά το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα.
Στο δεύτερο Παγκόσμιο Κύπελλο προκρίθηκαν 16 χώρες: 12 από την Ευρώπη, τρεις από την αμερικανική ήπειρο (Αργεντινή, Βραζιλία, ΗΠΑ) και η Αίγυπτος από τον υπόλοιπο κόσμο. Η Ουρουγουάη, κάτοχος του τίτλου, αρνήθηκε να συμμετάσχει ως απάντηση στο ιταλικό μποϊκοτάζ του 1930. Όλοι οι διαιτητές ήταν Ευρωπαίοι. Το σκηνικό ήταν φτιαγμένο έτσι ώστε η Ιταλία να κυριαρχήσει και στο χορτάρι και στον συμβολισμό.
Κυριάρχησε πράγματι από νωρίς. Στις 27 Μαΐου 1934, στο στάδιο του PNF στη Ρώμη, διέλυσε τις Ηνωμένες Πολιτείες με 7-1. Στην εξέδρα των επισήμων εμφανίστηκε ο Ντούτσε, που είχε φροντίσει μάλιστα να δώσει και το θέαμα του «απλού πολίτη», περιμένοντας δήθεν στην ουρά για να προμηθευτεί εισιτήριο. Μέσα στα γήπεδα, τα μέλη του κόμματος στις κερκίδες έστελναν το μήνυμα πως η εθνική ομάδα είχε πίσω της την πολιτική εξουσία, και οι πολίτες όφειλαν να πανηγυρίζουν σωστά, να σχολιάζουν προσεκτικά και, πάνω από όλα, να καταλαβαίνουν ότι το ποδόσφαιρο είχε πάψει να είναι αθώο. Πριν από κάθε ματς, οι παίκτες της «Σκουάντρα Ατζούρα» χαιρετούσαν φασιστικά και φώναζαν «Ιταλία, Ντούτσε», λες και το γήπεδο ήταν μαζί αρένα, στρατόπεδο και τελετουργικό υπακοής.
Τα πράγματα αγρίεψαν στα προημιτελικά με την Ισπανία στη Φλωρεντία. Η ατμόσφαιρα ταίριαζε σε ένα ματς που έμοιαζε περισσότερο με αναβίωση του βίαιου Calcio Fiorentino παρά με σύγχρονο ποδόσφαιρο. Ο Βέλγος διαιτητής Λουί Μπαρτ επέτρεψε υπέρμετρη σκληρότητα, οι Ιταλοί έπαιξαν αποφασιστικά, οι Ισπανοί απάντησαν, και το πρώτο παιχνίδι έληξε 1-1 μετά από παράταση. Το κόστος, όμως, ήταν τεράστιο. Στον επαναληπτικό της επόμενης ημέρας, η Ισπανία εμφανίστηκε αποδεκατισμένη, με επτά βασικούς παίκτες εκτός, τραυματίες ή εξουθενωμένους. Ανάμεσά τους ο Ισίτρο Λάνγκαρα και ο θρυλικός τερματοφύλακας Ρικάρντο Θαμόρα, που είχε τελειώσει το πρώτο ματς με σπασμένα πλευρά. Από ιταλικής πλευράς, η πιο βαριά απώλεια ήταν ο Μάριο Πιτσιόλο, με κάταγμα στο πόδι και τέλος στην καριέρα του με την εθνική.
Στον επαναληπτικό, πάντως, η κατάσταση ξέφυγε από τα όρια της «ανοχής» και πέρασε στη μεροληψία. Ο Ελβετός Ρενέ Μερσέ έκανε ό,τι μπορούσε για να ευνοήσει τους Ιταλούς, που νίκησαν με γκολ του Τζουζέπε Μεάτσα σε φάση με οφσάιντ και αντικανονική παρεμπόδιση του τερματοφύλακα. Δύο ισπανικά γκολ ακυρώθηκαν, με το δεύτερο μάλιστα να χάνεται για να δοθεί φάουλ υπέρ της ίδιας της Ισπανίας. Ήταν τόσο πρόδηλη η στάση του διαιτητή, ώστε η ελβετική ομοσπονδία τον τιμώρησε όταν γύρισε στη χώρα του. Συμπέρασμα; Στο Μουντιάλ του 1934 δεν έπρεπε να αφεθεί τίποτα στην τύχη.
Ούτε στα ημιτελικά. Στις 3 Ιουνίου στο Μιλάνο, η Ιταλία νίκησε 1-0 την πανίσχυρη Αυστρία, της «Wunderteam», ξανά με γκολ που αμφισβητήθηκε ως οφσάιντ, αυτή τη φορά από τον Αργεντινοϊταλό Ενρίκο Γκουαΐτα. Οι Αυστριακοί είχαν πολλά να καταλογίσουν στον Σουηδό διαιτητή Ίβαν Έκλιντ και στον βοηθό του, που δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον Μπαρτ. Οι φήμες ότι ο Έκλιντ είχε συναντηθεί με τον Μουσολίνι την προηγουμένη του αγώνα έδωσαν ακόμη πιο βαριά σκιά σε μια διοργάνωση ήδη φορτωμένη με υποψίες. Και σαν να μην έφτανε αυτό, στον άλλο ημιτελικό, ο Ιταλός διαιτητής Ρινάλντο Μπαρλασίνα στάθηκε με αξιοσημείωτη «συμπάθεια» απέναντι στους Τσεχοσλοβάκους απέναντι στη Γερμανία, λες και η επιλογή αντιπάλου για τον τελικό έπρεπε να γίνει κι αυτή με φροντίδα.
Στον τελικό της 10ης Ιουνίου με την Τσεχοσλοβακία, πάλι με διαιτητή τον Έκλιντ, η Ιταλία δυσκολεύτηκε πολύ. Οι αντίπαλοι άντεξαν, προηγήθηκαν και ανάγκασαν τους γηπεδούχους να περάσουν από παράταση μέχρι να πάρουν τη νίκη. Όταν τελικά ήρθε ο τίτλος, δεν δόθηκε μόνο το κανονικό τρόπαιο του Ζιλ Ριμέ, αλλά και ένα δεύτερο, πολύ μεγαλύτερο, η «Coppa del Duce». Ο θρίαμβος έπρεπε να έχει πρόσωπο, και αυτό το πρόσωπο δεν ήταν της ομάδας αλλά του καθεστώτος. Η Gazzetta dello Sport το έγραψε καθαρά: «Εμψυχωμένοι από την παρουσία του Ντούτσε, οι Ιταλοί παίκτες κατακτούν το παγκόσμιο πρωτάθλημα».
Το τηλεγράφημα του Χίτλερ και ο Μότσαρντ του ποδοσφαίρου
Στα χρόνια που ακολούθησαν, το ιταλικό ποδόσφαιρο έγινε ακόμη ισχυρότερο, ενώ η ανάγκη για λατινοαμερικανικές «ενέσεις» μειώθηκε. Η χώρα κέρδισε και το ολυμπιακό χρυσό το 1936 στο Βερολίνο, νικώντας 2-1 την Αυστρία. Κι ύστερα ήρθε το 1938, όταν η πολιτική πραγματικότητα στην Ευρώπη βάραινε πλέον πάνω από κάθε ποδοσφαιρικό σχέδιο.
Τον Μάρτιο εκείνης της χρονιάς, ο Χίτλερ βρισκόταν στο Λιντς, πανηγυρίζοντας για την προσάρτηση της Αυστρίας. Ευχαρίστησε τον Μουσολίνι με τηλεγράφημα, επειδή είχε αποδεχθεί ουσιαστικά από το 1936 το σχέδιο Άνσλους (σ.σ. η προσάρτηση). Την ίδια ώρα, στην Ιταλία άρχιζαν ήδη τα πρώτα διατάγματα κατά των Εβραίων, προαναγγέλλοντας το ζοφερό κλίμα που θα κορυφωνόταν με τους φυλετικούς νόμους. Όταν, λοιπόν, το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1938 ξεκινούσε στη Γαλλία, η Ευρώπη δεν ήταν ανήσυχη, ήταν μολυσμένη. Οι αγώνες θα γίνονταν σε μια χώρα που είχε γίνει καταφύγιο για δημοκράτες, εξόριστους και αντιφασίστες. Ήταν αδύνατο να μείνει το Μουντιάλ έξω από αυτή την ατμόσφαιρα. Και δεν έμεινε.
Στη διοργάνωση συμμετείχαν 15 ομάδες, όχι 16, επειδή η Αυστρία είχε πάψει να υπάρχει ως ξεχωριστό κράτος. Δώδεκα ομάδες ήταν ευρωπαϊκές, δύο από την αμερικανική ήπειρο (Βραζιλία και Κούβα) και οι Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, δηλαδή η σημερινή Ινδονησία, εκπροσωπούσαν τον υπόλοιπο κόσμο. Η Αργεντινή και η Ουρουγουάη μποϊκόταραν τη διοργάνωση επειδή είχε ανατεθεί ξανά σε ευρωπαϊκή χώρα, οι Βρετανοί συνέχιζαν να την περιφρονούν και η Ισπανία απουσίαζε λόγω του Εμφυλίου. Στη Ρώμη πίστευαν εύλογα πως η Ιταλία είχε μπροστά της ανοιχτό δρόμο. Στο Βερολίνο, πάλι, γεννήθηκαν ελπίδες ότι το Άνσλους θα ενίσχυε αποφασιστικά τη γερμανική ομάδα. Οι Γερμανοί πήραν πέντε Αυστριακούς, όχι όμως τον κορυφαίο όλων, τον Ματίας Ζίντελαρ, τον «Μότσαρτ του ποδοσφαίρου».
Ο Ζίντελαρ αρνήθηκε να φορέσει τη φανέλα της Γερμανίας, επικαλούμενος ηλικία και τραυματισμούς. Όμως λίγες ημέρες αργότερα, στις 3 Απριλίου 1938, έδειξε στο φιλικό της Βιέννης για τον εορτασμό του Άνσλους ότι ούτε τελειωμένος ήταν ούτε ακίνδυνος. Οι Γερμανοί ήθελαν ισοπαλία, ένα χλιαρό συμβολικό θέαμα. Εκείνος, αντίθετα, έκανε ό,τι ήθελε στο γήπεδο, αστόχησε ειρωνικά όταν μπορούσε να σκοράρει, κι έπειτα πέτυχε γκολ, το πανηγύρισε προκλητικά μπροστά στην εξέδρα των αξιωματούχων του Τρίτου Ράιχ και οδήγησε την Αυστρία στο 2-0. Δεν ξαναφόρεσε ποτέ γερμανική φανέλα. Στις 23 Ιανουαρίου 1939 βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στη Βιέννη μαζί με τη σύντροφό του Καμίλα Καστανιόλα. Η επίσημη εκδοχή μίλησε για δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα, δυστύχημα ή αυτοκτονία. Η υπόθεση έκλεισε γρήγορα. Κάποιες εποχές έχουν τον τρόπο να θάβουν όχι μόνο ανθρώπους, αλλά και τις ερωτήσεις.
Στο ίδιο Μουντιάλ, η Γερμανία απέτυχε παταγωδώς. Μετά το 1-1 με την Ελβετία, έχασε 4-2 στον επαναληπτικό και αποχώρησε, σε ένα φιάσκο που πλήγωσε το καθεστώς της. Η Ιταλία, αντίθετα, προχώρησε, αλλά όχι χωρίς πολιτική σύγκρουση. Στη Μασσαλία, πριν από τον αγώνα με τη Νορβηγία, οι παίκτες της άκουσαν συνθήματα και αποδοκιμασίες από αντιφασίστες Γάλλους και Ιταλούς. Στις κερκίδες συγκεντρώθηκαν περίπου 10.000 αντιφασίστες, κυρίως Ιταλοί πολιτικοί πρόσφυγες, και το γήπεδο μετατράπηκε σε ιδιότυπο συλλαλητήριο. Οι Ιταλοί απάντησαν όπως ήξεραν: με φασιστικό χαιρετισμό, και μάλιστα επαναλαμβανόμενο, ύστερα από εντολή του προπονητή Βιτόριο Πότσο. Η ομάδα ίδρωσε για να νικήσει 2-1 τους Νορβηγούς στην παράταση, όμως η ιστορία του αγώνα δεν ήταν το σκορ. Ήταν η επίδειξη πειθαρχίας μπροστά σε ένα εχθρικό πλήθος.
Μετά τη Μασσαλία, υπήρξε και παρέμβαση στην ενδεκάδα. Ο Τζόρτζιο Βακάρο, πρόεδρος της ομοσπονδίας, στρατιωτικός και στέλεχος του PNF, εξοργίστηκε με την απόδοση του Εράλντο Μοντσέλιο και απαίτησε από τον Πότσο να τον αντικαταστήσει με τον νεότερο Αλφρέντο Φόνι. Ο προπονητής αντέτεινε ότι ο Μοντσέλιο ήταν προσωπική προτίμηση του Μουσολίνι, που τον είχε και οικογενειακό σχεδόν φίλο. Τελικά ο Βακάρο ανέλαβε ο ίδιος την ευθύνη της αλλαγής. Το καθεστώς μπήκε και στα αποδυτήρια...
Στο προημιτελικό με τη Γαλλία, στις 12 Ιουνίου στο Κολόμπ, η πολιτική διάσταση έγινε εικόνα. Επειδή οι δύο ομάδες φορούσαν μπλε, έγινε κλήρωση και η Ιταλία όφειλε θεωρητικά να αγωνιστεί με τη λευκή δεύτερη εμφάνιση. Αντί γι’ αυτό, μπήκε στο γήπεδο με κατάμαυρη φανέλα, στολισμένη με το «Fascio Littorio». Δεν ήταν πλέον μια ομάδα με εναλλακτική εμφάνιση. Ήταν μια θεατρική προέκταση των Μελανοχιτώνων μπροστά σε σχεδόν 60.000 θεατές. Οι αποδοκιμασίες φούντωσαν, αλλά η Ιταλία νίκησε με 3-1. Η Popolo d’Italia, όργανο του καθεστώτος, απέδωσε την πρόκριση στη σύζευξη του εμβλήματος της Σαβοΐας με το φασιστικό σύμβολο. Δεν χρειάζεται μεγαλύτερη ομολογία: η φανέλα είχε πάψει να είναι αθλητικό ένδυμα και είχε γίνει πολιτική στολή.
Στον ημιτελικό με τη Βραζιλία, πάλι στη Μασσαλία, οι Ιταλοί νίκησαν 2-1. Οι Λατινοαμερικανοί διαμαρτυρήθηκαν για αμφισβητούμενο πέναλτι του Μεάτσα, ενώ ένα τμήμα του ιταλικού Τύπου έγραψε ότι η «ιταλική εξυπνάδα» νίκησε τη «βάρβαρη δύναμη των νέγρων», αποτυπώνοντας με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το μείγμα ρατσισμού και θριαμβολογίας που διαπερνούσε την εποχή. Η αλήθεια είναι ότι οι Ιταλοί ευνοήθηκαν και από την απουσία του Λεονίντας ντα Σίλβα, του σπουδαίου «λαστιχένιου ανθρώπου» που είχε ήδη εντυπωσιάσει το τουρνουά και είχε καθιερώσει το ανάποδο ψαλίδι. Ο προπονητής Αντεμάρ Πινέτα τον κράτησε εκτός από φόβο μήπως επιδεινωθεί ο τραυματισμός του, πιστεύοντας ότι η Βραζιλία θα περνούσε στον τελικό. Αντί για Παρίσι, όμως, κατέληξε στο Μπορντό για τον μικρό τελικό, όπου η Βραζιλία νίκησε 4-2 τη Σουηδία και ο Λεονίντας, με δύο γκολ, αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης.
Την ίδια ημέρα, η Ιταλία νίκησε με το ίδιο σκορ, 4-2, την Ουγγαρία στον τελικό και κατέκτησε για δεύτερη συνεχόμενη φορά το Παγκόσμιο Κύπελλο. Ο μύθος ότι οι παίκτες έπαιζαν για τη ζωή τους επειδή είχε σταλεί το τηλεγράφημα «Νίκη ή Θάνατος» δεν επιβεβαιώνεται. Πιο πιθανό είναι πως δεν υπήρξε ποτέ τέτοιο μήνυμα. Δεν χρειαζόταν, άλλωστε. Το καθεστώς είχε χτίσει γύρω τους ένα τόσο πνιγηρό πλαίσιο επιταγής, ώστε η απειλή ήταν ήδη παντού, ακόμα και όταν δεν λεγόταν φωναχτά. Οι παίκτες πήραν πριμ οκτώ χιλιάδων λιρών, δηλαδή περίπου τρεις μισθούς, και ο Μουσολίνι είχε κάθε λόγο να χαμογελά. Η Ιταλία ήταν ξανά πρωταθλήτρια κόσμου και η Γερμανία, ο «σύμμαχος» που τόσο τον βάραινε, είχε γελοιοποιηθεί νωρίς.
Ίσως η μόνη ανεκπλήρωτη ποδοσφαιρική επιθυμία του Μουσολίνι ήταν να δει μια Ιταλία να συντρίβει τη Γερμανία σε τελικό. Δεν πρόλαβε. Η Ιστορία είχε άλλα σχέδια και για τους δύο. Εκείνο, πάντως, που είχε ήδη αποδειχθεί, ήταν κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: ότι στη δεκαετία του ’30 το Μουντιάλ έπαψε να είναι γιορτή του ποδοσφαίρου. Έγινε πεδίο σύγκρουσης ιδεολογιών, εργαλείο καθεστωτικής προβολής, χώρος όπου οι σημαίες, οι χαιρετισμοί, οι διαιτησίες, οι φανέλες και τα σύμβολα βάραιναν συχνά περισσότερο από την ίδια την μπάλα.
Και κάπως έτσι, προτού έρθει ο μεγάλος δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και σαρώσει τα πάντα, το ποδόσφαιρο είχε ήδη προλάβει να δείξει το πιο ανησυχητικό του πρόσωπο. Όχι, φυσικά, εκείνο της αθωότητας, αλλά εκείνο της χρησιμότητας. Οι δικτατορίες, βλέπετε, πάντα αγαπούν τις κερκίδες. Αρκεί να φωνάζουν το σωστό σύνθημα.
Η πιο μεγάλη γιορτή του ποδοσφαίρου είναι στο Pamestoixima.gr και εδώ είσαι σίγουρος πως το παιχνίδι σου τα...σπάει! 48 ομάδες απ' όλες τις γωνιές της υφηλίου θα συναντηθούν στα γήπεδα των ΗΠΑ, του Μεξικό και του Καναδά με ένα και μοναδικό κίνητρο, την κατάκτηση του Μουντιάλ 2026! Μέχρι και τον τελικό, η καθημερινή δράση του Παγκοσμίου θα είναι στο ανανεωμένο Pamestoixima.gr με όλους τους αγώνες και τα μακροχρόνια στοιχήματα στις καλύτερες αποδόσεις αλλά και *προσφορές Παγκοσμίου επιπέδου!
Η αναμονή για το Παγκόσμιο φτάνει στο τέλος της! Το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό γεγονός του πλανήτη ξεκινάει και στο Pamestoixima.gr θα ζήσεις μια μοναδική εμπειρία διασκέδασης! Μέσα στο ανανεωμένο περιβάλλον του Pamestoixima.gr θα βρεις τα πάντα για να φτιάξεις το δικό σου στοίχημα στο Μουντιάλ 2026 σε όλους τους αγώνες της ημέρας αλλά και να συνδυάσεις μακροχρόνιες επιλογές τόσο εθνικών ομάδων όσο και παικτών. Και επειδή εδώ το παιχνίδι σου...τα σπάει, σε περιμένουν δεκάδες *προσφορές και το μοναδικό Bet Boss όπου μπορείς να διεκδικήσεις έως και 1.000.000€