MENU

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή ο Αρίστος Χαντζής είναι κάτοικος της αυτοοργανωμένης κοινότητας των Προσφυγικών της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και από τις 5 Φλεβάρη κάνει απεργία πείνας (από την πρωτομαγιά του συμπαραστέκεται και η Suson Doppagne) προκειμένου να αντισταθεί στα σχέδια της Περιφέρειας Αττικής να αναπλάσει την ιστορική γειτονιά, ισχυριζόμενη ότι θα τη μετατρέψει σε κοινωνικές κατοικίες παρά το γεγονός ότι εδώ και 15 χρόνια τα προσφυγικά, ήδη υπηρετούν αυτόν τον σκοπό. 

Ο Αρίστος Χαντζής σημείωνε τον περασμένο Απρίλη στο podcast της Δάφνης Καράβολα στο Reporters United: 

«Θέλουμε η ελλαδική κοινωνία να ξέρει πώς πραγματικά οργανώνεται μία κοινότητα αδιαμεσολάβητα μέσα από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες και συλλογικά». 

Δεν είναι η πρώτη φορά που το κράτος βάζει στο μάτι τα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, τα οποία ανεγέρθηκαν μεταξύ 1933-1936 για να καλύψουν τις στεγαστικές ανάγκες των προσφύγων της Μικράς Ασίας. 

Τα πρώτα σχέδια αλλαγής του χαρακτήρα της γειτονιάς ξεκίνησαν την περίοδο της Χούντας και σύμφωνα με αυτά στη θέση των τεσσάρων πρώτων πολυκατοικιών θα ανεγείρονταν το Δικαστικό Μέγαρο, το οποίο τελικά θεμελιώθηκε ακριβώς δίπλα, στη θέση των φυλακών Αβέρωφ, τόπο μαρτυρίου αντιστασιακών στην Κατοχή και την Χούντα.

Το συγκρότημα των Προσφυγικών αποτελείται από 250 διαμερίσματα περίπου 50 τ.μ. έκαστο, εκ των οποίων σήμερα τα 177 από αυτά βρίσκονται υπό κατάληψη.

Σε αυτά βρίσκουν στέγη 400 άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, εθνικοτήτων, θρησκευμάτων και πολιτικών πεποιθήσεων. 

Αυτό που συνδέει αυτούς τους ανθρώπους είναι ο ξεριζωμός και η φτώχεια, με τη ανάγκη τους για ζωή να μετουσιώνεται στη σύγχρονη ιστορία αυτού του τόπου.

Από το 1975 έως το 2000 υπήρξαν διάφορες προτάσεις για την αξιοποίηση των οκτώ μπλοκ πολυκατοικιών όμως καμία δεν υλοποιήθηκε. 

Στις αρχές του 2000 ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, αποφασίστηκε η ολοκληρωτική κατεδάφιση της γειτονιάς, μέσω της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου. Τότε το κράτος με πρόφαση τον σεισμό του 1999 και το γεγονός ότι τα σπίτια είχαν υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές τα κήρυξε κατεδαφιστέα,  προσφέροντας πενιχρές αποζημιώσεις στους ιδιοκτήτες προκειμένου να τους εκτοπίσει. Εκείνοι που θα αρνούνταν την αποζημίωση θα έχαναν τα πάντα αφού το κράτος μπορούσε αναγκαστικά να απαλλοτριώσει την περιουσία τους. Μέχρι το 2003 τα 177 από τα 228 διαμερίσματα πέρασαν στο Δημόσιο. Ωστόσο 50 ιδιοκτήτες αντιστάθηκαν σθεναρά στον κρατικό εκβιασμό και έγιναν καταληψίες στα ίδια τους τα σπίτια, αρνούμενοι να τα παραδόσουν για να γίνει η γειτονιά πάρκο αναψυχής. 

Οι εναπομείναντες ιδιοκτήτες ζήτησαν την συνδρομή πολιτικών μηχανικών και αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, οι οποίοι κατέληξαν ότι τα σπίτια όχι μόνο δεν ήταν κατεδαφιστέα αλλά συνιστούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς των Αθηνών, λόγω του ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού τους χαρακτήρα και γιατί φέρουν τα σημάδια από τις σφαίρες και τους όλμους των Δεκεμβριανών του 1944. 

Κάτοικοι και επιστήμονες προσέφυγαν στον Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο κήρυξε τα κτήρια αυτά διατηρητέα και νεότερα μνημεία.  

Το ίδιο κράτος λοιπόν, προφασίστηκε ψευδώς ότι τα σπίτια ήταν κατεδαφιστέα λόγω του σεισμού, προκειμένου να υφαρπάξει τις περιουσίες των πολιτών, την οποία φρόντιζε στο μεταξύ να απαξιώσει, επιτρέποντας να μετατραπεί η γειτονιά σε άνδρο ανομίας, παρότι βρίσκεται ακριβώς δίπλα στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής.

Αξίζει να σημειωθεί ότι με πρωτοβουλία της κοινότητας των προσφυγικών η οποία δημιουργήθηκε το 2010 (και το 2012 απέκτησε καταστατικό πλαίσιο) απομακρύνθηκαν από το 6ο μπλοκ οι ναρκομαφίες, οι οποίες τροφοδοτούσαν όλες τις βασικές πιάτσες της Αθήνας και δημιούργησαν 22 δομές για να καλύψουν ανάγκες που δεν καλύπτει το κράτος. 

Οι «άθλιοι» των προσφυγικών αντιστεκόμενοι στα σχέδια διαφθαρμένων πολιτικών, έχουν καταφέρει σήμερα να λειτουργούν:

γυναικεία δομή με ξενώνα για κακοποιημένες γυναίκες και μητέρες για έκτακτες ανάγκες, τεχνική δομή για την συντήρηση των κτηρίων, δομή υγείας, η οποία καλύπτει ιατρικές ανάγκες της κοινότητας και όχι μόνο, αφού  περιθάλπει ανασφάλιστους Έλληνες, μετανάστες χωρίς χαρτιά και μη αναγνωρισμένους πολιτικούς πρόσφυγες, δομή λογιστικής τροφίμων, κοινωνικό φαρμακείο, παιδικό στέκι για τα 50 παιδιά της κοινότητας με δραστηριότητες και ενισχυτική διδασκαλία και φούρνο.

Ανάμεσα σε αυτές τις 22 δομές είναι και δομή φιλοξενίας συνοδών και ασθενών του Αντικαρκινικού Νοσοκομείου «Άγιος Σάββας». Άνθρωποι που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να νοικιάσουν ένα κατάλυμα όσο διαρκούν οι θεραπείες των ιδίων ή των συγγενών τους και διανυκτέρευαν σε αυτοκίνητα γύρω από το νοσοκομείο.

Για τον Περιφερειάρχη Νίκο Χαρδαλιά βέβαια, τα Προσφυγικά «είναι ένας χώρος παντελώς εγκαταλελειμένος, απαξιωμένος και απόλυτα επικίνδυνος για όσους κατοικούν μέσα», γι αυτό και πριν από έναν χρόνο η Περιφέρεια Αττικής σύναψε προγραμματική σύμβαση με το Υπουργείο Πολιτισμού και τη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης για την ανάπλαση τεσσάρων από τις οκτώ πολυκατοικίες των προσφυγικών για τη δημιουργία κοινωνικών κατοικιών, με όρους που θα θέτει το κράτος. Ένας κράτος το οποίο ειρήσθω εν παρόδω είναι βουτηγμένο ως τον λαιμό, στα σκάνδαλα και τη διαφθορά. 

«Οι κατοικίες που θα δημιουργηθούν προορίζονται για σκοπούς προσιτής κοινωνικής στέγασης και θα διατεθούν σε ομάδες πληθυσμού που δεν έχουν πρόσβαση σε πρώτη στέγαση υπό τις ισχύουσες συνθήκες της αγοράς, ευάλωτες και ευπαθείς ομάδες και ανέργους. Τρία κτήρια θα προορίζονταν για κοινωνικές κατοικίες και το 4ο για τη φιλοξενία ασθενών και συνοδών του αντικαρκινικού νοσοκομείου», τονίζει ο κ. Χαρδαλιάς, ο οποίος θέλει να καλύψει ανάγκες που έχουν καλυφθεί ήδη από την αυτοοργανωμένη κοινότητα.

Το κράτος δηλαδή, αυτή τη στιγμή θέλει να πετάξει στον δρόμο 400 ανθρώπους, ενώ ήδη στην Αθήνα υπάρχουν πάνω από 1000 άστεγοι, διότι προτεραιότητα δεν είναι η εξάλειψη της αστεγίας, αλλά το ποιους θα καταδικάσει σε αυτήν.

Όσο και αν διαφωνεί κανείς με την κατάληψη δημόσιων χώρων, δεν μπορεί να παραλείψει το γεγονός ότι ζούμε σε ένα κράτος το οποίο αποδεδειγμένα δεν προστατεύει τη ζωή και την περιουσία των πολιτών, αλλά αντιθέτως στο όνομα του κέρδους διεφθαρμένων πολιτικών και επιχειρηματιών, απαξιώνει βασικές αξίες όπως της ζωής και της ελευθερίας.

Σε αυτά επί της ουσίας αντιστέκεται ο Αρίστος Χαντζής και όχι για άψυχα ντουβάρια. Και σε αυτόν τον αγώνα είμαστε στο πλευρό του, υποκλινόμενοι στο μεγαλείο της ψυχής του να προτάξει την ίδια του τη ζωή για να τα προστατέψει. Ο αγώνας του είναι και δικός μας αγώνας, γι’ αυτό και το σύνθημα είναι «Ή θα νικήσουμε ή θα νικήσουμε». 

Η Περιφέρεια και η κυβέρνηση βρίσκονται αντιμέτωποι με την θανατοπολιτική τους, αφού ο χρόνος μετρά πλέον αντίστροφα για να έχουμε τον πρώτο απεργό πείνας στη χώρα μας. 

Ο χρόνος μετρά αντίστροφα για τον πρώτο νεκρό απεργίας πείνας στην Ελλάδα