MENU


Παρακολουθώ τις πρώτες μέρες του Παγκοσμίου Κυπέλλου και αντί να σκέφτομαι αν οι 48 ομάδες είναι πολλές, αν η FIFA το παράκανε ή αν τελικά δικαιώθηκε ο Ινφαντίνο, πιάνω τον εαυτό μου να γυρίζει συνεχώς στην ίδια σκέψη.

Πόσο κρίμα είναι που δεν βρίσκεται εκεί η Ελλάδα;

Και όχι, δεν το γράφω από εκείνη την εύκολη, ποδοσφαιρική πατριωτική διάθεση που μας πιάνει κάθε φορά που ξεκινά μια μεγάλη διοργάνωση. Το γράφω βλέποντας όσα συμβαίνουν μέσα στο γήπεδο. Βλέποντας την Ιαπωνία να στέκεται απέναντι στην Ολλανδία χωρίς να μοιάζει κομπάρσος, τη Νότια Κορέα να γυρίζει παιχνίδι απέναντι στην Τσεχία, την Αυστραλία να κερδίζει την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία να παίρνει αποτέλεσμα από την Ουρουγουάη και το Πράσινο Ακρωτήρι από την Ισπανία! Βλέποντας ομάδες που πριν από λίγα χρόνια θα έμπαιναν σε τέτοια ματς με μοναδικό στόχο να μη χάσουν (με εξαίρεση τους Σαμουράι), να παίζουν πλέον σαν να ανήκουν εκεί, στους μεγάλους.

Θα μου πείτε, υπήρξε και η εφτάρα της Γερμανίας στο Κουρασάο, το αποτέλεσμα που θύμισε σε όλους ότι το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να έχει διαφορές ποιότητας, ειδικά όταν συναντιούνται τα δύο άκρα του χάρτη. Αλλά ξέρετε κάτι; Αυτό ήταν το αναμενόμενο και όχι η εικόνα που κυριάρχησε στις πρώτες μέρες της διοργάνωσης.

Η εικόνα που κυριάρχησε ήταν διαφορετική, ήταν με ομάδες να μπαίνουν στο γήπεδο με αυτοπεποίθηση, να έχουν σχέδιο και κυρίως να μη φοβούνται.

Εδώ αρχίζει να με τρώει περισσότερο η απουσία της Ελλάδας. Που όσο βλέπω αυτές τις ομάδες, τόσο περισσότερο σκέφτομαι ότι η δική μας θέση θα έπρεπε να είναι εκεί, για το λόγο που όλοι ξέρουμε. Ότι εδώ και πολλά χρόνια δεν θυμάμαι/θυμόμαστε να έχουμε στα χέρια μας τέτοιο υλικό.

Πραγματικά δεν θυμάμαι. Ο Παυλίδης βασικός φορ στη Μπενφίκα, ο Κωνσταντέλιας εξελίσσεται σε ποδοσφαιριστή που μπορεί να σηκώσει παιχνίδια στην πλάτη του, ο Τζόλης βασικός στην Μπριζ, ο Ζαφείρης, ο Καρέτσας, ο Βαγιαννίδης, μια σειρά παιδιών που είτε έχουν ήδη φτάσει σε (ένα κάποιο) υψηλό επίπεδο.

Και, ρε γμτ, δεν μιλάμε πια για τη διοργάνωση των 32 ομάδων, όπου έπρεπε να περάσεις μέσα από κλειστές πόρτες και ασφυκτικό ανταγωνισμό. Μιλάμε για το μεγαλύτερο Μουντιάλ στην ιστορία, για τη διοργάνωση που άνοιξε περισσότερο από ποτέ τις θέσεις της σε χώρες που για δεκαετίες έβλεπαν την τελική φάση της μεγαλύτερης ποδοσφαιρικής σκηνής μόνο στην τηλεόραση.

Και παρ' όλα αυτά, η Ελλάδα έμεινε ξανά στο σπίτι και αυτό είναι που με ενοχλεί περισσότερο. Ξέρετε γιατί;  Με ενοχλεί γιατί αισθάνομαι ότι αυτή η γενιά άξιζε να ζήσει αυτή τη σκηνή. Άξιζε να τη δούμε απέναντι στην Ολλανδία, απέναντι στην Ουρουγουάη, απέναντι σε οποιονδήποτε. 

Ίσως γιατί το ποδόσφαιρο του 2026 δεν είναι το ποδόσφαιρο του 2006 ή -σίγουρα- του 1996. Τότε οι μεγάλες χώρες είχαν σχεδόν μονοπώλιο στη γνώση, στην προπονητική, στην ανάλυση και στην οργάνωση. Σήμερα, με εξαίρεση το φυσικό ταλέντο που δεν αγοράζεται και δεν αντιγράφεται, σχεδόν όλοι έχουν πρόσβαση στα ίδια εργαλεία. Video analysis, δεδομένα, εξειδικευμένα επιτελεία, αθλητική επιστήμη, scouting, προγράμματα ανάπτυξης. Η πληροφορία ταξιδεύει παντού και μαζί της ταξιδεύει και η δυνατότητα να προετοιμαστείς καλύτερα.

Γι' αυτό, όσο βλέπω τις πρώτες μέρες του τουρνουά, τόσο περισσότερο πιστεύω ότι αυτή είναι η πραγματική τεράστια χαμένη ευκαιρία.

Chris D Stathopoulos

TW@ChrisStatho

Όσο βλέπω Μουντιάλ, τόσο περισσότερο (με) πονάει η απουσία της Ελλάδας