Τα χέρια του έμοιαζαν να είναι δεμένα στον τοίχο. Το σώμα του γυμνό, ακάλυπτο, ακριβώς όσο ευάλωτος νιώθει ο άνθρωπος μπροστά στην ανθρώπινη απώλεια. Ήταν 18 ετών. Μια ηλικία παρεξηγήσιμη, μια ηλικία παγίδα. Μια ηλικία «mind the gap» ανάμεσα στην ωριμότητα της ενηλικίωσης και την ανωριμότητα της παιδικότητας. Δεν ήταν ότι τα είχε κι εύκολα ως τότε. Ο Ταϊρίς Ράις μεγάλωσε με τη μητέρα του και είχε μάθει σχεδόν όλοι να τον απορρίπτουν. Αν δεν ήταν για τον Ράντι Κέιβ, προπονητή του στο γυμνάσιο, μπορεί να μην είχαν μπει καν στον κόπο οι σκάουτερ να τον παρακολουθήσουν. Κι αν δεν ήταν ένα ματς που πέτυχε 30 πόντους απέναντι στην ομάδα του Κέβιν Ντουράντ, μπορεί ποτέ του να μην είχε δεχτεί πρόταση για υποτροφία στο Boston College.
Επί της ουσίας, ήταν το μοναδικό που προσφέρθηκε να τον «στρατολογήσει». «Δεν μπορώ να ξέρω τι ακριβώς συνέβαινε. Πήγαινα σε όλα τα μεγάλα καμπ, όπως της Nike και της Adidas. Κι όμως, όλοι με προσπερνούσαν. Εκείνο που συχνά άκουγα ήταν πως τα μεγάλα σχολεία δε με θεωρούσαν αρκετά καλό και τα μικρότερα σχολεία πίστευαν ότι ήμουν πολύ καλός για να πάω εκεί».
Αφήνοντας πίσω του το Τσέστερφιλντ της Βιρτζίνια, ο χρόνος πάγωσε. Πάγωσε στην ημέρα, το μήνα και την ώρα που ένα τατουάζ στο δεξί του χέρι μαρτυρά. Την ημέρα, το μήνα και την ώρα που η μεγαλύτερη του αδερφή έγινε από τη ζωή νικημένη από τον καρκίνο του στήθους. Τρεις μήνες μετά, το επόμενο χτύπημα. Ο προπονητής του στο γυμνάσιο είχε διαγνωστεί με το λέμφωμα Μπέρκετ, μιας εξαιρετικά επιθετικής μορφής καρκίνου, όταν ο Ταϊρίς έφευγε για το κολέγιο. Στις 6 Δεκεμβρίου του 2005, ο χρόνος πάγωσε ξανά. Τα νέα έφτασαν μέσω τηλεφώνου, τρεις ώρες πριν το ματς με το Michigan State στο Madison Square Garden. Στη δημόσια τηλεόραση.
«Παίζαμε στις 8μ.μ.. Μέχρι τις 7.45 δεν είχα ιδέα τι θα κάνω. Ένα τέταρτο πριν το τζάμπολ αποφάσισα να προσπαθήσω», θυμάται. Κατέληξε να παίζει 26 λεπτά. Θα μπορούσαν να είναι και τα τελευταία της καριέρας του. «Ήταν τόσο δύσκολο για μένα, που λίγο έλειψε να σταματήσω και να γυρίσω σπίτι. Ήταν ο άνθρωπος χάρη στον οποίο μπήκα σε κολέγιο. Δεν είχα κανέναν να με βοηθήσει, κανέναν να με σπρώξει στη σωστή κατεύθυνση. Εκείνος ο άνθρωπος πραγματικά πίστευε σε μένα και δούλεψε για να με βάλει στο… σύστημα. Ο θάνατός του ήταν ό,τι δυσκολότερο έπρεπε να ξεπεράσω στη ζωή μου».
Οι πολύωρες συζητήσεις με τη μητέρα και τη γιαγιά του, κατόρθωσαν να τον ωθήσουν να συνεχίσει τη διαδρομή. Η ιδέα ότι ο Ράντι Κέιβ θα τον παρακολουθούσε από ψηλά τού έδινε κίνητρο. Υπήρχε κι ένα ακόμα κίνητρο. Κι εκείνο τον παρακολουθούσε πάντα από χαμηλά. Από κοντά. Από δίπλα…
Meet Ashwan!
Βοστώνη, Αθήνα, Κουάκενμπρουκ, Βίλνιους, Μόναχο, Τελ Αβίβ, Μόσχα, Βαρκελώνη, Σεντσέν, Μπάμπεργκ. Όταν ξεκίνησε το ταξίδι τους, ο Ταιρίς Ράις ήταν 18 ετών. Εκείνος, ήταν νεογέννητος. «Δεν υπάρχει κάτι περίεργο με τη μητέρα του. Απλώς, ήταν πιο λειτουργικό να είναι μαζί μου», θα πει ο Αμερικανός για τον γιο του. Ο Ashwan ήταν υπό τη φροντίδα του πατέρα του από τα χρόνια του κολεγίου και γύρισε όλη την Ευρώπη μαζί του. Σήμερα, είναι έτοιμος να μπει στο high school, το οποίο εν πολλοίς μπορεί να καθορίσει την εκπαιδευτική και αθλητική εξέλιξή του, ωστόσο μέχρι πρόσφατα ήταν η πηγή έμπνευσής του Ράις. Ήταν η φωτογραφία που έκανε το γύρο του κόσμου, όταν στα 27 του χρόνια ο Ταϊρίς αναδείχθηκε MVP του φάιναλ φορ της Ευρωλίγκα στο Μιλάνο. Η φωτογραφία που σε τίποτα δε θύμιζε μια σεζόν που είχε ξεκινήσει με τον Ράις να κάθεται στον πάγκο, όντας αναπληρωματικός του Γιόγκεβ Οσαγιόν (σ.σ. Θεοί του μπάσκετ συγχωρείστε την ανθρώπινη ανοησία) και να μην ξέρει καν αν θα βγάλει όλη τη χρονιά.
«Αυτή η φωτογραφία αντιπροσωπεύει όλη τη δουλειά που έχει γίνει από τότε που γεννήθηκε», διηγείται ο Ράις, ο οποίος θα κυκλώσει ως σημείο κλειδί για την πορεία τον έναν χρόνο που πέρασε στο… αγοραφοβικό (σ.σ. 15.000 κάτοικοι) Κουάκενμπρουκ, όπου έμενε απέναντι από το γήπεδο και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν προπόνηση. «Ξέρεις, σε αναγκάζει να αφοσιωθείς σε αυτό που πραγματικά πήγες να κάνεις εκεί: Να παίξεις μπάσκετ. Ποτέ δεν είχα τη νεανική ηλικία ή τα κολεγιακά χρόνια που απλώς κάνεις ό,τι γουστάρεις. Ήμουν πάντα με το γιο μου. Ήταν σα να βλέπω όλη τη δουλειά και τις θυσίες που έκανα από τότε που γεννήθηκε σε μια στιγμή».
Ήταν και η επιβράβευση της επιμονής. Ο Ταιρίς Ράις, σήμερα είναι 33 ετών και πιθανόν στην καριέρα του να πλήρωσε ορισμένες λανθασμένες επιλογές. Άφησε τη Μακάμπι για τον χρυσό της Χίμκι και δεν κατάφερε να δέσει στην Μπαρτσελόνα ̇μια Μπαρτσελόνα που έχει καταστρέψει κόσμο και κοσμάκη στην τελευταία τετραετία και που στράφηκε στον Σάρας για να διώξει την κατάρα. Πάντα ήταν το αουτσάιντερ. Πάντα ήταν το underdog. Πάντα ξεκινούσε από χαμηλότερη αφετηρία, πάντα έβλεπε τον πήχη πιο ψηλά απ’ ό,τι οι υπόλοιποι. Το 2009, τον Ιανουάριο του 2009, ένα άρθρο του Μπεν Γκίμπσον στο «Bleacher Report», περιέγραφε την κατάσταση του φέρελπι senior του Boston College ως εξής:
«Πιστέψτε με αν ο Ράις ήταν στο Ντιουκ ή στο κολέγιο του North Carolina, θα μας τα έπρηζαν κάθε μέρα με την προοπτική να πάει νούμερο ένα στο ντραφτ. Πιθανόν να μην γίνει νούμερο ένα, ωστόσο θεωρώ ότι ο Ράις ίσως είναι το καλύτερο γκαρντ στη χώρα, καλύτερος και από τον Στέφεν Κάρι. Γιατί; Επειδή έχει εκπληκτική επαφή με το καλάθι και έφεση στο σκοράρισμα. Μπορεί να σκοράρει από παντού και χρησιμοποιεί εκπληκτικά το σώμα του. Παίρνει την επαφή και πηγαίνει συχνά στις βολές. Επίσης έχει φοβερή αντοχή, παίζει 38 λεπτά μέσο όρο. Οι αντίπαλοι επικεντρώνουν όλη την αμυντική τους αντοχή πάνω του και δεν μπορούν να τον σταματήσουν. Μπορεί να φαίνεται εύκολο να έχεις υψηλά νούμερα, όταν παίζεις τόσο πολύ, αλλά δεν υπάρχει ούτε ένα κρίσιμο ματς που ο Ράις να μην έχει παίξει καλά. Επιπλέον, έχει υποδειγματική συμπεριφορά και υψηλό αίσθημα ευθύνης και πειθαρχίας, καθότι είναι πατέρας και προτιμά να πάει στο σπίτι με τον γιο του, αντί να βγει να μεθύσει μετά από μια μεγάλη νίκη».
Το άρθρο τιτλοφορούταν και έκλεινε με τον Μπεν Γκίμπσον να γράφει. «Can he get some love?». Ο Ταϊρίς Ράις δεν έγινε ποτέ καν ντραφτ. Ούτε στο νούμερο ένα, ούτε στο νούμερο δύο, ούτε στον πρώτο γύρο, ούτε στον δεύτερο. Τον αγνόησαν, όπως τον αγνοούσαν σχεδόν σε όλη του την καριέρα. Ε, και; Πήρε, όμως, την αγάπη που του έλειψε στην Αμερική, στην Ελλάδα. Την πήρε στον Παναθηναϊκό, με τα όποια πάνω, όποια κάτω, όποια περίεργα stories τον ακολούθησαν πέρυσι, instagram-ika και μη. Την πήρε, κυρίως, στις 6 Δεκεμβρίου με τους 41 πόντους απέναντι στον Ολυμπιακό. Κι έρχεται για να πάρει λίγη ακόμη, πριν αφοσιωθεί στον Ashawn. Για να βεβαιωθεί ότι ακόμα κι αν βρίσκει κλειστές πόρτες στη ζωή του, θα παλεύει μέχρι να ανοίξουν. Διάπλατα… Γιατί, όπως συνοπτικά περιέγραψε για την πορεία του, δεν ξέρεις ποτέ τι κρύβεται πίσω από μια πόρτα που ούτε είχες σκεφτεί να ανοίξεις.
«Ποτέ, ποτέ δεν το είχα φανταστεί. Ούτε κατά διάνοια. Και, το σκέφτομαι συχνά. Το μπάσκετ με πήγε σε μέρη που δεν είχα ακούσει στη ζωή μου. Ειλικρινά, δεν είχα σκεφτεί την Ευρώπη μεγαλώνοντας. Ήμουν παιδί, έπαιζα στο κολέγιο, δεν είχα στόχο να πάω στην Ευρώπη. Πιθανότατα, όμως, ήταν ό,τι καλύτερο συνέβη στη διαδρομή μου».