MENU

Υπάρχει ο φασισμός ως ιδεολογία ή ως κοινωνικοπολιτικό σύστημα της άκρας δεξιάς με έντονα αυταρχισμό και εθνικιστικό χαρακτήρα, όπως τον ορίζει η Wikipedia. Ο πολιτικός φασισμός διαθέτει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και είναι λάθος να τον αποδίδουμε προς κάθε κατεύθυνση. Η χωροταξία του είναι συγκεκριμένη.

Αλλά βέβαια δεν υπάρχει μονάχα αυτός. Υπάρχει και ο συμπεριφορικός φασισμός. Ο φασισμός στην καθημερινότητα μας.

Πολλοί διαφωνούν. Για πολιτικούς, ιδεολογικούς λόγους, θεωρούν παραχάραξη της πραγματικότητας η απόδοση του όρου «φασίστας» σε κάποιον Αριστερό π.χ. που όμως συμπεριφέρεται σαν τέτοιος (φασίστας δηλαδή – και έχω πολύ συγκεκριμένα παραδείγματα στο μυαλό μου).

Πλην όμως, επειδή η γλώσσα εξελίσσεται και παρότι η πολιτική σημειολογία της λέξης παραμένει ισχυρή, η χρήση της για την περιγραφή συμπεριφοράς και όχι ιδεολογίας έχει ενταχθεί οργανικά στην καθομιλουμένη.

Τα λέω αυτά για να μην έχουμε παρερμηνείες: όταν γράφω για φασισμό στις κερκίδες, εννοώ σε πρώτη φάση ετούτο: το άσβεστο μίσος για τον απέναντι. Ο οπαδισμός ξεκινά από τον φανατισμό. Και ο φανατισμός είναι πρώτου βαθμού συγγενής με τον φασισμό. Το έχω γράψει πολλές φορές, ας το γράψω ακόμα μια. Το να θέλεις να πλακώσεις, ενίοτε και να σκοτώσεις κάποιον που δεν γνωρίζεις και που πιθανότατα δεν σου έχει κάνει τίποτα, μόνο και μόνο επειδή είναι άλλη ομάδα, σε καθιστά αυτομάτως ένα είδος φασίστα, τουλάχιστον σε επίπεδο συμπεριφοράς. Σκληρό, μα αληθές.

Ακόμα κι αυτή, εντούτοις, είναι μια σχετικά αθώα εκδοχή του γηπεδικού φασισμού. Στο κάτω – κάτω μιλάμε για αγοράκια (κατά κανόνα) που ανήκουν σε συμμορίες και πλακώνονται μεταξύ τους για να φανούν σκληρά και να καλύψουν τις ανασφάλειές τους – συμβαίνει εκατοντάδες χρόνια παντού στον κόσμο.

Όποιος θελήσει να ρίξει μια πιο προσεκτική ματιά στα ελληνικά πέταλα, θα διαπιστώσει ότι η σκοτεινιά του φασισμού πάει – δυστυχώς – βαθύτερα. Τα πέταλα αποτελούν μέρη όπου ο σεξισμός, η ομοφοβία, ο άρρωστος, προβληματικός ματσίσμο είναι όχι απλώς χαρακτηριστικά σε άνθιση αλλά σχεδόν απαραίτητα για να επιβιώσει κάποιος.

Με τέτοιο υπέδαφος, η σπορά του ιδεολογικού φασισμού δεν θέλει πολύ για να φυτρώσει. Για να μην μιλήσω για συγκεκριμένους συνδέσμους, ας πούμε απλώς ότι ακροδεξιά ή ακόμα και νεοναζιστικά σταγονίδια υπάρχουν στις οργανωμένες κερκίδες των περισσότερων ελληνικών ομάδων.

Σε ορισμένες περιπτώσεις έχει γίνει σοβαρή προσπάθεια αυτοκάθαρσης. Οι χρυσαυγίτες ή εκδιώχθηκαν ή απομονώθηκαν. Ακόμα κι αν κάτι τέτοιο ενέχει μπόλικη υποκρισία – θέλω να πω το να αυτοχαρακτηρίζεσαι «αντίφα» και να ανεβάζεις πανό υπέρ των προσφύγων ή της Παλαιστίνης, ενώ σε λίγα λεπτά θα κατεβάζεις καρέκλα στο κεφάλι ενός αγνώστου με διαφορετικό κασκόλ είναι κάπως προβληματικό – δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ ότι το προτιμώ. Η εναλλακτική, να κυριαρχήσουν οι Χρυσαυγίτες και οι ακροδεξιοί στα πέταλα θα τα έκανε απείρως πιο επικίνδυνα.

Είπαμε όμως, αυτό (η αυτοκάθαρση) συμβαίνει σε ορισμένες περιπτώσεις.

Σε ορισμένες άλλες, οι σύνδεσμοι αρνούνται να το αντιμετωπίσουν ή απλώς τους βολεύει. Το ίδιο και κάποιες ΠΑΕ που επιλέγουν να κρύβονται πίσω από το «no politica».

Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής σε πρώτη φάση έδειξε ότι η δημοκρατία και το πολιτικό σύστημα μπορούν, έστω και καθυστερημένα να θωρακίσουν τους εαυτούς τους απέναντι στον φασισμό.

Αντιστοίχως, πρέπει και το ελληνικό ποδόσφαιρο να θωρακιστεί. Η αυτοκάθαρση δεν αρκεί. Χρειάζονται γενναίες παρεμβάσεις στην δομή και στην λειτουργία των συνδέσμων, από τις ίδιες τις ΠΑΕ σε πρώτη φάση και ενδεχομένως από την Πολιτεία σε δεύτερη.

Ειδάλλως το αυγό του φιδιού θα συνεχίζει να επωάζεται στις ελληνικές κερκίδες και στα μυαλά νέων παιδιών με συνέπειες που επηρεάζουν ολόκληρη την κοινωνία.

Ο φασισμός της κερκίδας