MENU

Είμαστε στον Δεκέμβριο του 2020. Στον περισσότερο κόσμο χρειάζεσαι άδεια για να βγεις από το σπίτι, χρειάζεσαι μάσκα για οποιαδήποτε δραστηριότητα ζωής, χρειάζεσαι αντισηπτικό για οποιοδήποτε λόγο και χρειάζεσαι υπομονή για οποιαδήποτε σκέψη. Ο αθλητισμός ζει στην απομόνωση. Στη μοναξιά. Στη φούσκα, πραγματική ή μη. Σε μια φούσκα ιδιωτικότητας και προνομίων. Ο κόσμος δεν μπορεί να είναι στα γήπεδα κι αυτό με έναν παράδοξο τρόπο, γιγαντώνει τη δημοτικότητά του. Μήπως είχαμε να κάνουμε και τίποτα άλλο; Σε μια γωνία της Ανδαλουσίας, ένας Δανός ποδοσφαιριστής – συχνά υποτιμημένος και ξεχασμένος από τους συμπατριώτες του – παίζει για πρώτη φορά στο ισπανικό πρωτάθλημα. Χρονιά που διάλεξε κι εκείνος ο δόλιος να πάει στην Primera Division...

Πίσω στην Δανία, το ομολογούν: Όταν έφυγε στα 23 του για την Τουρκία, τον περίμεναν πίσω με δάκρυα στα μάτια. Ήταν έτοιμοι (και φυσικά πρόθυμοι) να ακούσουν τις δικαιολογίες για την αποτυχία του, τη δυσκολία προσαρμογής στα βάθη της Ανατολής, το οργανωτικό χάος, τις καθυστερήσεις στις πληρωμές  ̇όλα εκείνα, τέλος πάντων, που θα έφερναν έναν Σκανδιναβό στα πρόθυρα νευρικής κρίσης και θα τον ωθούσαν να επιστρέψει στην ασφάλεια του σπιτιού του με την ουρά στα σκέλια. Ο Γενς Γόνσον τούς είχε απογοητεύσει. Άντεξε και έπαιξε τέσσερα χρόνια στην Κόνυασπορ και τώρα ήταν εκεί, στην Κάντιθ, να προετοιμάζεται για τον Λιονέλ Μέσι. Τι να κάνουν, κάτι έπρεπε να βρουν.

15 χρόνια πίσω, στον Ιούλιο του 2005. Η Άαρχους υποδέχεται την Μπαρτσελόνα σε ένα ασήμαντο καλοκαιρινό φιλικό. Ασήμαντο για την Μπαρτσελόνα, όχι για τη δανέζικη ομάδα και όχι για τον 12χρονο πιτσιρικά που ποζάρει μπροστά σε ποδοσφαιριστές που έβλεπε μόνο στην τηλεόραση. «Ήταν το highlight της ζωής μου μέχρι εκείνη τη στιγμή», θα πει ο Γενς για τον 12χρονο εαυτό του, ανίδεος ακόμα εκείνος ο εαυτός του ότι θα έπαιζε συμπαίκτης με τον τύπο, διαγώνια δεξιά του. Και θα ζούσε να τον περιγράφει ως τη μεγαλύτερη επιρροή συμπαίκτη στην καριέρα του. Οι δρόμοι του με τον Σάμουελ Ετό συναντήθηκαν για ενάμιση χρόνο στο Ικόνιο, αλλά επιστρέφοντας στον Δεκέμβριο του 2020 η συζήτηση ήταν για τον Λιονέλ Μέσι.

«Είναι ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου. Νομίζω ότι θα είμαι σε τέτοιο σοκ που θα πρέπει να τσιμπήσω τον εαυτό μου για να βεβαιωθώ ότι το ζω. Είναι όνειρο ζωής αυτό το ματς», εξομολογείται ειλικρινά και προσθέτει: «Δεν έχω σκεφτεί, ούτε προετοιμάσει κάποιο τρόπο να τον αντιμετωπίσει. Δε νομίζω καν ότι μπορώ. Θα προσπαθήσω να μπω στο γήπεδο ήρεμος και να το δω βήμα-βήμα. Δε θέλω να ακούγεται σαν ηττοπάθεια, ανυπομονώ να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου απέναντι σε μερικούς από τους καλύτερους παίκτες του κόσμου».

Η Κάντιθ κέρδισε εκείνο το ματς. 2-1. Ο Γιόνσον έπαιξε 80 λεπτά. Ο Μέσι 90. Ο Ντε Γιονκ 90. Ο Γκριεζμάν 90. Ο Κουτίνιο, ο Μπούσκετς, ο Πέδρι, ο Ντεμπελέ, ο Πιάνιτς – όλοι εκεί ήταν. Μέσα σε δύο μήνες ο Γιόνσον είχε κερδίσει τη Ρεάλ, και την Μπαρτσελόνα. Ε, ήταν μια καλή ευκαιρία πίσω στο σπίτι του να θυμηθούν ακριβώς ποιος ήταν, πώς ξεκίνησε και τι ακριβώς έγινε όταν όλοι περίμεναν ότι θα αποτύχει…

Αρχηγός και ηγέτης!

Γίνεσαι ή γεννιέσαι; Δύσκολο το ερώτημα και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί η αλήθεια να βρίσκεται στη μέση. Ο Γενς Γιόνσον, για παράδειγμα, δε γεννήθηκε με ηγετικές ικανότητες, αλλά από μικρή ηλικία τις έδειξε. Μπορεί να έφταιγε το αθλητικό DNA, με τον πατέρα του, Χένρικ, να είναι επαγγελματίας παίκτης μπάσκετ και τη μητέρα του, Γέτε, να παίζει χάντμπολ. Χάντμπολ έπαιζε και ο Γενς, τους χειμερινούς μήνες κυρίως, όταν το ποδόσφαιρο δεν είναι και ό,τι πιο εύκολο στο χιονισμένο Άαρχους. Ήταν, μάλιστα, πρωτοβουλία του πρώτου του προπονητή στο Λίσενγκ, να φτιαχτεί ομάδα χάντμπολ, ώστε όλα τα παιδιά που έκαναν ποδόσφαιρο να δουλεύουν μαζί και το χειμώνα, έστω και σε διαφορετικό σπορ. Ιδιοφυές…

«Ο Γενς ήταν η επιτομή του νικητή. Ήταν σπουδαίο ταλέντο και έπαιζε με πολύ μυαλό στο ποδόσφαιρο. Έβλεπε όλο το γήπεδο, ήξερε πάντα πού είναι οι συμπαίκτες του και ήταν ακριβώς το ίδιο και στο χάντμπολ. Μπορούσε να διαβάσει τις αδυναμίες των άλλων και να τις εκμεταλλευτεί – να χτυπήσει στο σημείο που πονούσαν», περιγράφει ο πρώτος του προπονητής, Έρικ Πέτερσεν, ο οποίος είχε ξεχωρίσει τον Γιόνσον και τον παιδικό του φίλο και συμπαίκτη, Βίκτορ Φίσερ ως «τα σπουδαιότερα ταλέντα που υπήρξαν ποτέ στο Λίσενγκ».

Γι’ αυτό, άλλωστε, και δεν έμεινε πολύ καιρό εκεί. Ο Γιόνσον, ο οποίος ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο τεσσάρων ετών και συνήθως έπαιζε σε μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, έφυγε για το Άαρχους στα οκτώ του χρόνια. «Σου λένε ότι είναι δύσκολο να φανείς σε μια μεγαλύτερη ομάδα, αλλά δεν είναι αλήθεια. Υπάρχουν απαιτήσεις, πίεση και προσοχή από τον κόσμο, όμως αυτό είναι που κάνει και την προοπτική ελκυστική», θα πει αργότερα, ως έφηβος πια ο Γιόνσον κι ενώ έχει αρχίσει να γίνεται ξεκάθαρο ότι θα σταθεί στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Το ερώτημα ήταν πόσα θα αντέξει;

Καριέρα στα… άκρα!

Τα στοιχήματα δεν ήταν υπέρ του. Ειδικά, όταν η επιλογή του μετά την Δανία ήταν η Τουρκία και η Κόνυασπορ. «Για να είμαι ειλικρινής δεν ήθελα να πάω στην Τουρκία. Μου φαινόταν κάπως ακραίο, όμως έπρεπε να φύγω από την Άαρχους εκείνη τη στιγμή – με κάθε τρόπο. Ήμουν πολύ καιρό στο σύλλογο, έπρεπε να κάνω μια αλλαγή και το μεταγραφικό παράθυρο έκλεινε. Έτσι, όταν εμφανίστηκε η Κόνυασπορ, απλά μπήκα στο αεροπλάνο κι έφυγα».

Ουδέν κακόν αμιγές καλού ή ουδέν καλόν αμιγές κακού; Κάτι από τα δύο ή και τα δύο και η ουσία είναι ότι ο Γιόνσον βρήκε στην Τουρκία περισσότερα από όσα φανταζόταν. Ποδοσφαιρικά και μη. Βρήκε τον μέντορά του στο πρόσωπο του Σάμουελ Ετό, βρήκε μια οργανωμένη ομάδα και συνθήκες που ούτε είχε φανταστεί και έμεινε σχεδόν τέσσερα χρόνια. «Ήταν ένα φανταστικό διάστημα, με κάθε τρόπο. Έζησα όλη την κλίμακα των συναισθημάτων, από το κύπελλο που κατακτήσαμε μέχρι την αποφυγή του υποβιβασμού. Μεγάλωσα τόσο ως ποδοσφαιριστής, όσο και ως άνθρωπος. Ήταν ένας διαφορετικός κόσμος για μένα, βίωσε μια δραστική αλλαγή κουλτούρας, αλλά μετά από τέσσερα χρόνια μπορώ να πω ότι τα έχω δει όλα και ήρθε η στιγμή να ζήσω μια καινούργια εμπειρία. Θα πήγαινα οπουδήποτε στην Ευρώπη, αλλά όχι, δεν επιστρέφω στην Δανία».

Είχε πάντα μια περίεργη προσέγγιση στις αποφάσεις του. Κρατάει το απωθημένο της επιστροφής του στο Άαρχους για το τέλος της καριέρας του, ίσως μετά τη λήξη του συμβολαίου του με την ΑΕΚ. Πήγε στην Ισπανία και στην Κάντιθ, έπαιξε για κάποια στιγμή το σενάριο της Βαλένθια και μετά ήρθε η ΑΕΚ. Πώς; Τραβάτε με κι ας κλαίω, περίπου όπως η Κόνυασπορ. «Οι άνθρωποι της ΑΕΚ με κυνηγούσαν οκτώ μήνες, μου τηλεφωνούσαν σχεδόν καθημερινά, αλλά δεν με ενδιέφερε να πάω εκεί, στην πραγματικότητα ούτε αυτό το καλοκαίρι, αλλά η επιμονή αποδίδει κατά καιρούς και έτσι έγινε και με την ΑΕΚ», είχε δηλώσει ο Γενς Γιόνσον για να καταλήξει πάλι να βρει τον εαυτό του σε πολύ καλύτερη κατάσταση από εκείνη που φανταζόταν.

«Τελικά είναι μια φανταστική εμπειρία η Ελλάδα και η ΑΕΚ. Είχα πολύ μεγάλες ανησυχίες πριν έρθω, αλλά τώρα κατάλαβα ότι η Αθήνα είναι η πιο cool πόλη και η ΑΕΚ μία πολύ μεγάλη ομάδα. Είναι πολύ σημαντικό να είσαι σε σύλλογο που παίζει για τίτλου και να πρωταγωνιστείς. Η Αθήνα πραγματικά με εξέπληξε. Είναι μια φανταστική εμπειρία μέχρι στιγμής όλες οι αμφιβολίες που είχα έχουν εξαφανιστεί. Δεν το μετάνιωσα ούτε ένα δευτερόλεπτο»

Το μόνο που έχει μετανιώσει τους δέκα μήνες που βρίσκεται κοντά μας, ήταν η προσπάθειά του να μάθει ελληνικά. «Το προσπάθησα με το αλφάβητο, αλλά δεν θέλω να μπω σε αυτό. Το αφήνω πίσω μου…».

Εμείς μπορούμε να γίνουμε Σκανδιναβία, αλλά η Σκανδιναβία δεν μπορεί να γίνει Ελλάδα!

Σκανδιναβία γίναμε…