Όλα είχαν ξεκινήσει από το πρώτο παιχνίδι της σειράς με τον Ολυμπιακό. Στα τελευταία δευτερόλεπτα ο Πέτζα είχε πάλι την μπάλα αλλά του είχαν κάνει φάουλ, το οποίο δεν του το έδωσαν και έτσι του έκλεψαν την μπάλα και ο Ολυμπιακός μας είχε κερδίσει με 66-65 και είχε κάνει το 1-0.
Είχε τρελαθεί γιατί ήξερε ότι θα πάει στο ΝΒΑ στο τέλος της χρονιάς και δεν ήθελε να πάει απλά ως ένα μεγάλο ταλέντο από την Ευρώπη, ήθελε να δείξει κάτι σημαντικό. Το είχε συνέχεια στο μυαλό του γιατί μπορούσε να το πετύχει και πραγματικά είχε στεναχωρεθεί πάρα πολύ μετά το πρώτο παιχνίδι.
Στον δεύτερο αγώνα ο Ολυμπιακός και πάλι προσπάθησε να κρατήσει χαμηλά το σκορ, γιατί τότε είχαμε στον ΠΑΟΚ μία άκρως επιθετική ομάδα αλλά καταφέραμε να ισοφαρίσουμε την σειρά σε 1-1, αφού κερδίσαμε με 56-50.
Στο τρίτο παιχνίδι ήμασταν αποφασισμένοι να κερδίσουμε, ειδικά ο Πέτζα. Έλεγε συνέχεια ότι μόνο αυτός θα σουτάρει, θα τους κερδίσει μόνος τους και όλή αυτή η ιστορία τον είχε αγχώσει αρκετά.
Μέναμε στο ίδιο δωμάτιο και προσπαθούμε να τον ηρεμήσω, να του πω ότι θα έχει και άλλες ευκαιρίες στην καριέρα του, αλλά αυτός τίποτα, το μυαλό του ήταν εκει. Μου έλεγε: «Μια ζωή το ονειρεύομαι αυτό, το σκέφτομαι συνέχεια», οπότε ήξερα ότι θα το κυνηγούσε.
Από το πρωί πριν τον αγώνα, ο Πέτζα δεν μιλούσε σε κανέναν, έβλεπες την αποφασιστικότητα στο πρόσωπο του, ήταν… φουλ συγκεντρωμένος.
Ξέραμε ότι μπορούσαμε να κερδίσουμε και θέλαμε να παίξουμε στους τελικούς με τον Παναθηναικός, τον οποίο είχαμε κερδίσει εκεί την χρονιά εκτός έδρας και παρότι θα ήταν δύσκολα για εμάς θα πηγαίναμε για να διεκδικήσουμε ότι καλύτερο. Θέλαμε να πάμε στον τελικό, λόγω ηλικίας δεν είχαμε προλάβει να ζήσουμε μία τέτοια στιγμή και ξέραμε ότι είχαμε την ευκαιρία.
Θυμάμαι είχαν έρθει και αρκετοί σκάουτερ από το ΝΒΑ για να τον δούνε, καταλαβαίνει ο καθένας πόσο αγχωμένος ήταν ο Πετζα.
Ο αγώνας ξεκινάει και δεν του πηγαίνει τίποτα καλά, είναι χάλια και πολύ άστοχος. Ο αγώνας έχει πολύ… ξύλο, πολλά φάουλ και πάει ξανά στους 50-60 πόντους.
Τελευταία επίθεση και ζητάει την μπάλα πίσω από το κέντρο, μας διώχνει όλους, φύγετε λέει γιατί θέλει να το πάρει μόνος του.
Ο Ντούσαν Ίβκοβιτς που ήταν τότε προπονητής στον Ολυμπιακό, καταλαβαίνει τι θα γίνει και στέλνει και δεύτερο παίκτη πάνω του. Αλλά ο Πέτζα δεν καταλαβαίνει τίποτα, δεν δίνει την μπάλα ούτε στο… αριστερό που λέμε, κάνει μία προσποίηση η οποία δεν πιάνει και αποφασίζει να σηκωθεί από μακριά, από τα 7.5-8 μέτρα και μάλιστα από πλάγια. Αλλά από εκεί ήθελε να σουτάρει, το είχε σχεδιάσει. Σηκώνεται και… μέσα 55-58. 3,2,1 Αντένα και τέλος.
Φεύγουμε «σφαίρα» στα αποδυτήρια αφού έπεφταν… βροχή κινητά, κλειδιά, κέρματα και μετά έγινε ο χαμός, τρελό πάρτι. Ήταν ένα απίστευτο συναίσθημα για όλους αλλά κυρίως για τον Πέτζα ο οποίος άρχισε να κλαίει. Τότε καταλάβαμε ότι θα έφευγε, θα πήγαινε στο ΝΒΑ κάτι που σχεδίαζε από πέντε χρονών. Και το άξιζε, ήταν έτοιμος να τα καταφέρει και εκεί.
Το βράδυ μόλις γυρίσαμε Θεσσαλονίκη κατευθείαν μπουζούκια φυσικά για να γιορτάσουμε και πάμε στον Σφακιανάκη ο οποίος είναι Ολυμπιακός. Όλο το μαγαζί είναι γεμάτο ΠΑΟΚτζήδες και μόλις βγαίνει ο Νότης λέει συγχαρητήρια αν και Ολυμπιακός και όπως είναι λογικό… τρώει μία γιούχα.
Εγώ με τον Πέτζα δεν είχαμε ησυχία, όρθιοι πηγαίναμε από τραπέζι σε τραπέζι, λουλούδια και τα σχετικά και ο Σφακιανάκης… στράβωσε. Γυρνάει και λέει προς τον Πέτζα «εντάξει μας έβαλες το τρίποντο, είσαι παικτάρα αλλά…». Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και ακούγεται ένα γιουχάρισμα από τον κόσμο και σταμάτησε να μιλάει και άρχισε πάλι να τραγουδάει.
Ήταν μία θεική βραδιά, απίστευτη για όλους μας και κυρίως για τον Πέτζα ο οποίος μετά έφυγε για το ΝΒΑ, αλλά μας άφησε κάτι απίστευτο για να τον θυμόμαστε.

Να πω και μία ιστορία που έμαθα πριν λίγες ημέρες από την αδελφή μου, η οποία εκείνη την περίοδο εργαζόνταν ως αεροσυνοδός και είχε έρθει στον αγώνα μαζί με δύο πιλότους.
Όταν έβαλε το τρίποντο ο Πέτζα, αυτοί έβαλαν τα κλάμματα γιατί δεν μπορούσαν τότε στο γεμάτο ΣΕΦ να εκφραστούν όπως θα ήθελαν, να φωνάζουν γιατί όλοι ξέρουμε τι θα γίνονταν. Και περνούσαν οι Ολυμπιακοί από μπροστά τους και τους έλεγαν «Δεν πειράζει παιδιά, του χρόνου θα τους κερδίσουμε» χωρίς να έχουν ιδέα ότι ήταν ΠΑΟΚτζήδες και έκλαιγαν από χαρά για την νίκη.