Είναι παιχταράς. Παιχταράς. Αν δεν το βλέπεις, τότε συμβαίνει ένα από τα δύο ακόλουθα πράγματα: 1) Τα οπαδικά σου γυαλιά θέλουν καθάρισμα, 2) Είσαι πιο ξεροκέφαλος κι από 8χρονο που δεν του πήραν το παιχνίδι που ήθελε για τα Χριστούγεννα.
Ναι, ο Βασίλης Σπανούλης είναι παιχταράς. Η καριέρα του μιλάει από μόνη της- ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, κραυγάζει-, τα ατομικά του κατορθώματα είναι αρκετά για να σχηματίσουν ένα τεράστιο όμικρον θαυμασμού στο στόμα κάθε αγνού φιλάθλου, η επιμονή του και η εργατικότητά του πρέπει να διδάσκονται σε μπασκετικά σεμινάρια, ενώ ακόμα και οι πιο αδαείς πέτρες ξέρουν πως το παιδί έχει ένα συγκεκριμένο μέρος του σώματός του αρκετά διογκωμένο- και μόνο τα μεγάλα σουτ που έχει βάλει ή η απόφασή του να πάει από τον Παναθηναϊκό στον Ολυμπιακό, αρκούν.
Ο Kill Bill με τους 14 πόντους που σημείωσε στο χθεσινό παιχνίδι με τον Ερυθρό Αστέρα ξεπέρασε τον Χουάν Κάρλος Ναβάρο (έναν επίσης αδιανόητο σκόρερ και παικταρά εν γένει, όσο κι αν μας είναι εξίσου συμπαθής με τον Μουσολίνι) και έγινε ο πρώτος σκόρερ όλων των εποχών στην Ευρωλίγκα (και τον προκάτοχό της, το Κύπελλο Πρωταθλητριών).
Ο αρχηγός των Ερυθρόλευκων έχει πλέον 4.323 πόντους έναντι 4.321 του Ισπανού θρύλου, την στιγμή που ο Γκάλης είναι 3ος με 4.040. Συνολικά, σε όλα τα κύπελλα Ευρώπης, ο Σπανούλης κυνηγάει τον Νικ των 4.894 πόντων (ο Βασίλης είναι πίσω 153 πόντους και, υπό νορμάλ συνθήκες, θα τον προσπεράσει).
Αυτά που κάνει εδώ και πάνω από 15 χρόνια ο V-Span είναι εκθαμβωτικά και ορθώς αποθεώνεται. Το νο7 είναι ένα από τα πληρέστερα επιθετικά «όπλα» της από εδώ πλευράς του Ατλαντικού και το ότι πάει να πιάσει τον Γκάλη είναι από μόνο του εξωπραγματικό. Μόνο που…
Μόνο που, να, ξέρετε, οι Θεοί δεν πιάνονται ποτέ. Αν επιλέξουμε να βαδίσουμε στην ατραπό των «ξερών» αριθμών, δεν υφίσταται καν σύγκριση. Ακόμα κι αν πάρουμε την κορυφαία διοργάνωση- την Ευρωλίγκα/ Κύπελλο Πρωταθλητριών- ο Βασίλης έφτασε τους 4.323 σε 336 παιχνίδια (μ.ο. 12,86), ο Ναβάρο τους 4.321 σε 366 (11,8) και ο Γκάλης τους 4.040 σε 125 (32,3)!
Σύμφωνοι: την εποχή που έπαιζε ο Νικ η τακτική- κατά μία πάρα πολύ απλοποιημένη έννοια, ωστόσο- των περισσοτέρων ομάδων ήταν «όσα βάλουμε και όσα φάμε», την στιγμή που τώρα πέφτει το ξύλο του ζωικού βασιλείου, και πιο συγκεκριμένα της αρκούδας, στο πίσω μισό του παρκέ.
Όμως, αλήθεια, πιστεύει έστω και ένας εκεί έξω πως ο Γκάλης στο μπάσκετ του σήμερα θα είχε μ.ο. καριέρας 12-13 πόντους; Για όσους είναι πιο αφελείς κι από τον Εύπιστο Θωμά, απλά να υπενθυμίσουμε ότι πίσω στην σεζόν 1993-1994-και με το άθλημα να έχει μπει στη λογική ομάδων όπως η Λιμόζ που πήγαινε τα ματς σε σκορ προπαιδικού πρωταθλήματος, με τους 60 πόντους να είναι ταβάνι,-ο αρχηγός τότε του Παναθηναϊκού είχε μ.ο. 22 πόντους.
Μικρή λεπτομέρεια: ο Γκάνγκστερ ήταν 37 ετών και αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ σε ολόκληρη τη διοργάνωση, ενώ παράλληλα ήταν πρώτος πασέρ και μέλος της καλύτερης πεντάδας. Στα 37 του αυτά, μια ηλικία που δύσκολα μπορεί να πει κανείς πως ο παίκτης έχει όλο το επαγγελματικό μέλλον μπροστά του.
Ακόμα κι αν δεχτούμε πως λόγω εποχής, λοιπόν, η αποδοτικότητά του θα έπεφτε και οι 40άρες δε θα ήταν «ακόμα μία μέρα στη δουλειά» αλλά η εξαίρεση, φαντάζει εξαιρετικά απίθανο να χρειαζόταν 336 αγώνες για να φτάσει τους 4.323 πόντους- τους 7.500-8000, ίσως.
Ωστόσο, δεν είναι η απλή παράθεση των νούμερων που τεκμαίρει το όποιο επιχείρημα υπέρ του πρώην άσου του Άρη, της Εθνικής και του ΠΑΟ. Ούτε το γεγονός πως η νοσταλγία, αυτή η «αγαπημένη αίσθησις» που έλεγε και ο Καβάφης, φοράει το πιο λαμπερό της φόρεμα και μας προκαλεί ανατριχίλες με τις ατέλειές της- όχι.
Είναι το γεγονός πως αν πρόλαβες τον Γκάλη, φίλε μου, ξέρεις. Ξέρεις πώς είναι να παίρνεις το ανέφικτο, να το κατεβάσεις στο επίπεδο του εφικτού και μετά να το σφυροκοπάς μέχρι να γίνει πραγματικότητα.
Ξέρεις πως ο Δαυίδ με τον Γολιάθ δεν ήταν απλά μια βιβλική ιστορία για πιστούς αγρίους, αλλά ένα μπασκετικό κομψοτέχνημα σ’ επανάληψη με έδρα το «Αλεξάνδρειο».
Ξέρεις πως ο Νικ, αν χρειαζόταν, θα έκανε 4-5 σπασίματα, θα έμενε στον αέρα για μια διευρυμένη πορτοκαλί ζωή και όταν οι αντίπαλοί του θα έπεφταν στο έδαφος, η μπάλα θα προσγειωνόταν μοιρολατρικά στο καλάθι.
Ξέρεις πως οι προπονητές πράγματι ασπάζονταν την τακτική που έλεγε πως «Κάναμε τα σχέδιά μας για τους υπόλοιπους 4 παίκτες. Για τον Γκάλη κάναμε μόνο την προσευχή μας».
Ξέρεις πως «ήταν ο παίκτης του 21ου αιώνα», «Ο ίδιος ο διάβολος», όπως είχε πει ο αδικοχαμένος «Γιος του διαβόλου», ο Ντράζεν Πέτροβιτς, «Ένας επιθετικός παίκτης που ποτέ δεν περίμενα να συναντήσω στην Ευρώπη», σύμφωνα με τον Τζόρνταν.
Ξέρεις. Και, μεταξύ μας, το ξέρω κι εγώ. Κι αυτός. Κι αυτή. Κι εμείς, κι εσείς, κι αυτοί- και όλοι.
Ξέρουμε πως το θαύμα φορούσε μια φανέλα με το νούμερο 6 ή το νούμερο 4 και όλοι μας έχουμε υπάρξει αμετανόητοι πιστοί του.
Ο Βασίλης Σπανούλης είναι ένας μυθικός παιχταράς που άλλαξε εν πολλοίς την ιστορία του ελληνικού κι ευρωπαϊκού μπάσκετ και όμοιός του δύσκολα θα ξαναβγεί.
Από την άλλη, όμως, υπάρχει ένας υπέροχος στίχος των Active Member που εξηγεί τα πάντα και στέλνει το παρόν να συνθλιβεί στην στοργική αγκάλη του παρελθόντος.
Πηγαίνει, που λέτε, κάπως έτσι:
«Άντε πες του για μπάσκετ αφού δεν πρόλαβε τον Γκάλη,
Θα νομίζει τώρα η μπάλα είναι πιο μεγάλη…»