MENU
ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΥΠΕΛΛΟ 2026: Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΣΤΗ ΣΕΝΤΡΑ
Advertisement

Πίσω από τα σφυρίγματα, τα συνθήματα και την ένταση των εξέδρων κρύβεται μια πληγή που δεν έχει κλείσει ακόμη, 40 και βάλε χρόνια μετά: ο πόλεμος των Φώκλαντ, μια σύγκρουση 74 ημερών που άφησε πίσω της εκατοντάδες νεκρούς και άλλαξε για πάντα τις σχέσεις των δύο χωρών.

Τα νησιά Φώκλαντ, ή Ισλας Μαλβίνας όπως τα αποκαλεί η Αργεντινή, είναι ένα σύμπλεγμα βραχωδών νησιών στον νότιο Ατλαντικό, περίπου 480 χιλιόμετρα ανατολικά της ακτής της Παταγονίας.

Βρετανικό έδαφος από το 1833, τα νησιά αποτελούσαν ανέκαθεν αντικείμενο διεκδίκησης από το Μπουένος Άιρες, το οποίο θεωρούσε -και θεωρεί ακόμη- πως η βρετανική παρουσία εκεί αποτελεί απομεινάρι αποικιοκρατίας σε λατινοαμερικανικό έδαφος. Για δεκαετίες το ζήτημα παρέμενε στη σφαίρα της διπλωματίας, με διαπραγματεύσεις στα Ηνωμένα Έθνη που δεν οδηγούσαν πουθενά.

Όλα άλλαξαν στις 2 Απριλίου 1982, όταν η στρατιωτική χούντα της Αργεντινής, με επικεφαλής τον στρατηγό Λεοπόλδο Γκαλτιέρι, διέταξε την εισβολή στα νησιά. Η απόφαση δεν ήταν τυχαία: Η χούντα βρισκόταν αντιμέτωπη με βαθιά οικονομική κρίση, τεράστια λαϊκή δυσαρέσκεια και κατηγορίες για εξαφανίσεις χιλιάδων πολιτών κατά τη διάρκεια του λεγόμενου «Βρώμικου Πολέμου».

Μια εθνικιστική νίκη στα Μαλβίνας φάνταζε ως ιδανική διέξοδος για να αποσπάσει η κυβέρνηση την προσοχή από τα εσωτερικά της προβλήματα και να ανακτήσει κάποιο κύρος. Ο Γκαλτιέρι, εμφανιζόμενος μπροστά σε ενθουσιώδη πλήθη στην Πλατεία Μάγιο του Μπουένος Άιρες λίγες ημέρες μετά την εισβολή, δήλωσε πως «η Αργεντινή έχει ανακτήσει αυτό που πάντα ήταν δικό της».

Η αντίδραση της Βρετανίας

Η αντίδραση της Βρετανίας ήταν άμεση και αποφασιστική. Η πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία βρισκόταν εκείνη την περίοδο αντιμέτωπη με χαμηλά ποσοστά δημοτικότητας λόγω της οικονομικής πολιτικής της, αποφάσισε να στείλει έναν ολόκληρο στρατιωτικό στόλο στον νότιο Ατλαντικό, σε απόσταση πάνω από 12.000 χιλιομέτρων από τη Βρετανία.

«Δεν πρόκειται να επιτρέψουμε σε καμία δικτατορία να καταπατήσει βρετανικό έδαφος και βρετανικούς πολίτες», δήλωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων, θέτοντας τους όρους μιας σύγκρουσης που ελάχιστοι περίμεναν να φτάσει τόσο μακριά.

Ο πόλεμος που ακολούθησε ήταν σύντομος αλλά αιματηρός. Βρετανικά πλοία, αεροσκάφη Χάριερ και μονάδες πεζοναυτών αντιμετώπισαν τις αργεντίνικες δυνάμεις σε μια σειρά από συγκρούσεις στη θάλασσα, στον αέρα και στην ξηρά.

Η βύθιση του αργεντίνικου καταδρομικού «Χενεράλ Μπελγκράνο» στις 2 Μαΐου, με 323 νεκρούς ναύτες, παραμένει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα επεισόδια της σύγκρουσης, καθώς το πλοίο βρισκόταν εκτός της βρετανικής αποκλεισμένης ζώνης όταν χτυπήθηκε από βρετανικό υποβρύχιο. Λίγες ημέρες αργότερα, η Αργεντινή απάντησε βυθίζοντας το βρετανικό αντιτορπιλικό «Σέφιλντ» με πύραυλο Εξοσέτ, σκοτώνοντας 20 μέλη του πληρώματος.

Η σύγκρουση έληξε στις 14 Ιουνίου 1982 με την παράδοση των αργεντίνικων δυνάμεων στην πρωτεύουσα των νησιών, το Πορτ Στάνλεϊ. Συνολικά, ο πόλεμος στοίχισε τη ζωή σε 649 Αργεντίνους στρατιώτες, 255 Βρετανούς στρατιωτικούς και τρεις πολίτες των νησιών. Πολλοί από τους Αργεντίνους στρατιώτες ήταν νεαροί κληρωτοί, ελάχιστα εκπαιδευμένοι και κακώς εξοπλισμένοι για τις ακραίες καιρικές συνθήκες του νότιου Ατλαντικού – μια λεπτομέρεια που έχει μείνει βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη της Αργεντινής μέχρι σήμερα.

Οι πολιτικές συνέπειες και για τις δύο πλευρές

Οι πολιτικές συνέπειες ήταν άμεσες και για τις δύο πλευρές. Στην Αργεντινή, η ήττα οδήγησε στην κατάρρευση της χούντας και στην επιστροφή της χώρας στη δημοκρατία το 1983. Στη Βρετανία, αντίθετα, η νίκη ενίσχυσε δραματικά τη δημοτικότητα της Θάτσερ, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επανεκλογή της το 1983 με συντριπτική πλειοψηφία.

Το ζήτημα της κυριαρχίας παραμένει ανοιχτό μέχρι σήμερα. Δημοψήφισμα που διεξήχθη στα νησιά το 2013 έδειξε πως η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων –99,8%– επιθυμεί να παραμείνει βρετανικό έδαφος, όμως η Αργεντινή εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει το αποτέλεσμα, θεωρώντας πως οι κάτοικοι είναι ουσιαστικά αποικιακοί έποικοι χωρίς δικαίωμα αυτοδιάθεσης σε ζήτημα εδαφικής κυριαρχίας. Κάθε αργεντίνικη κυβέρνηση, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, συνεχίζει να διεκδικεί επίσημα τα νησιά ως αναπόσπαστο κομμάτι της εθνικής επικράτειας.

Είναι ακριβώς αυτή η ίδια ιστορία που μεταφέρεται στα γήπεδα κάθε φορά που οι δύο εθνικές ομάδες παρατάσσονται η μία απέναντι στην άλλη. Το περίφημο «Χέρι του Θεού» του Ντιέγκο Μαραντόνα στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986, μόλις τέσσερα χρόνια μετά τον πόλεμο, δεν ήταν απλώς ένα φάουλ που πέρασε απαρατήρητο από τον διαιτητή.

Ήταν, όπως ο ίδιος ο Μαραντόνα περιέγραψε αργότερα, μια «μικρή εκδίκηση» για μια χώρα που ένιωθε ταπεινωμένη. «Ήταν σαν να κλέβαμε το πορτοφόλι των Άγγλων», είχε πει χαρακτηριστικά ο Αργεντίνος θρύλος, περιγράφοντας τη νίκη εκείνης της αναμέτρησης ως κάτι πολύ πέρα από το ποδόσφαιρο...

Πηγή: iefimerida.gr

Αγγλοι εναντίον Αργεντινών: Τι συνέβη στον πόλεμο των 74 ημερών; Η ιστορία των Φώκλαντ