MENU

Ο ΠΑΟΚ του «μηδέν στα πέντε» σε ντέρμπι με έναν σχηματισμό και μια διάταξη αλλόκοτη και μακριά από τα θέλω του προπονητή του, η ΑΕΚ λειψή και με μια αρχική ορμή που ξεφούσκωσε μετά το πρώτο τέταρτο αδιάκοπου πρέσινγκ.

Μοιραία το παιχνίδι κύλησε βασιζόμενο στις ατομικές εξάρσεις και στα μεμονωμένα επεισόδια. Η Τούμπα ήταν κρύα, νωθρή, νωχελική. Έτσι ήταν και ο ΠΑΟΚ, που υποτίθεται όφειλε να ψάξει περισσότερο τη νίκη και λόγω έδρας και λόγω βαθμολογικού ενδιαφέροντος.

Πέραν του Μπίσεσβαρ ωστόσο και κάποιων εξάρσεων του Βιεϊρίνια δεν υπήρχε το παραμικρό συντεταγμένο σχέδιο ανάπτυξης και επίθεσης. Μεγάλες μπαλιές από τα στόπερ, ένα άβολο ποδόσφαιρο που δεν πιστεύει καλά-καλά ούτε ο ίδιος ο Φερέιρα. 

Οι έμπειροι και οι «ψημένοι» σε αυτού του είδους τα παιχνίδια το γνώριζαν ότι το ματς της Τούμπας επρόκειτο να κριθεί από μια φάση, μια στημένη μπάλα, ένα λάθος. Το λάθος τελικά το έκανε ο Σιμόες που υπέπεσε σε ένα πέναλτι απ’ εκείνα που δεν γίνονται ούτε στις αλάνες. Προσωπική εκτίμηση ότι προηγείται φάουλ του Σφιντέρσκι πάνω στον Βράνιες, αλλά δεν συνεκτιμήθηκε στη φάση, ούτε μάθαμε εάν το είδε ο VAR.

Θα περίμενε κανείς ότι μετά την εύστοχη εκτέλεση του Βιεϊρίνια, ο ΠΑΟΚ απαλλαγμένος από το άγχος θα απέδιδε κάπως καλύτερα. Είχε τη μια φάση με τον Μπίσεσβαρ να καθαρίσει το παιχνίδι, πέραν τούτου όμως ουδέν.

Η ΑΕΚ με την αλλαγή του Νέλσον Ολιβέιρα βρήκε πατήματα, έπαψε να έχει παθητικό ρόλο και απείλησε. Δικαιούταν ένα γκολ, δεν το βρήκε και έβαλε σε σκέψεις το κοινό της για το αν ο Καρέρα έπρεπε να ρισκάρει νωρίτερα απέναντι σε έναν τόσο νωθρό και εκτός ρυθμού ΠΑΟΚ.

Προσωπικά δεν είδα την τεράστια διαφορά ποιότητας, απλούστατα διότι ο Φερέιρα επέλεξε Μίσιτς και Εσίτι στον άξονα, ακυρώνοντας το ίδιο το παιχνίδι της ομάδας του. Ο Βαρέλα ανέβαινε, ο Ίνγκασον έδινε δύναμη και νεύρο, αλλά καμία ομάδα δεν αποδίδει ποδόσφαιρο κομμένη στη μέση.

Ειδικά από τη στιγμή που η ΑΕΚ διέθετε και Κρστιτσιτς και Σαμπανάτζοβιτς στο κέντρο, με τον Σιμόες σε ρόλο «σύρτη» πίσω τους, η μοναδική επιλογή του ΠΑΟΚ ήταν οι μεγάλες πάσες. Κακό θέαμα, κακή ανάπτυξη, κακό πλάνο.

Ένα παιχνίδι που έγερνε προς την ισοπαλία έληξε με τον ΠΑΟΚ νικητή γιατί η ΑΕΚ είτε δεν ρίσκαρε νωρίς είτε δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευτεί το καλό της διάστημα.

Αυτή θα ήταν μέσες άκρες η αμιγώς αγωνιστική ανάλυση του χθεσινοβραδινού αγώνα της Τούμπας. Με την ειδοποιό διαφορά ότι στο ελληνικό πρωτάθλημα, το μείζον έχει πάψει να είναι το αγωνιστικό στοιχείο και ασχολούμαστε αποκλειστικά και μόνο με τη διαιτησία και την «επικοινωνία».

Αρχικά στο ελληνικό ποδόσφαιρο ακυρώσαμε τους διαιτητές. Τώρα και τους ξένους διαιτητές. Βρήκαμε τρόπο να αποδομήσουμε το VAR, το οποίο εξάλλου αγοράσαμε «λειψό» γιατί ήταν λέει ακριβή η τεχνολογία της γραμμής.

Κανείς δεν φρόντισε να εξηγήσει στο κοινό ότι η γραμμή που βλέπουμε εμείς 9 στις 10 φορές στον τηλεοπτικό δέκτη δεν εμφανίζεται στην οθόνη του βοηθού διαιτητή στην αίθουσα προβολών. Δεν επικοινωνήθηκε ποτέ σωστά και από κανέναν τι βλέπει, πως το βλέπει και από ποιο σημείο βλέπει ο διαιτητής την επίμαχη φάση.

Τούτου δοθέντος, όλη η ιστορία με το VAR στην Ελλάδα ξεκίνησε από λάθος αφετηρία και αφέθηκε στη δικαιοδοσία των «ειδικών» δημοσιογράφων και ρεπόρτερ, οι οποίοι όπως με θλίψη διαπιστώνουν οι ψύχραιμοι και αντικειμενικοί φίλοι του σπορ, άγονται και φέρονται από την «επικοινωνία» των ΠΑΕ.

Και εδώ καταλήγουμε στη νοσηρή κατάσταση που επικρατεί στο Μεντεγίν των Βαλκανίων. Για να είμαι ακριβής, στο Μεντεγίν της δεκαετίας του ’80 γιατί ακόμα και στην Κολομβία διορθώθηκε η κατάσταση και σήμερα η πόλη του Πάμπλο Εσκομπάρ έχει μετατραπεί σε τουριστικό θέρετρο.

Ζούμε σε ένα περιβάλλον δεύτερης ατζέντας, σε ένα περιβάλλον στο οποίο δεν έχει σημασία τι λέει κανείς, αλλά ποιος το λέει, που ανήκει, ποιον εξυπηρετεί. Με τα Μέσα να ελέγχονται από ιδιοκτήτες ΠΑΕ και ΚΑΕ είναι αδύνατον για τον απλό φίλαθλο να ξεχωρίσει την αλήθεια από τη μισή αλήθεια.

Όσοι είναι λίγο πιο κοντά στα πράγματα αντιλαμβάνονται πάρα πολύ εύκολα και τους επικοινωνιακούς μηχανισμούς και την πολιτική των «μετρ της επικοινωνίας» που λυμαίνονται τις ΠΑΕ και οδηγούν το κοινό εκεί που θέλουν προκειμένου να εξυπηρετήσουν την ατζέντα τους. Δεν είμαι βέβαιος για ποιο λόγο ακολουθούν όλοι οι επαγγελματίες του χώρου και το κοινό σαν πρόβατα. Έχω όμως την αίσθηση ότι ζούμε στην εποχή των «ανθρώπων του προέδρου». 

Ο άνθρωπος του προέδρου, ο αυλικός, ο βασικότερος του βασιλέως μπορεί να βρίσκεται παντού. Στον προθάλαμο του γραφείου του ιδιοκτήτη, στη σουίτα, στο προπονητικό κέντρο, στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, παντού. Έχει λόγο για τα πάντα, αφήνει να εννοηθεί ότι εκφράζει απευθείας το «μεγάλο», έχει άποψη για τα οικονομικά, την εταιρική πολιτική, την ομάδα, τον προπονητή, τους παίκτες, ακόμα και για το ύψος του γκαζόν στο γήπεδο. 

Σπάνια είναι κάποιος που έχει γράψει χιλιόμετρα στην ομάδα, σπάνια θα τον ξαναδείς να ασχολείται όταν ο «μεγάλος» σιχτιρίσει και αποχωρήσει. Η μεγάλη του δύναμη είναι ότι τον έχει επιλέξει ο βασιλιάς, όλοι οι υπόλοιποι τον σέβονται και υπομένουν τους παραλογισμούς και τις εκτροπές του ακριβώς επειδή υπάρχει η υπόνοια (που πολλές φορές γίνεται βεβαιότητα) πως όντως είναι επιλογή του «μεγάλου».

Το κακό με τον άνθρωπο του προέδρου είναι ότι στην προσπάθειά του να γίνει αρεστός, δεν καταλαβαίνει που βρίσκεται, ενίοτε τα κάνει μπάχαλο προσπαθώντας να ασκήσει επικοινωνιακή πολιτική και δεν κατανοεί βασικά χαρακτηριστικά του «πελάτη». Την κούραση, τη φθορά, την κοινή λογική, την εξέλιξη και τη δύναμη της πληροφορίας. 

Κάποτε η ζωή του αυλικού ήταν απείρως ευκολότερη, αρκούσε ένα πηχυαίος τίτλος, μια σωστή «διαρροή» στους σωστούς «φίλους», ένα καλό σότο στη σωστή παρέα. Πλέον είναι υποχρεωμένος να συγκρούεται, να τετραγωνίζει τον κύκλο, να αυτοπαγιδεύεται σε αντιφάσεις συνήθως προϊόντα ναρκισσισμού και αναξιοπρέπειας. Διότι ο άνθρωπος του προέδρου όσο περισσότερο χρόνο μένει στο πλευρό του μεγάλου, τόσο περισσότερο ωραιοπαθής και άτεγκτος γίνεται.

Ιστορικά ο ρόλος του είναι από τους πιο σημαντικούς, πολλές φορές υπερβαίνει και τον ίδιο το βασιλιά που ενίοτε υποκαθιστά. Συνήθως γιατί ο «μεγάλος» φθείρεται, κουράζεται, φοβάται ή πέφτει έξω στις εκτιμήσεις του. Και τότε ο αυλικός πρέπει να φορέσει το καλό του το κοστούμι, να βάλει το μυαλό του να δουλέψει και χαμογελαστός και έμπλεος θετικής ενέργειας να κάνει το βασιλιά να νιώσει ασφαλής. 

Να του φτιάξει τη διάθεση με ευχάριστες ειδήσεις, να κάνει μια διαφορετική ανάγνωση της πραγματικότητας, να πει αυτά που το αφεντικό θέλει να ακούσει. Εκεί θεμελιώνεται η ισχύς του ανθρώπου του προέδρου, εκεί όμως τεκμηριώνεται και το χαμερπές του ρόλου του. Η ανασφάλεια του προέδρου είναι η πιο αγαπημένη στιγμή του. 

Τότε αποκτά επιτελικό ρόλο, τότε κερδίζει την εμπιστοσύνη του θολωμένου αφεντικού που πιεζόμενος από τις άσχημες εξελίξεις σε οποιοδήποτε θέμα, εμπιστεύεται ολοένα και λιγότερους και – ανθρώπινα – προτιμά εκείνους που στέκονται δίπλα του. Το κακό με το βασιλιά όμως είναι ότι δεν καταλαβαίνει ποτέ ότι ο αυλικός θα είναι εκείνος που θα τον ανεβάσει πρώτος στο ικρίωμα, όταν ο δρόμος δεν θα έχει επιστροφή. 

Γιατί το κύριο μέλημα του ανθρώπου του προέδρου, είναι να επιζήσει περισσότερο κι από το αφεντικό του, να βρει το επόμενο αφεντικό αποδομώντας το προηγούμενο. Άπειρα πραγματικά τα παραδείγματα, εύγλωττα στην Ελλάδα που το σύστημα των αυλικών κυριαρχεί και εξελίσσεται πάνω από δυο δεκαετίες.

Ο άνθρωπος του προέδρου από αγνώμων μετατρέπεται σε αυθεντία, φτιάχνει τη δική του αυλή μέσα στην αυλή του ηγεμόνα, περιφρονεί τους υπόλοιπους, γαντζώνεται από ευκαιριακές συμπτώσεις, παρασύρεται και ονειρεύεται ότι μπορεί και ο ίδιος να γίνει τέτοιος.

Δεν είναι άλλωστε και λίγα τα παραδείγματα των αυλικών που παρουσιάζονται ως ηγεμόνες και διοικούν ουσιαστικά διοικούμενοι. Οι επικίνδυνοι είναι ανέκαθεν εκείνοι που ενώ είναι βασιλείς, καμουφλάρονται σαν αυλικοί.

Υπάρχουν και οι πραγματικά ισχυροί, οι αφανείς. Αυτούς πρέπει πραγματικά να τους φοβάσαι, δεν εκτίθενται ποτέ, χρησιμοποιούν τόσο τον πρόεδρο όσο και τους ανθρώπους του για τόσο όσο εξυπηρετούνται τα σχέδιά τους. Όταν πάρουν αυτό που θέλουν, συνήθως τους πετάνε στο παρακείμενο πτυελοδοχείο, μερικές φορές τους ρίχνουν και γυμνούς στο λάκκο των λεόντων, βορά στην αρένα του όχλου απ’ όπου δεν γλυτώνει κανείς.

Αυτό που μόλις διαβάσατε, είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι του ελληνικού ποδοσφαίρου. Χωρίς ονόματα ασφαλώς, μόνο με καταστάσεις να φωτογραφίζονται για τον υποψιασμένο αναγνώστη και τον σκεπτόμενο οπαδό. Επ’ ουδενί το φίλαθλο, διότι μόνον ο οπαδός έχει επίγνωση του γεγονότος ότι το ποδόσφαιρο εδώ και δεκαετίες στην Ελλάδα, είναι διαπλοκή, πολιτική, παραοικονομία και κώδικες νύχτας. Βαθιάς νύχτας.

Το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι μια μίξη από τα καλύτερα επεισόδια του Wire, του Breaking Bad και των Sopranos. Έχει πρωτοπαλήκαρα που επιστρατεύονται κάθε φορά που το πράγμα στραβώνει για τους ηγεμόνες του και πορεύεται με την αλληλουχία και την εκνευριστική συνέπεια της διαφθοράς στις παραβατικές κοινωνίες. 

Έχει δομές και πρωταγωνιστές που έχουν και πολιτικό έρεισμα, χαλάει τις ψυχές και τις Κυριακές των ελάχιστων που είτε πληρώνουν ένα εισιτήριο για να παρακολουθήσουν ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι είτε σπαταλούν δυο ώρες από την Κυριακή τους για να παρακολουθήσουν την ομάδα τους.

Πολλές φορές αισθάνομαι ότι παρακολουθούμε το ίδιο χιλιοπαιγμένο έργο. Βλέπω ήδη τη νέα διοικούσα της UEFA το καλοκαίρι, διακρίνω ήδη το κεφάλι του Μέλο Περέιρα στο ασημένιο πιάτο, αντιλαμβάνομαι ότι όσο πλησιάζουμε στο τέλος του πρωταθλήματος και τα πολύ δύσκολα play offs με τα απανωτά ντέρμπι, περισσότερες είναι οι πιθανότητες να μην τελειώσει το πρωτάθλημα παρά να ολοκληρωθεί κανονικά με πρωταθλητή και χαμένο.

Κάποτε υπερίσχυε η ρομαντική άποψη «να προστατεύσουμε το προϊόν». Πλέον το ίδιο το προϊόν είναι τόσο όζον που απωθεί ακόμα και τους φανατικούς του. Θαυμάζω όσους αντέχουν, με εκπλήσσουν οι άνθρωποι που προσπαθούν να μιλήσουν για ποδόσφαιρο και δεν επιδίδονται σε διαγωνισμό εμετού στα social media και στα private chats. 

Θεωρώ ότι εν γνώσει τους υποβιβάζουν τον εαυτό τους και κυλιούνται στο βούρκο, αλλά ειδικά για τους επαγγελματίες θα περίμενα τη χάραξη ενός ορίου αξιοπρέπειας. Δυστυχώς έχει χαθεί κάθε μέτρο, κάθε έξωθεν καλή μαρτυρία, κάθε περιθώριο καλής πρόθεσης. Παρεκκλίναμε τόσο πολύ που αμφισβητείται ακόμα και η ευθυκρισία στον ίδιο μας τον εαυτό. Αυτή είναι η μεγαλύτερη διάβρωση και η σοβαρότερη ένδειξη ότι ο δρόμος πλέον δεν έχει γυρισμό.

Ένας δρόμος χωρίς γυρισμό
EVENTS