Η φιλοδοξία. Η υπέρμετρη φιλοδοξία -έλεγε ο Αίσωπος- θολώνει το μυαλό. Παραμορφώνει τα πάντα. Δημιουργεί ψεύτικες ανάγκες και ψευδαισθήσεις. Είναι το καύσιμο προς την κορυφή, αλλά η υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή.
Στα 14 του ζούσε ήδη σε ένα παραμύθι. Προπονούνταν με την πρώτη ομάδα της Ίντερ Τούρκου, της ομάδας που υποστήριζε. Του φέρονταν όλοι σαν ένα λουλούδι που δεν τολμάς να το αγγίξεις, το μυρίζεις μόνο από μακριά, μη τυχόν και το πληγώσεις.
Διάβαζε στο διαδίκτυο αφιερώματα, όπως αυτό της Guardian, που τον συμπεριλάμβανε ανάμεσα στα 50 κορυφαία ταλέντα της γενιάς του. Όχι, στη Φινλανδία, ούτε στην Σκανδιναβία. Σε ολόκληρο τον κόσμο!
Άκουγε να τον φωνάζουν “Φινλανδό Πίρλο”. Κι αυτός ήταν ακόμα ανήλικος και παρότι είχε χάσει τον πατέρα του σε ηλικία 5 ετών, ζούσε σε ένα προστατευτικό περιβάλλον στο οποίο τα πάντα τα κανόνιζε η μαμά.
Είχε κάνει ντεμπούτο του στην πρώτη κατηγορία πριν καν γίνει 16, είχε αρχίζει να δοκιμάζεται σε μερικούς από τους κορυφαίους ευρωπαϊκούς συλλόγους, την Τότεναμ, την Άστον Βίλα, την Γιουβέντους.
Η τελευταία του πρότεινε και συμβόλαιο. Εκείνος, όμως, σκέφτηκε ώριμα και θεώρησε ότι το οικοσύστημα της Μίντιλαντ θα ήταν το κατάλληλο σκαλοπάτι προς την κορυφή.
Ήταν ανήλικος και το πρώτο του σπίτι σε μία ξένη χώρα ήταν ένα δωμάτιο σε μία φοιτητική λέσχη. Μέσα είχε ένα κρεβάτι, ένα γραφείο, ένα κουζινάκι και μία τηλεόραση. Τίποτα άλλο.
Και σαν να μην έφτανε όλο αυτό, έπρεπε να κερδίσει μία θέση στην πρώτη ομάδα, μέσω της ομάδας νέων.
Αλλιώς, τα περίμενε. Αλλιώς, του τα είχαν πει.
Μέχρι τότε, είχε ακούσει για τον ρόλο που παίζει η διατροφή για έναν αθλητή, αλλά δεν έδινε και μεγάλη σημασία. Έτσι κι αλλιώς, έτρωγε ότι του μαγείρευε η μητέρα του.
Εδώ, ήταν αλλιώς. Έπρεπε πια να μάθει ψωνίζει και να μαγειρεύει ο ίδιος για να τρώει.
Αυτό που του έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση ήταν η καθημερινή μέτρηση βάρους και ποσοστών λίπους που έκανε η ομάδα. Αρχικά, ήταν σαν αστείο.
Μετά έγινε ένας εσωτερικός ανταγωνισμός. Μετά, έγινε εμμονή. Ποιος θα έχει το μικρότερο ποσοστό λίπους.
Η υπέρμετρη φιλοδοξία του Κάαν Καϊρίνεν άρχισε να λειτουργεί ως μπούμερανγκ. Χωρίς να έχει ιδέα τι είναι αυτές οι μετρήσεις, χωρίς να ξέρει πως κάθε σώμα έχει άλλες ανάγκες, άρχισε να κόβει πράγματα από την διατροφή του.
Αρχικά έκοψε την ζάχαρη. Μετά το βούτυρο. Μετά όλα τα λίπη. Αργότερα του υδατάνθρακες. Η προσπάθεια του να μειώσει το σωματικό του λίπος, χωρίς να έχει ιδέα τι σημαίνει αυτό για το σώμα του, εξελίχθηκε σε μία διατροφική διαταραχή.
Άρχισε να μην έχει ενέργεια στο γήπεδο, οι μύες του άρχισαν να γίνονται πιο επιρρεπείς σε μικροτραυματισμούς, άρχισε να γίνεται φιλάσθενος.
Νόμιζε ότι όλο αυτό ήταν απλώς… ατυχία.
Μόλις έγινε 18 μετακόμισε σε δικό του σπίτι. Πήρε αυτοκίνητο. Ωστόσο, δεν έγινε περισσότερο ευτυχισμένος.
Η αργή ποδοσφαιρική του ανάπτυξη, άρχισε να φέρνει έναν άλλο αόρατο εχθρό μέσα του: την κατάθλιψη.
Άρχισε να μην έχει όρεξη για τίποτα. Μετά τις προπονήσεις κλεινόταν στο σπίτι, κάνοντας μαύρες σκέψεις. ή να παίζει Playstation σκοτώνοντας τις ώρες του.
Δεν ευχαριστιόταν το ποδόσφαιρο, τις παρέες, τη ζωή του, απλώς κλεινόταν στο δωμάτιο, χωρίς να μπορεί να εκφράσει τα συναισθήματα του σε κανέναν.
Φοβόταν να μιλήσει, τι θα έλεγε άραγε ο κόσμος αν η μεγάλη ελπίδα του φινλανδικού ποδοσφαίρου έβγαζε προς τα έξω ότι είναι αδύναμος και φλερτάρει με την αποτυχία σε μία ξένη χώρα;
Κάποιες στιγμές, όπως παραδέχθηκε πολύ αργότερα, η θέληση του για ζωή ήταν μηδενική. Ξυπνούσε κουρασμένος, προπονούνταν άδειος και γύριζε σπίτι λυπημένος,
Πέρασε πολλά βράδια στο σκοτάδι, κλαίγοντας και ρωτώντας τον εαυτό του γιατί ήταν εκεί. Αν άξιζε όλο αυτό. Χιλιάδες γιατί, στα οποία δεν είχε απολύτως καμία απάντηση.
Ένιωθε ότι τίποτα δεν είχε νόημα, ότι δεν ήθελε να παίζει ποδόσφαιρο άλλο πια. Τότε κατάλαβε ότι δεν ήταν υγιής. Ούτε σωματικά, ούτε πνευματικά.
Και μίλησε.
Η άφιξη της μητέρα του στην Γιουτλάνδη τον βοήθησε να βγει από το αδιέξοδο. Τα φαγητά της, τον βοήθησαν να ξεμπλοκάρει μέσα του.
Το μονοπάτι δεν ήταν εύκολο, ακολούθησαν τέσσερις δανεισμοί σε Σκίβε, Ίντερ Τούρκου, Ελσίνκι, Λίλεστρομ, αλλά πλέον μέσα του ήξερε ότι παίζει μπάλα για τον εαυτό του, όχι για να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των άλλων.
Κι όταν τον Ιανουάριο του 2023 ο παλιός του προπονητής στην Μίντιλαντ, Μπράιαν Πρίσκε έψαχνε για έναν τεχνίτη μέσο για την Σπάρτα Πράγας ήξερε ότι δεν είχε να κάνει με έναν ανασφαλή έφηβο, αλλά με έναν ώριμο άντρα, που ξέρει τι θέλει από την καριέρα του.
Στα 3,5 χρόνια που έμεινε στην Τσεχία, ο Κάαν Καϊρίνεν με το γλυκό αριστερό πόδι έγινε η απόλυτη σταθερά μιας ομάδας που πήρε δύο πρωταθλήματα, ένα νταμπλ και έπαιξε στο Champions League μετά από 19 χρόνια απουσίας.
Σε έναν ιδιαίτερο τακτικό σχηματισμό (3-4-3), ο Φινλανδός ήταν όντως κάτι σαν Πίρλο, ένας deep-lying playmaker, ένας οργανωτής από πίσω, που παίρνει όλα τα στημένα και φτιάχνει όλο το παιχνίδι από πίσω.
Σε αυτό το διάστημα των 3,5 ετών έπαιξε των εξωπραγματικό αριθμό των 151 παιχνιδιών (7 γκολ / 24 ασίστ), ουσιαστικά ήταν το αντίβαρο στα χαφ του Χρήστου Ζαφείρη που έπαιζε για την… μισητή Σλάβια.
Ο υψηλόσωμος (1,86) Φινλανδός μέσος με τις τουρκικές ρίζες, στα 27 του δεν συγκαταλέγεται στα κορυφαία ταλέντα του κόσμου, όπως προφήτευσε η Guardian, ωστόσο αισθάνεται πιο σίγουρος από ποτέ για τον εαυτό του.
Και η μεταγραφή του στην ΑΕΚ έρχεται για να αποδείξει ότι στην πραγματικότητα ποτέ δεν είναι αργά για να γίνεις αυτό που θα μπορούσες να είχες γίνει!