Το όνομά του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τα «πέτρινα» χρόνια του Παναθηναϊκού στο βόλεϊ. Δεν θα έλεγε κανείς ότι αποτελεί μέρος του «πράσινου» Hall of Fame. Ένα πρωτάθλημα Ελλάδας κατάφερε να κατακτήσει με το τριφύλλι στο στήθος, και αυτό ως αναπληρωματικός πια, την περίοδο 1994-95. Τις εποχές που αγωνιζόταν ως βασικός (late 80s - early 90s), ο Παναθηναϊκός είχε εδραιωθεί στη δεύτερη θέση, με τον πανίσχυρο τότε Ολυμπιακό να κατακτά πανεύκολα τους εγχώριους τίτλους και να πετυχαίνει προκρίσεις σε φάιναλ φορ ευρωπαϊκών διοργανώσεων. Η ψαλίδα μεταξύ των «αιωνίων» είχε ανοίξει διάπλατα. Την περίοδο 1992-93, μάλιστα, η άλλοτε κραταιά ομάδα του Συλλόγου Μεγάλου, για πρώτη φορά στην ιστορία της, δεν κατόρθωσε να τερματίσει σε θέση ικανή να της χαρίσει ευρωπαϊκό εισιτήριο.
Ήμουν κάπου εννέα ή δέκα ετών, όταν παρακολουθούσα έναν αγώνα βόλεϊ μεταξύ Παναθηναϊκού και Ολυμπιακού. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μία εικόνα από το εν λόγω παιχνίδι. Έναν παίκτη του Τριφυλλιού να δέχεται ένα αριστοκρατικό μονό «ερυθρόλευκο» μπλοκ, να πέφτει κάτω και ο αντίπαλός του να τον κοιτάζει υποτιμητικά, με μια έκφραση υπεροχής, την οποία δεν θα ξεχάσω ποτέ. Στο παιχνίδι αυτό, ο Παναθηναϊκός ηττήθηκε 3-0, με το ένα από τα τρία σετ να ολοκληρώνεται με το πρωτοφανές όσο και ατιμωτικό 15-1. Τα «χρυσά» χρόνια είχαν περάσει ανεπιστρεπτί...
Δεν αποκλείω να ήταν ο Βαγγέλης Κουτουλέας ο παίκτης που προσπάθησε ανεπιτυχώς να καρφώσει την μπάλα στο τερέν των Πειραιωτών. Σήμερα, κάπου τριάντα χρόνια έπειτα από την αμυδρή αυτή ανάμνηση, σκέφτομαι ότι δεν μπορούμε να ζητάμε τον λόγο από κανέναν αθλητή, αν δεν κατάφερε να μας χαρίσει κάποιες φορές αυτά που προσδοκούμε ως οπαδοί. Στο κάτω κάτω, ντροπή δεν είναι να είσαι χειρότερος και να χάνεις. Ντροπή είναι να μην προσπαθείς να γίνεις καλύτερος για να κερδίσεις. Και ο Μεσσήνιος βολεϊμπολίστας του Παναθηναϊκού, ο οποίος αγωνίστηκε οκτώ ολόκληρα χρόνια με τη φανέλα του συλλόγου σε χρόνια δύσκολα, πάντα έδινε τον καλύτερο του εαυτό, πάντα πάλευε για τον πόντο ή την αλλαγή (το παλιό σύστημα, τότε που ένα ματς μπορούσε να υπερβεί και τις τέσσερις ώρες) και ο ιδρώτας του έσταξε αμέτρητες φορές στο τσιμεντένιο δάπεδο -και μετέπειτα ξύλινο παρκέ- του «Τάφου του Ινδού». Αποτελεί, λοιπόν, ένδοξο και αγαπημένο κομμάτι του αθηναϊκού συλλόγου. Δηλαδή... αποτελούσε.
Τα μεσάνυχτα του Σαββάτου, ο ενεστώτας έγινε παρατατικός και αόριστος. Ο Βαγγέλης Κουτουλέας δέχτηκε μπλοκ από τον πιο δυσκολοκατάβλητο αντίπαλο που συνάντησε ποτέ στο διάβα του: τον καρκίνο. «Έφυγε» πολύ νωρίς, σε ηλικία μόλις 56 ετών, σκορπώντας ανείπωτη θλίψη στην οικογένεια του βόλεϊ -όπου ήταν ιδιαίτερα αγαπητός- και στους οικείους του.
Αντίο, λοιπόν, σε μια θρυλική μορφή του Παναθηναϊκού. Γιατί, τελικά, ανεξαρτήτως συγκομιδής νικών και τίτλων, κάθε αθλητής που φόρεσε την πράσινη φανέλα μέσα στο πιο ιστορικό κλειστό γήπεδο του ελληνικού αθλητισμού, αυτό της Παναγή Κυριακού, ως θρύλος πρέπει να λογίζεται. Σε ευχαριστούμε για όλα, Βαγγέλη Κουτουλέα...