Είναι ίσως η πρώτη φορά που οι τελικοί στην Γαλλία, πρέπει να είχαν τόσο μεγάλη θεαματικότητα στην Ελλάδα. Ο περισσότερος κόσμος που του αρέσει το μπάσκετ και κυρίως οι φίλαθλοι του Παναθηναϊκού, κάθισαν να δουν τους τελικούς μεταξύ της Παρί και την Μονακό που μετά από μια συναρπαστική σειρά, έβγαλε πρωταθλητές τους Παριζιάνους.
Φυσικά ο λόγος δεν ήταν άλλος από τον δαιμόνιο Τι Τζέι Σορτς που θα φοράει την φανέλα του Παναθηναϊκού και τον Τάισον Γουόρντ που θα παίζει στον Πειραιά. Σε αυτήν την σειρά μίλησαν οι έδρες, με την Παρί να την εκμεταλλεύεται και να παίρνει τον τίτλο με επική αντεπίθεση στο δεύτερο μέρος και τον Σορτς να κάνει άλλη μια τεράστια εμφάνιση στις πολλές που πραγματοποίησε φέτος.
Πραγματικά αυτό το παιδί, αυτά που έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια μοιάζουν με παραμύθι, αλλά το πιο ελπιδοφόρο για αυτόν και τους φιλάθλους του Παναθηναϊκού, είναι ότι κανείς δεν ξέρει το ταβάνι του. Κάθε χρόνο ανέβαινε επίπεδο και όχι απλά τρυπούσε το ταβάνι αλλά το διέλυε. Η φετινή Παρί, ήταν μια τόσο πετυχημένη ομάδα, κυρίως χάρις σε αυτόν. Γενικά η ομάδα του Σπλίτερ, ήταν μια ανάσα δροσιάς στην φετινή χρονιά, κάτι το τόσο διαφορετικό από ό,τι έχουμε συνηθίσει που όμως συνδυάστηκε και με αποτελέσματα, δεν ήταν πχ σαν την Άλμπα. Μια ομάδα που αναζωογόνησε τα κύτταρα της Ευρωλίγκας, δίνοντας τουλάχιστον τέσσερις παίκτες καινούργιους σε αυτό το επίπεδο. Το παραμύθι της πολύ πετυχημένης αυτής ομάδας, τελείωσε χθες, αφού προπονητής και βασικοί παίκτες θα βρίσκονται αλλού την επόμενη σεζόν, ήταν όμως ωραίο όσο κράτησε.
Απίθανος Σορτς
Για τον Σορτς είχαμε γράψει και πριν λίγο καιρό όταν επισημοποιήθηκε η μεταγραφή του στον Παναθηναϊκό, όμως τώρα που όλοι έχουν καλύτερη εικόνα μπορούμε να πούμε και κάποια παραπάνω πράγματα. Σε αυτές τις πέντε αναμετρήσεις με την Μονακό, είδαμε τρία παιχνίδια που οργίασε και άλλα δύο που ήταν από μέτριος προς κακός. Καθόλου σύμπτωση, ότι στα καλά του ματς κέρδισε η Παρί και στα μέτρια του έχασε, ενώ ήταν στο μεγαλύτερο διάστημα του αγώνα καλύτερη.
Η Παρί είναι μια ομάδα που ότι και να κάνει, βασίζεται πάνω στον Σορτς. Αν αυτός βρίσκεται στον πάγκο, είτε έχει κακές αποφάσεις, τότε δέχεται μεγάλα σερί. Ο Αμερικανός, μας έδειξε τα δύο του πρόσωπα. Όταν ήταν καλά, στις τρεις νίκες δηλαδή, ήταν πραγματικά ασταμάτητος, έμοιαζε να παίζει χωρίς φρένα. Χαρακτηριστικά είχε 28.3 πόντους, 7 ασίστ και 5.3 ριμπάουντ στις τρείς νίκες της Παρί. Στα δύο παιχνίδι στο Μονακό που περιορίστηκε, είχε 16.5 πόντους, με 6 ασίστ και 3 ριμπάουντ. Θα πει κάποιος είναι λίγα αυτά; Αν έβλεπε κάποιος το παιχνίδι, θα είδε ότι είχε πολλές συνεχόμενες κακές αποφάσεις, που δεν βοήθησαν την ομάδα του.
Ο Παναθηναϊκός είδε και τα δύο πρόσωπα του Αμερικανού, πως αντιδράει όταν δεν παίζει καλά και πώς βγάζει φτερά στα πόδια, όταν είναι σε καλή μέρα. Στο χέρι του Αταμάν είναι να τον εντάξει όπως πρέπει στην ομάδα. Άλλωστε η Παρί, δεν έχει ούτε κατά διάνοια τις λύσεις του ρόστερ του Παναθηναϊκού, οπότε ούτε τόσο μεγάλο usage θα χρειάζεται να έχει, ούτε θα τα περιμένουν όλα από εκείνον.
Τώρα που τελείωσε η χρονιά και έχουμε τα συνολικά metric του Σορτς, μπορούμε να πούμε ότι είναι ο καλύτερος πικ εν ρολ παίκτης στην Ευρωλίγκα. Το φοβερό όμως σε αυτό, είναι ότι έχει το μεγαλύτερο volume σε κατοχές πικ εν ρολ που έχει καταγραφεί τα τελευταία 6 χρόνια τουλάχιστον, αλλά ταυτόχρονα είναι πάρα πολύ ψηλά στους δείκτες αποτελεσματικότητας. Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης, ο Σορτς, έτρεχε περίπου όσα πικ εν ρολ έτρεχαν μαζί σε έναν αγώνα ο Ναν με τον Σλούκα, όμως ήταν πιο efficient και από τους δύο, σε πόντους ανά κατοχή. Είχε τις ίδιες προσπάθειες σε iso καταστάσεις από τον Ναν, αλλά ήταν πολύ πιο αποτελεσματικός και σε αυτό. Φανταστείτε λοιπόν, ότι αυτός ο παίκτης μπαίνει πλέον στο πλαίσιο των πρασίνων. Θα χρειαστεί δουλειά για να βρεθεί η χημεία, κυρίως με τον Ναν, όμως στα χαρτιά είναι ένα δίδυμο που μπορεί να κάνει τεράστια διαφορά.
Έτσι ο Σορτς πλέον έφτασε στο τελευταίο ράφι, στο ελίτ επίπεδο, έχοντας μαζί του μια πολύ μεγάλη προίκα. Σημειώνετε; Ο Σορτς ήταν MVP του BCL (2023), του Φάιναλ-4 του BCL (2023), του Eurocup (2024), των τελικών του Eurocup (2024), των play-in της Ευρωλίγκας (2025), του Γαλλικού πρωταθλήματος (2024, 2025), των τελικών του Γαλλικού πρωταθλήματος (2025), του Γερμανικού πρωταθλήματος (2023). Όπου έχει πάει, όπου έχει παίξει βγήκε MVP και αυτό δεν δείχνει μόνο το ταλέντο του, αλλά και το πόσο δυνατός είναι πνευματικά, που δεν καταλαβαίνει τίποτα από την αλλαγή επιπέδων.
Για αυτό ακριβώς περιμένουν όλοι, να τον δουν στο πλαίσιο του Παναθηναϊκού, δίπλα στον Ναν, τον Σλούκα και τον Λεσόρ.
Αποτυχία της Μονακό
Σίγουρα η χρονιά που πέρασε είναι τελείως αποτυχημένη για την Μονακό, αφού δεν κατάφερε να πάρει κανέναν από τους τέσσερις τίτλους που διεκδίκησε. Μια ομάδα με μεγάλο μπάτζετ και πολλά αστέρια, τελικά έμεινε με άδεια χέρια. Ο Βασίλης Σπανούλης έχει μερίδιο σε αυτήν την αποτυχία, αλλά μην ξεχνάμε ότι πήρε μια ομάδα που δεν ήταν δικιά του, προσπάθησε να την μεταλλάξει μέσα στην σεζόν, όμως εκ του αποτελέσματος δεν τα κατάφερε.
Τελικά ο ημιτελικός απέναντι στον Ολυμπιακό ήταν μια αναλαμπή στην μέτρια απόδοση της και όχι κάτι που βασίστηκε στην κορύφωση της φόρμας της, όπως περιμέναμε. Απλά για τον Σπανούλη, ίσως γίνεται ένα λάθος και κρίνεται μάλλον πιο αυστηρά από όσο πρέπει. Σπανούλης δεν είναι πλέον ο legend της Ευρωλίγκας, είναι ένας νέος προπονητής, χωρίς εμπειρία που κλήθηκε λόγω του ονόματος του, να διαχειριστεί ομάδα που άλλοι κάνουν 10 και 15 χρόνια για να έχουν την ευκαιρία να την προπονήσουν. Το να περιμένουμε λοιπόν, να κάνει την διαφορά προπονητικά, μάλλον στηρίζεται πιο πολύ στο όνομα και όχι στην πραγματικότητα αυτήν την στιγμή.
Υπάρχουν θέματα διαχείρισης, είδαμε τι χαμός έχει γίνει στο Μονακό, με παίκτες που βγήκαν εκτός ομάδας. Όλα αυτά είναι εμπειρίες που θα τον κάνουν καλύτερο στο μέλλον, όμως τώρα απέχει πολύ, για να θεωρηθεί στο πρώτο ράφι των προπονητών της Ευρωλίγκας. Επειδή είναι αυτός που είναι όμως, είναι βέβαιο, ότι σε λίγα χρόνια θα είναι εκεί, απλά δεν είναι ακόμα.