Εκείνη τη νύχτα, όμως, η ζωή της άλλαξε με τον πιο εφιαλτικό τρόπο. Επιστρέφοντας με το ποδήλατό της από τη δουλειά, ένας άγνωστος άνδρας την άρπαξε και την απείλησε με όπλο. Ήταν ο κατά συρροή δολοφόνος Μπόμπι Τζο Λονγκ, ο οποίος είχε ήδη δολοφονήσει οκτώ γυναίκες.
Η απαγωγή θα διαρκούσε περίπου 26 ώρες. Για τη ΜακΒέι, όμως, θα αποτελούσε και την αφετηρία για να ξαναβρεί τη θέλησή της να ζήσει.
Η Λίζα ΜακΒέι επέστρεφε στο σπίτι της στην Τάμπα της Φλόριντα περίπου στις 2 τα ξημερώματα της 3ης Νοεμβρίου 1984, έχοντας ολοκληρώσει διπλή βάρδια σε ένα κατάστημα ντόνατς. Καθώς περνούσε με το ποδήλατό της μπροστά από μια εκκλησία, ο Λονγκ την άρπαξε από πίσω. Η 17χρονη άρχισε να φωνάζει, όμως εκείνος την απείλησε με όπλο. «Σκάσε αλλιώς θα σου ανατινάξω το μυαλό», της είπε.
Η ΜακΒέι γνώριζε ήδη τι σήμαινε να ζει υπό τον φόβο της βίας. Για περίπου τρία χρόνια είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση από τον φίλο της γιαγιάς της, στο σπίτι της οποίας ζούσε, καθώς η μητέρα της δεν μπορούσε να την φροντίσει.
Μπροστά στην απειλή του Λονγκ, κατάλαβε ότι δεν ήθελε πλέον να πεθάνει. «Θα κάνω ό,τι θέλεις. Απλώς μην με σκοτώσεις», του είπε. Ο δράστης της έδεσε τα χέρια και τα μάτια και την έβαλε στο αυτοκίνητό του. Παρά τον τρόμο της, η έφηβη προσπάθησε να συγκρατήσει όσο περισσότερες πληροφορίες μπορούσε.
Διαβάστε περισσότερα στο ethnos.gr