Η κοινή γνώμη, το κοινό είναι σαν την πλαστελίνη. Είναι όπως το μάθεις. Αν της μάθεις να ασχολείται μόνο με τις αμφισβητούμενες φάσεις, αν επικεντρώνεσαι σε αυτές και αφήνεις όλα τα άλλα στο περιθώριο, αυτές θα θεωρεί κι εκείνο πρώτο και σημαντικότερο πράγμα στο ποδόσφαιρο. Αν τον μάθεις να βλέπει σαν Θεό την νίκη, αν τον κάνεις να πιστεύει ότι «το τρίποντο να έρθει και ο τρόπος δεν έχει καμία σημασία», τότε θα έχεις δημιουργήσει ένα κοινό που δεν θα χαλιέται ακόμα και με το τίποτα, αρκεί στο τέλος να κερδίσει. Αρκεί να διαβάσει την επόμενη ημέρα για «μπαμπάδες», για «Θεούς», για «σωτήρες» και «μετρ της τακτικής». Η απόλυτη αποθέωση του τίποτα δηλαδή.
Στην Ελλάδα τοξικό δεν είναι μόνο το… παραποδόσφαιρο, είναι και το ποδόσφαιρο. Κάνει κακό στα μάτια και καμιά φορά στην ψυχή. Μερικές φορές είναι πιο συναρπαστικό να βλέπεις τα νύχια σου να μεγαλώνουν σε φυσικό χρόνο, παρά ολόκληρο αγώνα της Super League. Αυτό το τελευταίο μοιάζει καμιά φορά με βασανιστήριο. Όσοι σπατάλησαν το απόγευμα του Σαββάτου, βλέποντας ελληνικό πρωτάθλημα καταλαβαίνουν πολύ καλά τι εννοώ.
Έξι ματς. Οκτώ γκολ όλα κι όλα στο σύνολο, εκ των οποίων τα μισά στην Τούμπα. Αργό ποδόσφαιρο. Μπουλούκι. Καθυστερήσεις. Φοβικές ομάδες. Πούλμαν μπροστά από την εστία και αντιπάλους να μην ξέρουν / μπορούν να το ξεκλειδώσουν. Βαρετά παιχνίδια του μισό - μηδέν. Ανία.
Η γλώσσα των αριθμών δεν λέει ψέματα. Σε 160 παιχνίδια έχουν μπει 396 γκολ, δηλαδή 2,48 ανά μέσο όρο. Αν μάλιστα έλειπαν και τα 52 εύστοχα πέναλτι (από τα 64 που καταλογίστηκαν, δηλαδή ένα πέναλτι ανά τρία ματς), τότε τα δίχτυα θα τα κουνούσε μόνο ο αέρας. Μπορεί το νούμερο να μοιάζει αξιοπρεπές, αλλά κατατάσσει την Super League στην 181η θέση επί συνόλου 268 πρωταθλημάτων (όλες τις κατηγορίες) ανά τον κόσμο. Αν πάμε στην Football League ακόμα μεγαλύτερο το μαρτύριο. Στην 258η θέση με μόλις 1,98 γκολ ανά παιχνίδι. Μιλάμε για ένδεια.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι που το αντιποδόσφαιρο κέρδισε την μάχη από το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα, αν και είναι παράλογο να πιστεύεις ότι αφήνοντας νηστικό τον κόσμο από θέαμα θα τον έχεις πιο ικανοποιημένο από ότι αν τον ταΐσεις με γκολ. Ο πρώτος και κύριος αναφέρθηκε πιο πάνω. Η νίκη είναι ο Θεός. Αυτό γέμισε φοβικούς προπονητές. Έφτιαξε φοβικές ομάδες που τρέμουν να ανοιχτούν, μη τυχόν και χάσουν. Γέμισε τις ενδεκάδες με παίκτες που βαφτίστηκαν από τα Μ.Μ.Ε. ως «εργαλεία» ή «πνευμόνια» για να καλυφθεί η τεχνική τους ανεπάρκεια.
H κατάκτηση του Euro 2004 με αυτή την συνταγή απενοχοποίησε πλήρως στα μάτια όλης της Ελλάδας αυτή τη συνταγή, μακροπρόθεσμα έκανε κακό στον τρόπο που ο κόσμος αντιλαμβάνεται το ποδόσφαιρο. Σχεδόν όλες οι ομάδες της Super League αισθάνονται πιο βολικά πίσω από την μπάλα παρά με αυτή στα πόδια. Όταν μάλιστα τύχει να παίξουν ως αντίπαλοι δύο reactive ομάδες, το θέαμα είναι καμιά φορά κωμικοτραγικό. Κανείς δεν θέλει την κατοχή της μπάλας, γιατί πολύ απλά δεν ξέρει τι να την κάνει.
Στο ποδόσφαιρο αρκεί μία κακή ομάδα στο γήπεδο για να προσφέρει ένα κακό παιχνίδι. Και στην Ελλάδα έχουμε μπόλικες που συμπεριφέρονται ως τέτοιες. Με εξαίρεση τον ΠΑΟΚ, τον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό, τον Άρη (όχι πάντα) και τον ΟΦΗ (ακόμα και η ΑΕΚ σε όλα τα δυνατά ματς επέλεγε ρόλο πίσω από την μπάλα) καμία άλλη ομάδα δεν τολμά να ζητήσει την μπάλα, αν ανοιχτεί, να παίξει με ψηλά μέτρα στο γήπεδο. Όλοι πίσω. Σε καταστροφικό ρόλο. Λες και ένας βαθμός πάνω ή ένας βαθμός κάτω θα φέρει την επανάσταση ή τη σωτηρία.
Ιδιοκτήτες που ζητάνε επιτακτικά αποτέλεσμα, φοβικοί προπονητές που παίζουν συντηρητικά για να σώσουν τις δουλειές τους, πολλοί μέτριοι και αρκετοί αγύμναστοι αθλητικά ποδοσφαιριστές. Θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, θα μπορούσε να παίζεται κανονικό ποδόσφαιρο στην Ελλάδα; Θα μπορούσε, αλλά κι εδώ θα χρειαζόταν ένα μνημόνιο συνεργασίας. Το μόνο που θα μπορούσε να δελεάσει για την αλλαγή κατεύθυνσης στο ελληνικό ποδόσφαιρο είναι το χρήμα, τίποτα άλλο.
Ο πιο σίγουρος τρόπος για να φτιάξεις υπεραξία στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι το γκολ. Πιο ακριβά πωλείται, πιο εύκολα διαφημίζεται ο επιθετικός των 30 γκολ, παρά αυτός των 5. Στην Ελλάδα, μετά από 23 αγωνιστικές μόλις τρεις παίκτες έχουν διψήφιο αριθμό γκολ (Ελ-Αραμπί, Σφιντέρσκι, Μπαράλες), με τον τελευταίο να έχει πάνω από τα μισά από την λευκή βούλα. Ούτε ένας παίκτης δεν έχει διψήφιο αριθμό σε ασίστ! Σκεφτείτε πόσο πιο ακριβά (και πόσο πιο εύκολα) θα μπορούσαν να πουλήσουν παίκτες οι ελληνικές ομάδες αν αυτοί είχαν πιο ηχηρά νούμερα.
Τα παραδείγματα όλων των development leagues (όλα των Σκανδιναβικών χωρών, της Ολλανδίας, του Βελγίου) θα έπρεπε να μας είχαν βάλει μυαλό. Εκεί, το 4-3 είναι προτιμότερο από το 1-0. Κανείς δεν φοβάται να παίξει. Ομάδες απλωμένες στο γήπεδο, όσα φάνε κι όσα βάλουν. Γι’ αυτό και ταμειακώς πάνε μια χαρά. Διότι δημιουργούν παίκτες που παίζουν σύγχρονα, προσφέρουν θέαμα στο κοινό τους και συνάμα πουλάνε. Το αποτέλεσμα μπαίνει σε τελευταίο ρόλο. Αν έρθει, ήρθε. Αυτό που προέχει όμως είναι το σωστό ποδόσφαιρο. Κανείς δεν καταστρέφει το ποδόσφαιρο του άλλου, όλοι θέλουν την μπάλα στα πόδια τους. Όλοι τρέχουν ακατάπαυστα. Η μπάλα πάει πάνω - κάτω. Ακόμα και τα σπάνια 0-0 τους πολλές φορές είναι χορταστικά.
Εδώ μάθαμε να αποθεώνουμε το τίποτα. Να χειροκροτούμε το τακτικό ένα - μηδέν, αντί να απαιτούμε λίγο κανονικό ποδόσφαιρο. Να βάζουμε κόφτη σε όσους ξέρουν το τόπι, να παίρνουμε το ελάχιστο από αυτούς. Να καθαγιάζουμε τις καθυστερήσεις, τις κλωτσιές, το ταμπούρι, γιατί… ποδόσφαιρο είναι. Να πανηγυρίζουμε στα τάκλιν και να ενοχοποιούμε μία αποτυχημένη ντρίμπλα. Λυπάμαι, αυτό που παίζεται στην Ελλάδα δεν είναι ποδόσφαιρο.
Έχω μία ποδοσφαιρική ονείρωξη, μία κρυφή ελπίδα από αυτόν τον Τζόνι Φαν’τ Σχιπ. Τον φαντάζομαι μαζί με τον Άρον Βίντερ να κλείνει σε ένα γραφείο όλους τους ιδιοκτήτες των ομάδων της Super League, μαζί με τους προπονητές τους και να μην ξεκλειδώνει αν δεν τους βάλει να υπογράψουν σε ένα χαρτί πως θα δεσμευτούν να παίζουν εφεξής κανονικό ποδόσφαιρο. Ας τους δείξει και μερικούς αγώνες της Eredivisie, όχι απαραίτητα του Άγιαξ, για να το καταλάβουν. Δεν χρειάζεται να είσαι Άγιαξ, ούτε να έχεις τους παίκτες του Άγιαξ για να παίξεις σωστά. Αρκεί λίγο θάρρος και μία δέσμευση από όλους, ότι κανείς δεν θα παραβεί την συμφωνία, όλοι θα παίζουν επιθετικά, για την νίκη, για το γκολ, για το θέαμα. Τα μακρόχρονα κέρδη -πιστέψτε με- θα είναι τρομακτικά.
Αντί να σκοτωνόμαστε για την ΕΠΟ, την νέα ΚΕΔ, αντί να εστιάζουμε στις δικαστικές αίθουσες, το να ασχοληθούμε λίγο με την μπάλα θα ήταν μία καλή αλλαγή. Στην πρώτη περίπτωση επωφελείται πάντα μόνο ένας -αυτός που το σηκώνει στο τέλος. Στο άλλο σενάριο κερδίζουν όλοι. Σκεφτείτε το λίγο.
Το λέω πρώτα από όλα στους συναδέλφους μου και μετά στο κοινό. Απαιτείστε λίγο καλύτερο ποδόσφαιρο, σταματήστε να αποθεώνετε και να αρκείστε στο… τίποτα. Τα μάτια μας αξίζουν και δικαιούνται περισσότερα…