Οι ιστορίες των παικτών με πολυετή καριέρα στο ΝΒΑ είναι συνήθως πασπαλισμένες με χρυσόσκονη. Παίκτες με μεγάλο ταλέντο και φυσικές δυνατότητες, που τα καλλιεργούν με εντατική προπόνηση και από νωρίς χαρακτηρίζονται «next big thing». Μην ψάξετε να βρείτε τον Κόρι Τζόσεφ σ’ αυτή την κατηγορία. Ο Καναδός νέος γκαρντ του Ολυμπιακού επιβίωσε όλα αυτά σ’ ένα από τα πιο απαιτητικά star system του παγκόσμιου αθλητισμού ακολουθώντας τελείως διαφορετική πορεία: Αυτή του «εμείς» σ’ έναν κόσμο γεμάτο «εγώ».
Γεννημένος στις 20 Αυγούστου 1991 στο Τορόντο, ο Κόρι Τζόσεφ μεγάλωσε στο Πίκερινγκ του Οντάριο, σε μια οικογένεια με ρίζες από Τρίνινταντ και Τομπάγκο στην Καραϊβική. Οι γονείς του είχαν μεταναστεύσει στον Καναδά αναζητώντας σταθερότητα και προοπτική και αυτά δίδαξαν στα παιδιά τους. Ο τελευταίος από τα τέσσερα της οικογένειας, ο Κόρι, έχει αναφέρει σε συνεντεύξεις ότι η καταγωγή του τον έκανε από νωρίς να αισθάνεται «διπλά υπόλογος»: να τιμήσει και τη χώρα που τον γέννησε και εκείνη που του έδωσε ευκαιρίες.
Στο γυμνάσιο του Πίκερινγκ, όπου είχε τις πρώτες του επαφές με τον οργανωμένο αθλητισμό, το μπάσκετ δεν ήταν εξαρχής ο μόνος δρόμος. Ο Κόρι έπαιξε ποδόσφαιρο (και αμερικανικό, αλλά και καναδέζικο, μια παραλλαγή με ελαφρώς λιγότερες επαφές), ασχολήθηκε με τον στίβο. Το μπάσκετ τον κέρδισε σαν σπορ όταν, όπως ο ίδιος είπε, συνειδητοποίησε πόσο χαιρόταν όταν πήγαινε στο κλειστό γυμναστήριο να παίξει με τον Ντεβόου, τον αδελφό του, αντί για να κάνει προπόνηση στο άλμα εις μήκος, όπου είχε ειδικευτεί.
Μπήκε στην ομάδα του γυμνασίου, αλλά τα Δεν ξεχώριζε για το εκρηκτικό ταλέντο. Έδινε έλεγχο στο ρυθμό και σοβαρότητα, κάτι δυσεύρετο σε τέτοιες ηλικίες. Η ομάδα, όπου έπαιζε κι ο αδελφός του, έφτασε δύο συνεχόμενες φορές στον τελικό της επαρχίας του Οντάριο και ο Κόρι επιλέχθηκε το 2008 στο All Canada Classic απ’ όλα τα σχολεία της χώρας. Ξεχώριζε για τον έλεγχο του ρυθμού και τη σοβαρότητα στο παιχνίδι του. Ο Ντουέιν Κέισι, προπονητής του κάποια χρόνια αργότερα στο Τορόντο, είχε πει «ο Κόρι έμοιαζε από 17 χρονών σαν 30. Πάντα ήξερε πού πρέπει να σταθεί και πότε να μιλήσει».
Η απόφασή του να επιλέξει το Πανεπιστήμιο του Τέξας δεν ήταν αυτονόητη. Για έναν Καναδό γκαρντ, το NCAA ήταν ήδη μια πρόκληση, και το Τέξας απαιτούσε πνευματική αντοχή και ωριμότητα. Στη σεζόν 2010-11 είχε 10,4 πόντους, 3,4 ασίστ και 3,0 ριμπάουντ κατά μέσο όρο, οδηγώντας τους Longhorns μέχρι το Elite Eight και μπαίνοντας στην καλύτερη πεντάδα πρωτοετών στη Big12. Περισσότερο από τους αριθμούς, όμως, ξεχώρισε η παρουσία του στα κρίσιμα σημεία. Ο προπονητής του Ρικ Μπαρνς τον χαρακτήρισε «ηγέτη που δεν χρειάζεται να φωνάξει».
Στο ντραφτ του 2011, επιλέχθηκε στο Νο29 από τους Σαν Αντόνιο Σπερς. Για πολλούς, ήταν απλώς μία ακόμα ζαριά του Γκρεγκ Πόποβιτς. Για τον ίδιο, ήταν το ιδανικό σχολείο. Στο Σαν Αντόνιο έμεινε τέσσερις σεζόν (2011–2015), παίζοντας συνολικά 305 αγώνες κανονικής περιόδου με 4,2 πόντους και 1,9 ασίστ μέσο όρο. Δεν ήταν βασικός, αλλά ήταν παρών. Και το 2014, ήταν μέλος της ομάδας που κατέκτησε το πρωτάθλημα. Για το δαχτυλίδι έχει δηλώσει ότι είναι «μια υπενθύμιση ότι ο ρόλος έχει αξία». Ποτέ δεν ήταν το πρώτο βιολί, όμως ήταν απαραίτητος.
Το 2015 μετακόμισε στους Τορόντο Ράπτορς, επιστρέφοντας ουσιαστικά στο σπίτι του. Εκεί έζησε τα καλύτερα χρόνια της καριέρας του. Σε δύο σεζόν (2015–2017) έπαιξε 160 παιχνίδια, με 9,4 πόντους, 3,7 ασίστ και 2,6 ριμπάουντ κατά μέσο όρο, ερχόμενος από τον πάγκο. Ήταν βασικό κομμάτι των Ράπτορς, που έφτασαν στους τελικούς της Ανατολής το 2016. Ο Κάιλ Λόουρι είπε γι’ αυτόν «ο Κόρι ήταν το μυαλό της δεύτερης πεντάδας».
Ακολούθησαν οι Ιντιάνα Πέισερς (2017–2019), όπου έπαιξε σε όλα τα ματς (164 σύνολο) με 8,1 πόντους και 4,3 ασίστ μέσο όρο. Εκεί ανέλαβε ενίοτε και ρόλο βασικού, αφήνοντας να φανεί η ωριμότητά του ως οργανωτή και παράλληλα λειτουργούσε και σαν μέντορας νεότερων παικτών. Ο Ρικ Καρλάιλ τον χαρακτήρισε «προπονητή στο παρκέ».
Τα επόμενα χρόνια ήταν πιο περιπλανώμενα: Μία και μισή σεζόν στο Σακραμέντο (2019-2021) κι άλλες 2,5 στο Ντιτρόιτ, με μέσους όρους καριέρας 6,9 πόντους, 3,3 ασίστ και 2,4 ριμπάουντ. Η πρώτη του πλήρης χρονιά στους Πίστονς (2021-22) ήταν η μόνη που ξεπέρασε τους 10 πόντους σε μέσο όρο πόντων. Τις δύο τελευταίες χρονιές τις πέασε με ακόμα πιο περιορισμένο ρόλο στο Γκόλντεν Στέιτ και το Ορλάντο, πριν αποφασίσει «μετακινηθεί» στη Μονακό τον περασμένο Δεκέμβριο, όπου τελικά δεν ολοκληρώθηκε η μεταγραφή.
Η πορεία του στην εθνική ομάδα του Καναδά ήταν μονόδρομος. Από τη στιγμή που η ομοσπονδία αναβαθμίστηκε και έκανε άνοιγμα προς Καναδούς παίκτες που αγωνίζονται στο ΝΒΑ, ο Τζόσεφ ήταν από τις πρώτες επιλογές. Είχε ήδη εκπροσωπήσει τη χώρα στην ομάδα των εφήβων, που πήρε το χάλκινο μετάλλιο στο παναμερικανικό του 2008. Το 2015 έγινε και αρχηγός της ομάδας, η οποία κατέκτησε επίσης το χάλκινο μετάλλιο στο παναμερικανικό πρωτάθλημα του Μέξικο Σίτι. Μάλιστα ήταν αυτός που πέτυχε το νικητήριο καλάθι στο μικρό τελικό με το Μεξικό.
Στον τομέα της φιλανθρωπίας, ο Κόρι Τζόσεφ έχει επιλέξει μια διακριτική αλλά σταθερή παρουσία, μακριά από εντυπωσιακές καμπάνιες, εστιασμένη κυρίως σε παιδιά μεταναστών και κοινότητες της Καραϊβικής. Από τα πρώτα του χρόνια στο ΝΒΑ στήριξε προγράμματα νεανικής εκπαίδευσης στο Οντάριο, χρηματοδοτώντας καλοκαιρινά basketball camps στο Πίκερινγκ και στο Τορόντο, με δωρεάν συμμετοχή για παιδιά οικογενειών χαμηλού εισοδήματος. Παράλληλα, έχει συνεργαστεί επανειλημμένα με οργανισμούς της καναδικής διασποράς από το Τρίνινταντ και Τομπάγκο, ενισχύοντας σχολικές υποδομές και αθλητικό εξοπλισμό, ιδιαίτερα μετά τον τυφώνα Maria, όταν συμμετείχε σε καμπάνιες συγκέντρωσης πόρων για την Καραϊβική.
Η παρουσία του Κόρι Τζόσεφ δεν μετριέται μόνο σε νούμερα. Είναι από τους παίκτες που όλοι θέλουν στα αποδυτήρια. Έχει μιλήσει ανοιχτά για το πώς διαχειρίστηκε την πίεση του να παίζει «στο σπίτι του» στο Τορόντο και για τη σημασία του να παραμένεις ταπεινός σε έναν χώρο γεμάτο εγώ. «Δεν χρειάζεται να είσαι σταρ για να έχεις φωνή», έχει πει σε συνέντευξή του. «Αρκεί να θυμάσαι από πού ξεκίνησες».