Τα παιδία… παίζει. Όχι μόνο παίζει, αλλά απολαμβάνει. Χαίρεται. Διασκεδάζει. Ψυχαγωγεί και ψυχαγωγείται. Περνάει καλά. Αγκαλιάζεται. Το ζει έντονα. Λαχανιάζει. Ροδοκοκκινίζει. Κάνει σκανταλιές και γκάφες. Λερώνεται. Στο τέλος της ημέρας όμως πάει σπίτι, ξέροντας ότι τα έχει δώσει όλα και πέφτει ξερό για ύπνο. Κατάκοπο. Ιδρωμένο μέχρι εκεί που δεν πάει άλλο. Ανυπομονώντας να ξημερώσει για να έρθει το επόμενο παιχνίδι.
Όταν μιλάμε για… παιδία δεν είναι ένα απλό σχήμα λόγου. Ο Τζόλης είναι 18. Ο Άκπομ 24. Ο Πέλκας 26. Στέκομαι περισσότερο σε αυτή την τριάδα, στην αιχμή του ασπρόμαυρου δόρατος στο 3-4-2-1, γιατί αυτή είναι που δίνει την ενέργεια και τον ρυθμό, αυτή ορίζει το τέμπο.
Αυτή η τριάδα είναι που βγάζει τα συκώτια των αντιπάλων της στο πρέσινγκ ψηλά. Αυτή είναι που κάνει την ζωή των αντιπάλων αμυντικών δύσκολη, αυτή που χαλάει το build-up, αυτή που βοηθάει τις γραμμές από πίσω να ανέβουν άφοβα. Αυτά που κάνουν δίχως την μπάλα στα πόδια είναι απείρως σημαντικότερα από αυτά που κάνουν με το τόπι. Ακούγεται παράδοξο, μα έτσι είναι.
Είναι διαρκώς ενοχλητικοί, σπιντάτοι, βάζουν πόδια, τζαρτζ, τάκλιν, χαλάνε πρώτες μπάλες, προκαλούν λάθη, καταστρέφουν την αντίπαλη ανάπτυξη. Η πρώτη ζώνη άμυνας του ΠΑΟΚ είναι ότι καλύτερο έχει να επιδείξει φέτος, είναι κάτι εντελώς νέο, σαν να βλέπεις άλλη ομάδα.
Για την ακρίβεια βλέπεις άλλη ομάδα.
Ο ΠΑΟΚ της «γερουσίας», του Αντρέ, του Μάουρι, του Λέο, του Μπίσε ήταν κάτι άλλο. Έπαιζε σε πιο ληθαργικούς ρυθμούς, έπαιρνε λιγότερα ρίσκα, έχτιζε μεγαλύτερες επιθέσεις, πήγαινε τα ματς στην ποιότητα, στις λίγες και καλές επαφές, στο αργό και… σκεπτόμενο ποδόσφαιρο.
Τα παιδία δεν μπορείς να τα τιθασεύσεις. Δεν μπορείς να τους βάλεις κόφτη, ούτε χαλινάρι. Δεν χρειάζεται κιόλας. Πρέπει να τους αφήσεις να τρέξουν, να τρέξουν, να τρέξουν, μέχρι να σκάσουν. Να πέσουν, να χτυπήσουν και να σηκωθούν ξανά. Ο φετινός ΠΑΟΚ δεν έχει καμία σχέση με τον προηγούμενο. Εκπέμπει σε άλλα κύματα, έχει άλλο ύφος και χρειάζεται άλλου είδους κριτική.
Το 1-0 της πρεμιέρας απέναντι στην ΑΕΛ, δεν θύμιζε σε τίποτα το 1-0 της περσινής πρεμιέρας απέναντι στον Παναιτωλικό ή το προπέρσινο 1-0 της πρεμιέρας απέναντι στον Αστέρα Τρίπολης. Ήταν πολύ πιο χορταστικό, πολύ πιο κυριαρχικό, πολύ πιο πλήρες, πολύ πιο γεμάτο. Κυρίως, γιατί είχε τρεξίματα, φρεσκάδα, ταχύτητα, συνδυαστικό ποδόσφαιρο.
Είχε και λάθη. Και αφέλειες. Και bloopers. Και γκολ σε χαμένη εστία. Και ζόρια στο τέλος. Η ομάδα του Αμπέλ Φερέιρα λες και έπαιζε για την χαρά του παιχνιδιού, ξεχνώντας τον πρωταρχικό σκοπό, που είναι οι νίκες, οι βαθμοί. Συμβαίνει αυτό όταν στο παιχνίδι παίζουν… παιδία.
Από ένα τέτοιο παιδικό λάθος, ένα φτηνό, εύκολο, αχρείαστο φάουλ σε ακίνδυνη ζώνη του (εξαιρετικού κατά τα άλλα) Μιχαηλίδη λίγο έλειψε να έρθει η ισοφάριση στις καθυστερήσεις του πρώτου μέρους. Στην φούρια της διασκέδασης, ξέχασε να κλειδώσει το ματς και παραλίγο να το πληρώσει.
Σε ένα γήπεδο που έμοιαζε με παιδική χαρά, οι μεγάλοι ήταν αυτοί που έβαλαν τις πινελιές λογικής. Ο Ελ Καντουρί ως μετρονόμος, σχεδόν περπατώντας έβρισκε τους πάντες πάνω στα σπριντ τους. Ο Μπίσεσβαρ με την μαγική του μπαλιά στην φάση του γκολ, έδειξε ότι μπορείς να είσαι χρήσιμος ακόμα κι αν παίζεις σε μία εντελώς άγνωστη και άβολη θέση.
Ο ΠΑΟΚ ήταν πολύ πιο καλός από ότι μαρτυρά το φτωχό 1-0. Κατέθεσε πολλά στο γήπεδο για να βγάλει τόσο άγχος στο τέλος. Είναι όμως καλά. Πατάει καλά. Τρέχει καλά. Πρεσάρει καλά. Είναι ενεργειακά καλά. Συνδυάζεται καλά. Συννενοείται καλά. Βρήκε σύστημα, ρόλους, χημεία, συνοχή, χαρακτήρες πολύ πιο γρήγορα από ότι θα περίμενε κανείς. Για 12 Σεπτεμβρίου είναι καλά. Πολύ καλά. Τόσο καλά που με δυο προπονήσεις στα πόδια του, ο Άντρια Ζίβκοβιτς μπήκε ένα τέταρτο κι έκανε δυο καλές ποικιλίες ως σκηνή από τα προσεχώς.
Τα παιδία έχουν κι ένα άλλο προτέρημα σε σχέση με τους μεγάλους. Ενίοτε, δεν βλέπουν κανέναν. Εκεί που όλοι μπορεί να βλέπουν ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο στο όνομα της Μπενφίκα, εκείνα μπορεί να βλέπουν μία ακόμα αφορμή για παιχνίδι. Κι αυτή η άγνοια κινδύνου είναι που μπορεί να κινήσει καμιά φορά γη και ουρανό…