Ο υπέροχος Γιούργκεν Κλοπ το είπε με την μορφή παραπόνου προς τους Γερμανούς δημοσιογράφους στην συνέντευξη τύπου πριν από το παιχνίδι: «Μιλάμε εδώ και τόση ώρα για το παιχνίδι και δεν μου κάνατε μία ερώτηση για την Ελλάδα».
Μία διαπίστωση, μία δημοσιογραφική στάση των Γερμανών συναδέλφων, που ενδεχομένως να έκρυβε χιλιάδες πράγματα πίσω της: αλαζονεία, έπαρση, υποτίμηση, αδιαφορία, άγνοια, ακόμα και βαρεμάρα.
Λίγο μετά το τελευταίο σφύριγμα στο Άουγκσμπουργκ, η αμφιλεγόμενη Bild από όλες τις λέξεις του κόσμου επέλεξε μερικές από τις πιο μίζερες για να περιγράψει τι έγινε στο χορτάρι.
Έγραψε για έναν… Fußball-Zwerg, για έναν ποδοσφαιρικό…νάνο που κέρδισε την Εθνική Γερμανίας.
Ένας βαθιά προβληματικός, ένας εξοργιστικά στερεοτυπικός τίτλος, που βρωμούσε και έζεχνε υποτίμηση, υπερβολή, χλευασμό.
Θα μπορούσε να είναι μία λεκτική αστοχία. Μία παρόρμηση της στιγμής.
Ένα εμπορικό τρικ για λίγα κλικς παραπάνω. Μία υπερβολή για να γίνει viral, να τραβήξει λίγη προσοχή.
Μία τυχαιότητα.
Μία κακή στιγμή της βραδινής βάρδιας.
Μόνο που εδώ είχαμε να κάνουμε με… δις εξαμαρτείν σε διάστημα μερικών εβδομάδων.
Η ίδια Bild, η ίδια αμφιλεγόμενη Bild είχε την ίδια συμπεριφορά σε ένα άλλο σοκαριστικό αποτέλεσμα, που μπορεί να προσφέρει το πιο δημοκρατικό όλων των ομαδικών σπορ, το ποδόσφαιρο.
Η Χόφενχαϊμ ηττήθηκε στην πρεμιέρα της League phase του Europa League από τον ΟΦΗ και η γερμανική εφημερίδα επέλεξε να βγει με τον εξοργιστικό τίτλο: «Pleite gegen No-Name-Klub». «Ήττα από σύλλογο χωρίς όνομα.»!
Πρώτα από όλα μία επισήμανση: η Bild δεν αντιπροσωπεύει, ούτε εκπροσωπεί σύσσωμο τον γερμανικό τύπο ή την κοινή γνώμη.
Η γλώσσα που επιλέγει σχεδόν πάντα είναι οξεία, απότομη, υπερβολική διχαστική, γεμάτη αιχμηρές γωνίες.
Ωστόσο, το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι ένα: πού σταματά η δριμεία αθλητική κριτική, πού σταματάει η υπερβολή και πού ξεκινάει ένα ευρύτερο στερεοτυπικό βλέμμα απέναντι στον αντίπαλο, στον ξένο, στον άλλον, σε μία ολόκληρη χώρα;
Για ποιο λόγο να επιλέγεται ένας προσβλητικός και υποτιμητικός τίτλος για να δικαιολογήσει μία ήττα - έκπληξη μιας γερμανικής ομάδας από έναν θεωρητικά ασθενέστερο αντίπαλο;
Ποια κοινωνικά ένστικτα μπορεί να ικανοποιεί μία τέτοια αντιμετώπιση του αντιπάλου, με ταπεινωτικούς και μειωτικούς χαρακτηρισμούς;
Γιατί μία τέτοιου είδους ρητορική υποτίμησης να βρίσκει απήχηση στο εγχώριο αναγνωστικό κοινό, χωρίς να ενοχλεί, χωρίς να προκαλεί αντιδράσεις;
Η επιφανειακή απάντηση μπορεί να είναι εύκολη: Επειδή είναι η Bild. Και επειδή αυτό είναι το ύφος της, αρέσει δεν αρέσει.
Ωστόσο οι Γερμανοί που έχουν καλύτερη εικόνα για τα εσωτερικά τους, δίνουν μια εναλλακτική ανάγνωση που πρέπει να την ακούσουμε.
Στις πρόσφατες (20/9) περιφερειακές εκλογές στα κρατίδια του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας και στο Βερολίνο, το ακροδεξιό κόμμα AFD, υπερδιπλασίασε τα ποσοστά του σε σχέση με το 2021 και ενίσχυσε τη δυναμική του ενόψει των ομοσπονδιακών εκλογών του 2029.
Μάλιστα, προηγείται και στις δημοσκοπήσεις σε εθνικό επίπεδο με ποσοστό κοντά στο 29%, στηρίζοντας τη ρητορική του στα αυστηρότερα μέτρα περί απέλασης των αλλοδαπών που δεν έχουν δικαίωμα παραμονής στη Γερμανία, καθώς και στην προώθηση πιο συντηρητικών αξιών, με επίκεντρο το παραδοσιακό οικογενειακό πρότυπο.
Πόσο άσχετα είναι αυτά τα δύο θέματα μεταξύ τους;
Σε μία χώρα που ο εθνικιστικός λόγος έχει αποκτήσει μεγάλη εκλογική ορατότητα, πόσο επηρεάζει αυτό τη δημόσια αθλητική γλώσσα σε ότι αφορά τον αντίπαλο, τον άλλο, τον απέναντι;
Είναι μία συνειδητή ρητορική υποτίμησης που βρίσκει ευήκοα ώτα αυτή τη χρονική στιγμή ή απλώς δύο τυχαία γεγονότα που δεν μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους;
Στο ποδόσφαιρο -ακόμα και σε εθνικό επίπεδο- δεν υπάρχουν εθνικοί θρίαμβοι, εθνικές καταστροφές.
Ο ομαδικός αθλητισμός δεν είναι πεδίο εθνικής υπερηφάνιας, ούτε πυλώνας εξωτερικής πολιτικής.
Είναι απλώς ποδόσφαιρο.
Ένα παιχνίδι…