Πέρασαν 20 χρόνια και μου φαίνεται σαν χθες, όταν με πήρε η Εβελίνα τηλέφωνο, μόλις είχα φύγει από το νοσοκομείο και μου είπε : «Ο μπαμπάς έφυγε!». 20 χρόνια από την χειρότερη Πρωταπριλιά της ζωής μου. Το 2004 και τώρα έχουμε 2024. Στα 52 του έφυγε ο Γιάννης από ένα ιατρικό λάθος. Ηταν γραφτό να γίνει και έγινε δυστυχώς. Το τρομερό της ιστορίας είναι, ότι κάθε χρόνο τέτοια ημέρα πάρα πολλοί φίλοι του Παναθηναϊκού, αλλά και φίλοι άλλων ομάδων θυμούνται τον Γιάννη Κυράστα και μιλούν για αυτόν. Αυτό δείχνει πόσο σημαντικός ήταν και είναι. Οσους ξεχωρίζουν στην ζωή μας δεν τους ξεχνάμε ποτέ.
Του αξίζουν όλα και πραγματικά όσοι δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν τον Γιάννη, είτε σαν παίκτη, είτε σαν προπονητή έχουν χάσει. Σαν παίκτης ήταν αυτό, που λέμε κομπιούτερ. Μυαλό απίστευτο αρχικά έκανε καριέρα σαν δεξί μπακ και στη συνέχεια διέπρεψε σαν λίμπερο, διδάσκοντας το πως παίζεται η θέση. Σαν προπονητής ήταν τελειομανής και αυτοδίδακτος. Δεν πήγε να τελειώσει καμία διάσημη σχολή προπονητών στο εξωτερικό, αλλά ήταν ο κορυφαίος Ελληνας προπονητής της εποχής του, έφτιαξε τον κορυφαίο Παναθηναϊκό της τελευταίας 25ετίας και ήταν έτοιμος να πάει στην Εθνική, πριν εδραιωθεί ο Ρεχάγκελ.
Αν ο Παναθηναϊκός ήταν ένα πρόσωπο θα ήταν ο Γιάννης Κυράστας.
Μαχητής. Πάλευε για τα πάντα και δεν ήταν τίποτα ακατόρθωτο για αυτόν. Στο ποδόσφαιρο πέτυχε πολλά και σαν παίκτης και σαν προπονητής. Εδωσε πολλές μάχες και τις κέρδισε όλες. Μόνο μία μάχη δεν μπόρεσε να κερδίσει με το μικρόβιο, που τον πήρε από κοντά μας εκείνο το απόγευμα της πρωταπριλιάς του 2004. Σαν ψέμα ήταν τότε, ακόμα και σήμερα σαν ψέμα φαίνεται.
Μάγκας. Ο Γιάννης ότι είχε να σου πει θα στο έλεγε μπροστά σου, χωρίς να φοβάται, είτε να σκέφτεται τις συνέπειες. Το «πίσω από την πλάτη» το σιχαινόταν, για αυτό και δεν άντεξε στην δεύτερη θητεία του στον Παναθηναϊκό, όταν ουσιαστικά τον «καθάρισαν» και τον ώθησαν σε παραίτηση μετά από μία ήττα από τον ΠΑΟΚ. Τότε που δήλωσε, ότι τελείωσε η προπονητική για αυτόν.
Αληθινός. Ψέμα ποτέ δεν θα σου έλεγε, η αν του έλεγες ψέμα σε διέγραφε από συνομιλητή του. Για αυτό και είχε λίγους και καλούς φίλους στην ζωή του, αλλά αληθινούς φίλους, όχι συμφεροντολόγους.
Πρωταθλητής. Ηθελε και σαν ποδοσφαιριστής και σαν προπονητής να είναι πρώτος. Σαν ποδοσφαιριστής πήρε κούπες, σαν προπονητής δεν τον άφησε η παράγκα. Μπορεί να το έχασε το πρωτάθλημα το 2000, αλλά τους ξεφτίλισε, τους εξέθεσε. Χρειάστηκε να κάνουν όργια, για να πάρουν το πρωτάθλημα από εκείνον τον Παναθηναϊκό. Το 2001 στην δεύτερη θητεία του θαύμασε όλη η Ευρώπη τον Παναθηναϊκό του.
Φιλόδοξος. Δεν είχε ταβάνι στα όνειρά του. Δούλεψε πολύ στην ζωή του, για να φθάσει στην κορυφή και ήθελε να πάει και πιο ψηλά. Ότι έκανε το έκανε μόνο με την δουλειά του και χωρίς καμία βοήθεια από πουθενά. Μόνο από τους δικούς του ανθρώπους και την οικογένειά του.
Ηθικός. Ηταν αυτός που τα έβαλε ανοιχτά, όσο κανείς άλλος προπονητής με την παράγκα. Θα μπορούσε να γίνει σαν και αυτούς και να πάρει σαν προπονητής πολλά πολλά πρωταθλήματα. Δεν το ήθελε με ανήθικο τρόπο, δεν το ήθελε με παρασκήνιο. Προτίμησε να δώσει με ήθος και με αξιοπρέπεια την μάχη του, για να πάρει ένα πρωτάθλημα, που θα έμενε στην ιστορία. Δεν τα κατάφερε, αλλά τα παιδιά του και ο κόσμος του Παναθηναϊκού του αφιέρωσαν το νταμπλ του 2004. Και τα παιδιά του εκείνο το καλοκαίρι σήκωσαν και το Euro. Λίγους μήνες μετά τον θάνατό του η Λεωφόρος φώναξε και ακούστηκε ώς τον ουρανό: «Αυτή η κούπα να πάει στα άστρα για τον Γιάννη τον Κυράστα».
O ιδανικός οικογενειάρχης. Λάτρευε την γυναίκα του Ρούλα και τα δύο του παιδιά. Τώρα από εκεί ψηλά θα καμαρώνει και την Ρούλα και την Εβελίνα και την Βέρα και τα εγγόνια του.
Δοτικός. Από την στιγμή που είχες κερδίσει την εμπιστοσύνη του και ήσουνα φίλος του, θα σκιζόταν για να σε βοηθήσει. Στην δύσκολη στιγμή σου θα ήταν πάντα δίπλα σου. Το έχω βιώσει αυτό με τον Γιάννη και μπορώ να σας πω πραγματικά με τέτοιους φίλους δεν θα φοβάσαι τίποτα στην ζωή.
Ασυμβίβαστος. Δεν έκανε πίσω για κανένα λόγο προκειμένου να είναι αρεστός στην δουλειά του. Εκανε πάντα, αυτό που ήθελε και όποιος τόλμαγε να του υποδείξει κάτι στην δουλειά του τον έχανε. Επαιρνε το καπελάκι του και έφευγε.
Απλός και στην διασκέδασή του. Για τον Γιάννη δεν υπήρχε καλύτερη διασκέδαση από το ψάρεμα. Πήγαινε με τις ώρες, ψάρευε και….έφευγε το μυαλό του. Η καλύτερή του ήταν να πάει στο ταβερνάκι στην Κερατέα να πιει το κρασάκι του και να περάσει ώρες με την παρέα του.
Γιαννάρα να είσαι καλά εκεί ψηλά, να μας προσέχεις από εκεί που είσαι και καλή αντάμωση φιλαράκι.