MENU

Χρήμα. Η κινητήριος δύναμη. Αυτή που κινεί γη και ουρανό. Αυτή που αποτελεί το καύσιμο για μία ολόκληρη οικονομία. Αυτό το καλοκαίρι το ελληνικό ποδόσφαιρο έζησε κάτι μοναδικό. Κάτι ανεπανάληπτο. Κάτι χωρίς προηγούμενο.

Δύο ομάδες έσπασαν το μεταγραφικό τους ρεκόρ. Ο Παναθηναϊκός με τον Αζεντίν Ουναΐ και ο Ολυμπιακός με τον Γκουστάβο Πουέρτα.

Μία ακόμα (ΑΕΚ) το άγγιξε με τον Λόβρο Μάγερ. Η τέταρτη του Big-4 (ΠΑΟΚ) το είχε συντρίψει από πέρσι με την απόκτηση του Χρήστου Ζαφείρη. 

Η άλλοτε ταπεινή Super League έβγαλε αυτό το καλοκαίρι (κατά προσέγγιση) πάνω από 155 εκατομμύρια ευρώ για νέες μεταγραφές και έκανε συνολικές πωλήσεις που έφεραν πίσω πάνω από 130 εκατομμύρια ευρώ. Και τα δύο ποσά αποτελούν ιστορικό ρεκόρ.

Κι όταν ο κύκλος εργασιών, ο τζίρος σε μία λίγκα αυξάνεται, τόσο μεγαλώνει η αξία του προϊόντος, του brand, του θεάματος, της εμπορικότητας. 

Είναι τόσο μεγάλη (και απότομη) η αύξηση των ποσών που δαπανώνται πια -κάτι εξαιρετικά πολυπαραγοντικό- που πλέον κάλλιστα η φετινή Super League να αποκαλείται και… Golden League.

Επενδύσεις

Ιστορικά, ίσως να είναι και η πρώτη φορά και οι τέσσερις ομάδες του Big-4 είναι spenders στην αγορά. Άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο. Κι αυτό οφείλεται σε μία σειρά από παράγοντες. Τα νέα ιδιόκτητα γήπεδα για Ολυμπιακό και ΑΕΚ, το γήπεδο που έρχεται για τον Παναθηναϊκό αποφέρουν περισσότερα καθαρά έσοδα και δημιουργούν προσδοκία για ακόμα περισσότερα.

Η άνοδος της Ελλάδας στην βαθμολογία χωρών της UEFA, δημιουργεί κάθε χρόνο τις συνθήκες για πιο εύκολη διαδρομή προς τις League phase των τριών ευρωπαϊκών διοργανώσεων και έσοδα που κυμαίνονται από τα 10 έως τα 40 εκατομμύρια ευρώ.

Η πρόκληση αυτή ανοίγει την όρεξη για ακόμα μεγαλύτερες μεταγραφικές επενδύσεις, ώστε οι ομάδες του Big-4 να έχουν ευκολότερη πρόσβαση (μέσω των εγχώριων διοργανώσεων) στις χρυσοφόρες League phases.

Κεφάλαιο πωλήσεις

Μία άλλη αλλαγή αφορά την νοοτροπία στο θέμα των πωλήσεων που άλλοτε αποτελούσε απαγορευμένη λέξη και έφερνε λαϊκή δυσθυμία. Μόνο φέτος, ο Ολυμπιακός έκανε στο ίδιο καλοκαίρι τέσσερις πωλήσεις με ποσά άνω των 10 εκατομμυρίων ευρώ (Τζολάκης και Μουζακίτης στη Χαλ, Αντρέ Λουίζ στη Σπόρινγκ Κάνσας, Κοστίνια στην Μπράιτον) και έβαλε συνολικά στα ταμεία του το ποσό ρεκόρ για ελληνικό σύλλογο των 78,7 εκατομμυρίων ευρώ. Όλα αυτά, ένα καλοκαίρι μετά την πώληση ρεκόρ του Μπάμπη Κωστούλα στη Μπράιτον για 35 εκατομμύρια ευρώ.

Ο ΠΑΟΚ έσπασε το δικό του ρεκόρ πώλησης με αυτή του Γιάννη Κωνσταντέλια στην Μπορούσια Ντόρτμουντ για 26 εκατομμύρια ευρώ, η ΑΕΚ έδωσε τον Ορμπελίν Πινέδα για 8 εκατομμύρια (δεύτερη ακριβότερη πώληση μετά από αυτή του Λιβάι Γκαρσία) και ο Παναθηναϊκός που είναι ο big spender του φετινού καλοκαιριού, πέρσι είχε βάλει αθροιστικά στα ταμεία του πάνω από 40 εκατομμύρια ευρώ από τις πωλήσεις του Φώτη Ιωαννίδη και του Γιώργου Βαγιαννίδη στη Σπόρτινγκ Λισσαβόνας.

Οι πωλήσεις μπορεί να είναι αγωνιστικά και οπαδικά επώδυνες, αλλά αν χρησιμοποιηθούν έξυπνα, με σωστές επανεπενδύσεις μπορούν μελλοντικά να δυναμώσουν το brand, να δυναμώσουν την θέση του σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις, να αυξήσουν την ταμειακή ρευστότητα, αλλά και χρηματιστηριακή αξία των παικτών τους, ειδικά αν όσοι φύγουν στο εξωτερικό… βγάλουν με τις εμφανίσεις τους τα λεφτά που δαπανήθηκαν.

Η 12η θέση και η πλάνη

Ας επιστρέψουμε στην ουσία. Η Ελλάδα βρίσκεται αυτή τη στιγμή στην 12η θέση της βαθμολογίας χωρών της UEFA και συμπτωματικά είναι και η 12η λίγκα σε επίπεδο μεταγραφικών εξόδων (μιλάμε για χρήματα που δόθηκαν σε ομάδες για μεταγραφές). 

Μπορεί να υπάρχει η αίσθηση ότι οι ελληνικές ομάδες ξοδεύουν περισσότερο από ποτέ, αλλά στην πραγματικότητα αυτό είναι μία πλάνη. Με εξαίρεση τις ομάδες του Big-4 (και τον Άρη), καμία άλλη ομάδα δεν έκανε αγορά παίκτη με ποσό άνω του μισού εκατομμυρίου.

Αυτός είναι και ο λόγος που η Super League είναι έτη φωτός πίσω σε επίπεδο εξόδων τα προηγμένα πρωταθλήματα, αλλά και από λίγκες όπως η Championship.

Το ελληνικό πρωτάθλημα πλησιάζει πια σε μεταγραφικά έξοδα προηγμένα πρωταθλήματα όπως αυτά της Πορτογαλίας, της Ολλανδίας και του Βελγίου, αλλά υπάρχει μία βασική διαφορά στην νοοτροπία.

Και τα τρία αυτά θεωρούνται development leagues, παράγουν και πωλούν παίκτες για μεγαλύτερα πρωταθλήματα με στόχο το κέρδος, το ισοζύγιο είναι θετικό από 189 έως 249 εκατομμύρια ευρώ.

Η φετινή σούμα για τη Super League είναι -25,07 εκατομμύρια ευρώ, πρακτικά οι ομάδες έχουν μπει (και) αυτό το καλοκαίρι μέσα, κάτι βαθιά προβληματικό σε εταιρικό επίπεδο.

Έκρηξη

Για να γίνει αντιληπτή η φετινή έκρηξη μεταγραφικών εξόδων θα κάνουμε τη σύγκριση με άλλες σεζόν. Πέρσι (τόσο τη μεταγραφική περίοδο του καλοκαιριού, όσο και του Ιανουαρίου) οι ελληνικές ομάδες ξόδεψαν συνολικά 105 εκατομμύρια ευρώ και είχαν έσοδα από πωλήσεις 110,87, το ισοζύγιο ήταν θετικό. Τη σεζόν 2024-25 τα αντίστοιχα νούμερα ήταν 62,8 εκατομμύρια ευρώ (έξοδα) και 81,15 εκατομμύρια ευρώ έσοδα.

Μία χρονιά πιο πίσω τα έξοδα ήταν 46,48 σε έξοδα και 46,12 σε έσοδα.

Τη σεζόν 2022-23 ακόμα μικρότερα νούμερα: 42,85 σε έξοδα και 38,91 σε έσοδα.

Όπως καταλαβαίνει κανείς μέσα σε λιγότερο από μία πενταετία ο κύκλος των μεταγραφικών εργασιών έχει τριπλασιαστεί για τις ομάδες της Super League.

Και σε αυτή την… τρέλα δεν βάζουμε καν τα τεράστια νούμερα που δίνονται πια σε ετήσιους μισθούς. Ετήσιες απολαβές δύο, τριών ακόμα και τεσσάρων εκατομμυρίων ευρώ, δεν εντυπωσιάζουν πια κανέναν, ακούγονται πια ως κάτι φυσιολογικό.

Μία τέτοια ραγδαία αύξηση στους μεταγραφικούς τζίρους των ομάδων είναι δεδομένο ότι θα νομοτελειακά θα φέρει μία ταυτόχρονη αύξηση της εμπορικότητας του προϊόντος, που θα σημαίνει καλύτερα τηλεοπτικά συμβόλαια, μεγαλύτερες χορηγικές συνεργασίες και ακόμα μεγαλύτερα έσοδα από τις τιμές των εισιτηρίων που κι αυτές -αργά αλλά σταθερά- αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο.

Όλο αυτό συμπαρασύρει προς τα πάνω ολόκληρη την οικονομία του ποδοσφαίρου που περιλαμβάνει τα media, αλλά και ένα σωρό άλλες επιχειρήσεις (ακόμα και εστίασης) που επωφελούνται από αυτή την ποδοσφαιρική άνθηση.

Άλλη λογική

Εν αντιθέσει με χώρες, οικονομίες, αγορές που μοιάζουν με εμάς σε πληθυσμιακό και δομικό επίπεδο, οι ελληνικές ομάδες επιλέγουν να είναι κυρίως αγοραστές και όχι πωλητές. Χρησιμοποιούν τη μεταγραφική αγορά (όχι μόνο τα ποσά για μεταγραφές, αλλά και τους υπέρογκους πολλές φορές μισθούς για ελεύθερους ή δανεικούς παίκτες) για να ξοδέψουν και όχι για να βγάλουν κέρδος.

Χωρίς να έχουν την οικονομική δύναμη ομάδων με παγκόσμια απήχηση και τεράστια έσοδα, επιλέγουν να ψάχνουν / αγοράζουν αθλητική και όχι οικονομική υπεραξία, κάτι που οφείλεται εν μέρει και στην παγιωμένη οπαδική νοοτροπία που αποζητά νίκες, επιτυχίες, τίτλους ανεξαρτήτως κόστους ή εταιρικής / οικονομικής ισορροπίας.

Μία στρέβλωση που σταδιακά δημιουργεί χρέη, προβλήματα, παθογένειες, αλλά… ποιος νοιάζεται; 

Το μόνο ρήμα που εκφράζει τον μέσο οπαδό και σε έγκλιση προστακτική είναι το… “Φέρε”.

Δοσ ημίν σήμερον. Για αύριο… βλέπουμε.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι βιώνουμε μία περίοδο παχέων αγελάδων.

Μία εποχή που ιστορικά ουδέποτε είχε παρατηρηθεί σε τέτοιο ακραίο βαθμό στο ελληνικό ποδόσφαιρο...

* Για το θέμα χρησιμοποιήθηκαν ως πηγή τα ποσά που αναγράφει η ιστοσελίδα Transfermarkt.com. Δεν μπορεί να είναι όλα έγκυρα, ωστόσο κατά προσέγγιση πλησιάζουν  σε πολλές περιπτώσεις στην πραγματικότητα. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι κυρίως η τάση και η μεγάλη εικόνα της ελληνικής Super League, όχι το πόσο κόστισε κάθε παίκτης ή το συνολικό ισοζύγιο κάποιας συγκεκριμένης ομάδας.

** Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της FIFA, την μεταγραφική περίοδο του καλοκαιριού έγιναν 202 μεταγραφές παικτών στην Ελλάδα, 216 αποχωρήσεις, με τα έξοδα να είναι 189 εκατομμύρια δολάρια και τα έσοδα 154 εκατομμύρια δολάρια, με αύξηση 12,8% και 13,7% σε σχέση με το περσινό καλοκαίρι.

Η Super League γίνεται φέτος... Golden League!