Γιατί το μπάσκετ τα τελευταία χρόνια δεν «βγάζει» Καρέτσες και Κωνσταντέλιες και Μουζακίτηδες και Κωστούλες;
Ερώτηση που μπορεί κάποιος να χαρακτηρίσει απλοϊκή, όμως βρίσκεται στα χείλη όλων, ειδικά τις τελευταίες ημέρες. Η φρεσκάδα που έδωσαν τα νέα παιδιά της εθνικής ποδοσφαίρου με την εκπληκτική τους νίκη στη Σκωτία έγειρε την πλάστιγγα του trend, της μόδας σα να λέμε, πάλι στο ποδόσφαιρο. Σημαντικό αυτό, αλλά όχι πρωτεύον, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω.
Αν ρωτήσει κάποιος τους ειδικούς του μπάσκετ, θα εισπράξει πολλές απαντήσεις. Όλες… κατευθυνόμενες. Ανάλογα με την ιδιότητα που έχει ο «ειδικός» θα διαμορφώσει και την απάντηση. Στην οποία, κατά 99%, ΔΕΝ θα φταίει ο ίδιος. Πάντα οι άλλοι.
Για τον παράγοντα θα φταίει ο παρτάκιας προπονητής, ο παρεμβατικός γονιός, ο τεμπέλης παίκτης. Για τον γονιό ο φιλοχρήματος παράγοντας, ο μιζαδόρος προπονητής, ο φαφλατάς μάνατζερ. Για τον παίκτη, ο κλικαδόρος προπονητής, ο παράγοντας που κάνει χάρες, οι προοπτικές που είναι ισχνές. Για τον προπονητή ο ξεμυαλισμένος παίκτης που ονειρεύεται Ευρωλίγκες στα 15 του πριν καν παίξει αντρικό, ο παράγοντας που θέλει νίκες σώνει και καλά, ο πατέρας που «απαιτεί» επειδή πληρώνει.
Φαύλος κύκλος. Ο ένας κατηγορεί τον άλλο και δουλειά δεν γίνεται. Σ’ ένα περιβάλλον καχυποψίας, τοξικότητας, στενότητας οικονομικής, δεν ανθίζουν μπασκετικά μπουμπούκια. Όχι γιατί δεν θέλουν, αλλά διότι δεν μπορούν.
Γιατί δεν μπορούν;
Θέλετε να γράψουμε μερικές αλήθειες ή να χαϊδέψουμε μάτια και αυτιά;
Αλήθεια πρώτη: Η κινητήριος δύναμη για να κάνει ένα παιδί το παραπάνω βήμα, δηλαδή να φύγει από το «παίζω επειδή μου αρέσει και ξεσκάω» και να πάει στο «ετοιμάζομαι να γίνω επαγγελματίας» είναι μία λέξη, μας αρέσει, δεν μας αρέσει: Τα ΛΕΦΤΑ.
Ναι, ξέρουμε, θα απαντήσετε για την άδολη αγάπη για το μπάσκετ, για την κάψα που έχει ένας νεαρός να διακριθεί που δεν μετριέται σε λεφτά. Αλλά κακά είναι τα ψέματα. Αν δεν βλέπει ο νεαρός (και κυρίως οι γονείς του) ότι υπάρχει σοβαρή προοπτική να κερδίσει τη ζωή του από το μπάσκετ, πώς να αποφασίσει στα 12-13 του να μπει σε λογικές επαγγελματισμού; Διότι, επίσης κακά είναι τα ψέματα. Για να παίξει κάποιος σε υψηλό επίπεδο χρειάζεται πολλή και εξειδικευμένη προπόνηση από νωρίς.
Η πρώτη κινητήρια δύναμη αυτών των θυσιών είναι, βέβαια, η αγάπη. Κανένα παιδί δεν τρέχει στα 11-12 στα γήπεδα για ατομικές και ομαδικές σκεφτόμενο τον τραπεζικό του λογαριασμό. Αλλά οι γονείς το κάνουν. Κι όσο μεγαλώνει το παιδί, υπάρχει η δικαιολογημένη γκρίνια: Δεν πρέπει κάποιος να αφήνει πίσω τις σπουδές του για το μπάσκετ. Κι όταν λέμε «σπουδές», εννοούμε ώρες ολόκληρες σε διάβασμα, φροντιστήρια, πήγαινε-έλα, εκτός τις ώρες του σχολείου.
Μοιραία το μπάσκετ μπαίνει στο… ωρολόγιο πρόγραμμα. Τρίτη-Πέμπτη-Παρασκευή 1.30 ώρα και το Σάββατο ή την Κυριακή παιχνίδι. Έτσι δεν πάει κανείς στο πάνω επίπεδο. Απλά καλλιεργεί ένα ταλέντο.
Όταν, λοιπόν, στην Ελλάδα τα «καλά» συμβόλαια που δίνουν οι ομάδες της GBL σε Έλληνες και τα μεγαλύτερα συμβόλαια της Elite League μαζί δεν ξεπερνούν τα 80 (μιλάμε για λεφτά που δεν «περνάς» απλά, αλλά βάζεις και στην άκρη και μαζεύεις και επενδύεις για το μετά, τη ζωή μετά το μπάσκετ), ποια προοπτική υπάρχει; Αυτό μαζεύεται και μεγαλώνει κάθε χρόνο στο μυαλό και του παίκτη και των γονιών του. Ότι για να αποκατασταθεί το παιδί πρέπει να γίνει ένας από τους 80. Ανάμεσα σε δεκάδες χιλιάδες παιδιά που παίζουν μπάσκετ στην Ελλάδα, μόνο αυτοί θα βγάλουν κάποια καλά λεφτά.
Αυτή η στενότητα στα χρήματα επηρεάζει, φυσικά, όχι μόνο την ψυχολογία του παίκτη και του γονιού, αλλά όλη την λογική εξέλιξης. Ξαφνικά το παιδί για να γίνει υποψήφιο γι’ αυτές τις 80 θέσεις μπαίνει σε απολύτως εγωιστικό mood. Ασχολείται με το πόσους πόντους θα βάλει, πόσα τρίποντα θα πετύχει, αν θα το καλέσουν στα κλιμάκια κτλ.
Κι ο γονιός από κοντά. Μανουριάζει με τον προπονητή γιατί έβαλε τον γιο του 10 λεπτά και όχι 20, με τον πρώτο καυγά «παίρνει το παιδί και φεύγει», πάει σε άλλη ομάδα, ακούει «συμβουλές» για personal trainers που «κάνουν θαύματα», αλλά έχουν και… άκρες να πουν δύο καλές κουβέντες σ’ αυτούς που πρέπει για να «το προσέξουν» το παιδί. Και φυσικά, είναι ευάλωτος στην προπαγάνδα των «μεγάλων». Οι οποίοι δεν χάνουν ευκαιρία να τσιμπάνε οποιοδήποτε ταλεντάκι υπάρχει σε χαμηλότερου επιπέδου σύλλογο και μαζεύουν όλα τα παιδιά με κάποια προοπτική σε 8-10 συλλόγους σ’ όλη την Ελλάδα.
Έτσι είναι ελάχιστα τα παιδιά που αναπτύσσουν ηγετική μπασκετική προσωπικότητα. Πόσους ηγέτες να’ χει μια ομάδα, δέκα ή δώδεκα; Δύο, το πολύ τρεις. Οι άλλοι έχουν μεν ποιοτική προπόνηση, έχουν την προοπτική να διεκδικήσουν τίτλους (και μόρια εισαγωγής σε ΑΕΙ) σε παιδικό και εφηβικό, αλλά χάνουν την ψυχική επαφή με τον σύλλογο, τον συμπαίκτη τους, γίνονται επαγγελματίες από τα 13-14, υπολογίζουν τα πάντα, δεν παίζουν αντρικό αλλά σε εφηβικό (δεδομένου ότι οι σύλλογοι που κάνουν το παιδομάζωμα έχουν ανδρικό σε πολύ υψηλό επίπεδο).
Κι όταν στα 18 τους τελειώνουν το εφηβικό, διαπιστώνουν ότι είναι ανέτοιμοι τελείως για το επίπεδο του ανδρικού. Αν, μάλιστα, περάσουν και σε κάποια σχολή στις πανελλαδικές, το παρατάνε το σπορ ή συμβιβάζονται με συμμετοχή σε χαμηλότερο επίπεδο απ’ αυτό που μπορούν.
Υπάρχει και η άλλη κατηγορία: Των υπερεκτιμημένων. Αυτών που νομίζουν ότι επειδή σήκωσαν έναν τίτλο στο παιδικό ή έκαναν μια συμμετοχή στο ανδρικό της καλής ομάδας και έβαλαν ένα καλάθι κι έγραψαν οι εφημερίδες το όνομά τους, ότι πρέπει να παίξουν GBL το χαμηλότερο. Αδιαφορούν για τις πιο κάτω κατηγορίες, όπου θα τους δοθεί χρόνος συμμετοχής και προοπτική να καλλιεργήσουν το ταλέντο τους. Μάστιγα έχει γίνει αυτό με τους υπερφίαλους νεαρούς, που σνομπάρουν ομάδες της National League 1 ή National League 2 επειδή έπαιξαν εφηβικό στην τάδε ή τη δείνα μεγάλη ομάδα.
Για το εξωτερικό δε, ας μην το συζητήσουμε καλύτερα. Η προοπτική να πάνε κάποια παιδιά στο εξωτερικό να παίξουν εξαντλείται σ’ αυτά που εξασφαλίζουν υποτροφίες από αμερικανικά κολλέγια και «παίζουν» εκεί. Τα εισαγωγικά απαραίτητα, διότι οι περισσότεροι δεν παίζουν. Το επίπεδο στα κολλέγια που επιλέγουν είναι υψηλότερο και περνούν τον περισσότερο χρόνο κοιτώντας. Ο Λευτέρης Λιοτόπουλος, αναμφισαβήτητα ένα από τα σπουδαιότερα ταλέντα στην ηλικία του (2006), είχε μέσο όρο μόλις 5,2 λεπτά ανά ματς στο Σεντ Τζονς του Ρικ Πιτίνο.
Η ευρωπαϊκή προοπτική για τους περισσότερους δεν υπάρχει. Όπως υποτιμούν τις δικές μας μικρότερες κατηγορίες, υποτιμούν και την προοπτική να παίξουν σε πρωταθλήματα «δεύτερης κατηγορίας» στην Ευρώπη, όπου πιθανόν θα τους δινόταν πολύ σημαντικότερος ρόλος απ’ ότι στην Ελλάδα.
Οι παράγοντες; Πάλι με τα λεφτά θα ασχοληθούμε. Πριν ισχύσει η απόλυτη ελευθερία μετακίνησης ενός παίκτη σε όποια ομάδα θέλει, υπήρχε το σύστημα της δέσμευσης μέσω του δελτίου. Απάνθρωπο κι αυτό, πολλές καριέρες καταστράφηκαν από στενόμυαλους παράγοντες που ζητούσαν υπέρογκα λεφτά για να γίνει μια μεταγραφή. Και άδικο, δεδομένου ότι ο νεαρός 13χρονος που υπέγραφε δελτίο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με καθεστώς δουλείας από την ομάδα.
Αυτή, όμως, η ελευθερία δεν απελευθέρωσε μόνο τους παίκτες. Άλλαξε και όλη τη νοοτροπία δουλειάς που γίνεται στις ακαδημίες και τα τμήματα υποδομής των ομάδων. Παλαιότερα οι παράγοντες επένδυαν στην ποιότητα, όχι στην ποσότητα. Θεωρώντας «περιουσιακό στοιχείο» το κάθε ταλέντο, τους ενδιέφερε να αναπτυχθεί όσο πιο καλά γινόταν, προκειμένου να τον «μοσχοπουλήσουν» όταν θα ερχόταν η ώρα.
Τώρα, που ξέρουν καλά ότι το παιδί φεύγει όποτε θέλει χωρίς να δώσει λογαριασμό πουθενά, έχουν στραφεί στην ποσότητα. Το βασικό ενδιαφέρον είναι πόσα παιδάκια θα μαζευτούν κάθε Σεπτέμβριο να δίνουν 30 και 40 και 50 ευρώ το μήνα, όχι αν κάποιο από τα παιδάκια θα εξελιχθεί σε κάτι σπουδαίο. Διότι γνωρίζουν ότι αν γίνει κάτι τέτοιο και ξεπεταχθεί κάποιο ταλεντάκι, σε ένα ή δύο χρόνια θα το έχει «τσιμπήσει» κάποια μεγάλη ακαδημία και αυτοί (ο σύλλογος δηλαδή) δεν θα έχει κανένα όφελος. Από την ποιότητα, λοιπόν, η προτεραιότητα πέρασε στα 50άρικα.
Και οι προπονητές; Πολλοί τους κατηγορούν ότι ασχολούνται με τα αποτελέσματα, τις νίκες, ακόμα και σε αγώνες παμπαίδων. Κι αυτοί απαντούν «πώς αλλιώς να δείξουμε τη δουλειά μας»; Αφ’ ενός υπάρχει η πίεση από το σωματείο. Νίκες ίσον διαφήμιση (έστω και σε τοπικό επίπεδο), άρα αναγνώριση, άρα προοπτική για περισσότερα 50άρικα. Και για τον προπονητή, όμως, το εφήμερο έγινε πιο σημαντικό από το μακροχρόνιο. Όταν ξέρει ο προπονητής της συνοικιακής ομάδας ότι θα βγάλει μια φουρνιά και το καλοκαίρι θα τα δει τα παιδιά να φεύγουν για άλλους συλλόγους, πώς θα τους δώσει το κάτι παραπάνω;
Για να μην αναφέρουμε το άλλο: Όταν κάποιος προπονητής «ξεχωρίζει» κάποια παιδιά που έχουν παραπάνω ταλέντο και προσπαθεί να δουλέψει με αυτά λίγο παραπάνω για να τα βοηθήσει, έρχεται αντιμέτωπος με γκρίνια των γονέων. «Αφού πληρώνω κι εγώ, γιατί να μην κάνει και το δικό μου το παιδί έξτρα προπόνηση;» λέει ο γονιός. Και το αποτέλεσμα είναι να μην γίνεται καθόλου έξτρα δουλειά, παρά μόνο… πληρωμένη. Δηλαδή «ατομική». Με το ανάλογο αντίτιμο, βέβαια.
Οπότε ο προπονητής φυσικά και θα επιλέξει να γεμίσει το αρχείο του με ροζ φύλλα αγώνα, για να γίνει αρεστός στον παράγοντα, για να φτιάξει όνομα στην πιάτσα και να διεκδικήσει ένα… κατοστάρι-διακοσάρι παραπάνω στην επόμενη δουλειά του. Αν επενδύσει στο να «φτιάξει» έναν-δύο παίκτες, θα δει τα παιδιά να φεύγουν σε λίγους μήνες. Για όλους τους πραγματικά «μεγάλους» παίκτες του παρελθόντος γνωρίζουμε τον προπονητή που δούλεψε μαζί τους όσο ήταν μικροί. Τώρα δεν υπάρχει αυτό το δέσιμο. Ένας νεαρός από τα 13 μέχρι τα 18 του, τος αγωνιστικές ηλικίες, μπορεί να έχει και 3 και 4 διαφορετικούς προπονητές.
Οι μάνατζερ; Υποτίθεται ότι δεν μπορούν να παρέμβουν σ’ ένα παιδί μέχρι μία ηλικία. Το κοινό μυστικό, βέβαια, είναι ότι… παρεμβαίνουν, έστω και με μορφή συμβουλών. Που τις περισσότερες φορές τις ζητούν οι ίδιοι οι παίκτες και οι γονείς τους. Ο μάνατζερ θέλει να βγάζει λεφτά. Και ο κανόνας είναι να «γραδάρει» κάθε παιδί που του χτυπάει την πόρτα ανάλογα με το πόσα θα βγάλει απ’ αυτό. Υπάρχουν μάνατζερ που κλείνουν συμφωνίες με νεαρά παιδιά να παίρνουν 500 ευρώ το μήνα και πανηγυρίζουν επειδή εξασφαλίζουν ένα κατοστάρικο το μήνα. Φασούλι το φασούλι, γεμίζει το σακούλι.
Αυτή, χοντρικά, είναι η κατάσταση. Για να σας προλάβουμε, βεβαίως υπάρχουν και εξαιρέσεις. Και παιδιά με τη σωστή νοοτροπία, και γονείς υποστηρικτικοί αλλά όχι παρεμβατικοί, και παράγοντες παλιάς κοπής, και προπονητές που αγαπούν τα παιδιά και δεν ασχολούνται πιο πολύ με τον εαυτό τους, και μάνατζερ που δίνουν σωστές συμβουλές. Αλλά είναι εξαιρέσεις.
Σ’ αυτό το περιβάλλον που περιγράψαμε, λοιπόν, δεν έχει τόση σημασία αν κάποιο παιδί κάνει 500 ή 1.000 σουτ τη μέρα για να «μάθει σουτ», ή 500 ραχιαίες. Θέλει γενικότερη αλλαγή της νοοτροπίας, η οποία θα γεννήσει φουρνιές με υψηλή προοπτική. Τα παιδιά που ξεχωρίζουν τώρα είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού επειδή είναι εξαιρέσεις: Είτε έχουν γονείς που ξέρουν το παιχνίδι από μέσα και τα καθοδηγούν σωστά, δουλεύουν πολύ, σκέφτονται πρώτα να παίξουν και μετά να αμειφθούν, κάνουν ποιοτική προπόνηση και δεν παίρνουν ψηλά τον αμανέ. Είναι πολύ λίγα αυτά τα παιδιά, όμως. Κι αν μείνουμε σ’ αυτά, ολοένα και θα λιγοστεύουν.