Για την Θεσσαλονίκη έχουν γραφτεί και έχουν ειπωθεί πολλά. Από ποιήματα και τραγούδια, μέχρι αφιερώματα και εκπομπές. Η πόλη πάντα είχε κάτι το ξεχωριστό για να σε τραβάει και να σου δίνει έναν λόγο να ασχολείσαι μαζί της. Ο αθλητισμός δεν μπορούσε να είναι έξω από την εξίσωση.
Την δεκαετία του '80 και του '90 άλλωστε, όταν το μπάσκετ βρισκόταν στα καλύτερά του, η Θεσσαλονίκη βρισκόταν στο επίκεντρο. Κάτι η κόντρα Άρη-ΠΑΟΚ, κάτι η παρουσία των Νίκου Γκάλη, Παναγιώτη Γιαννάκη, Μπάνε Πρέλεβιτς και λίγο αργότερα του Πέτζα Στογιάκοβιτς, έδιναν αρκετούς καλούς λόγους για να φέρουν τη Θεσσαλονίκη στο μπασκετικό επίκεντρο. Όμως η πόλη είχε την δική της ξεχωριστή αύρα και πίσω από την λάμψη του Παλέ ντε Σπορ και των μεγάλων σταρ της εποχής.
Διότι στα ανοιχτά γήπεδα της πόλης οι «μάχες» ήταν καταιγιστικές και πήραν βάπτισμα πυρός αρκετοί νεαροί αθλητές. Η Εβίνα Μάλτση ήταν μία από τις παίκτριες που προσπάθησε να κάνει το δικό της βήμα στα ανοιχτά γήπεδα της πόλης. Στην ουσία από εκεί ξεκίνησε το όνειρο, έχοντας για οδηγό τον Γκάλη, τον Γιαννάκη και τ' άλλα παιδιά. Τα ανοιχτά γήπεδα της Θεσσαλονίκης όμως και τις μάχες σε αυτά, δεν τα ξέχασε ποτέ.
Η σειρά ντοκιμαντέρ του ΝΒΑ, με τίτλο «Hoop Cities» ασχολείται ενδελεχώς με τις μητροπόλεις του μπάσκετ στην Ευρώπη, την κουλτούρα που δημιούργησαν με τα χρόνια, αλλά και την αύρα που τις διέπουν. Η Θεσσαλονίκη δεν θα μπορούσε να είναι απούσα από αυτή τη σειρά, με την Μάλτση να ζει πολύ έντονα την εποχή εκείνη και να φέρνει στο μυαλό της τις στιγμές που έβαλαν τις βάσεις για την τεράστια καριέρα της.
Στην αναδρομή που έκανε στο παρελθόν, μιλώντας στο SDNA, αρχικά θυμήθηκε την εποχή που αγωνιζόταν στα ανοιχτά της πόλης, αλλά και την αύρα που υπήρχε σε αυτά. «Γυρνώντας πίσω στα χρόνια που μεγάλωσα ναι έζησα τη Θεσσαλονίκη, ήταν μπασκετομάνα. Ο ΠΑΟΚ και ο Άρης ήταν οι ομάδες που κυριαρχούσαν σε Ελλάδα και Ευρώπη. Οι μεγάλοι σταρ έπαιζαν στην Θεσσαλονίκη. Υπήρχε μια παράδοση, πως η Θεσσαλονίκη έβγαζε μπασκετμπολίστες και εγώ έτσι το έχω στη μνήμη μου», είπε, για να εστιάσει ακόμα περισσότερο στην κουλτούρα.
«Αν βρεθώ Θεσσαλονίκη είναι πολύ τυπικό για μένα να περάσω από το Ποσειδώνιο ή από τα ανοιχτά γήπεδα στο κέντρο και να παίξω μπάσκετ. Είναι κουλτούρα! Είτε φοράς τζιν ή κάνεις βόλτα, θα παίξεις. Το κουβαλάει η πόλη αυτό. Η πόλη εκείνη είχε αγαπήσει το μπάσκετ από εκείνα τα χρόνια. Το Παλέ ντε Σπορ ήταν γεμάτο και εγώ έτσι θυμάμαι την Θεσσαλονίκη».
Στα ανοιχτά γήπεδα είχε τις πρώτες... μάχες της, σε ανταγωνιστικό περιβάλλον. Επί της ουσίας ήταν και ένας τρόπος προετοιμασίας για την μετέπειτα επαγγελματική πορεία της. Σε ένα διαφορετικό πλαίσιο. «Τίποτα δεν γίνεται από τη μία στιγμή στην άλλη. Παρ' όλο που αλλάζουν αρκετά πράγματα από το streetball να μπεις σε κανόνες ομάδας. Αυτό που μένει ίδιο είναι πως το μπάσκετ είναι ένα παιχνίδι. Για εμάς που κάναμε πρωταθλητισμό αυτό έμεινε αναλλοίωτο, η αγάπη μας για το παιχνίδι.
Ακόμα και μέσα από μια προπόνηση επαγγελματικής ομάδας και με συγκεκριμένες κατευθύνσεις, πάντα έβρισκες τον τρόπο να διασκεδάσεις. Σίγουρα αλλάζουν πολλά, αλλά η αγάπη για το μπάσκετ είναι αυτή που σε πάει και απλά προσαρμόζεσαι και μαθαίνεις πράγματα και γίνεσαι καλύτερος. Το να πάμε εμείς να παίξουμε σε ένα ανοιχτό για πλάκα, θα είναι διαφορετικό. Είναι διαφορετικό ως προς το αν βάλεις συγκεκριμένους πόντους. Η φύση του δεν αλλάζει».
Η Θεσσαλονίκη δέσποζε εκείνη την περίοδο. Οι μεγαλύτεροι σταρ της εποχής βρίσκονταν εκεί και αυτό έπαιξε τον ρόλο του, ώστε όλο και περισσότερα νέα παιδιά να ασχοληθούν με το άθλημα. «Το έπος του 87 και ό,τι ακολούθησε, γιατί όλα ακολούθησαν μετά από αυτό, είναι ο λόγος που παίξαμε μπάσκετ σε διαφορετικό επίπεδο. Βγήκαμε έξω στους δρόμους και παίξαμε μπάσκετ. Όταν βγαίνεις να παίξεις πάντα υποδύεσαι κάποιον. Λες "εγώ είμαι ο Γκάλης, εγώ ο Γιαννάκης, εγώ ο Μπάνε". Εγώ έχω πολύ έντονα βιώματα με τον Μπάνε και τον θαύμαζα.
Αμέσως μετά ο Στογιάκοβιτς καθόρισε την καριέρα μου γιατί όταν ήταν 18 έπαιζε στον ΠΑΟΚ και εγώ έβλεπα τις προπονήσεις του και τον αντέγραφα στον τρόπο που δούλευε. Εμπράκτως μας επηρέασαν πολύ. Ο Γκάλης και ο Γιαννάκης που συνδέθηκαν με το έπος της Εθνικής, ήταν αυτοί που μας ενέπνευσαν. Ανατριχιάζεις και μόνο που έβλεπες τη φανέλα. Ήταν το εναρκτήριο ενός ονείρου.
Όταν έμπαινες στη διαδικασία να τους παρατηρείς και να βλέπεις το παιχνίδι τους, εμένα με καθόρισαν στην πορεία μου και έπαιξαν σημαντικό ρόλο. Για να το λέω εγώ, σκέψου πόσα άλλα παιδιά είχαν αυτούς σαν πρότυπο».
Η κουλτούρα της συμπρωτεύουσας, στο μπασκετικό κομμάτι, είναι ξεχωριστή. Αναζητώντας την άκρη του νήματος και τι είναι αυτό που κάνει τη Θεσσαλονίκη να ξεχωρίζει, η Μάλτση εξήγησε πως «στην Βόρεια Ελλάδα οι άνθρωποι είμαστε πιο συναισθηματικοί, πιο παθιασμένοι. Υπάρχει αυτή η αίσθηση πως εμείς αγαπάμε πιο πολύ το μπάσκετ. Εγώ θυμάμαι χαρακτηριστικά να περπατάμε με τις φίλες μου στο κέντρο, να είμαστε εντελώς διαφορετικά ντυμένες και να είμαστε στα ανοιχτά γήπεδα της παραλιακής με άγνωστους και να γίνεσαι φίλος.
Είχα την τύχη να το ξαναζήσω με το βίντεο που φτιάξαμε με το ΝΒΑ. Η Θεσσαλονίκη κρατάει αυτή την ταυτότητα. Αν περπατάς στον δρόμο με μια μπάλα του μπάσκετ και δεις κάποιον να κρατάει μια μπάλα του μπάσκετ, θα χαιρετηθείτε χωρίς να γνωρίζεστε. Αν παίξετε, θα γίνετε φίλοι. Εγώ έτσι το έζησα».
Για εκείνη τα παιχνίδια στα ανοιχτά γήπεδα δεν ήταν μια απλή υπόθεση. Ή τουλάχιστον δεν τα έβλεπε έτσι. Διότι το κίνητρο για να λάβει την αναγνώριση εκείνων που μοιραζόταν το γήπεδο, έδινε ώθηση για να γίνεται καλύτερη. Η ίδια καταλάβαινε ότι έπρεπε να γίνεται καλύτερη συνεχώς. «Θέλεις να κερδίσεις τον σεβασμό των αντιπάλων, των συμπαικτών. Για μένα ήταν σίγουρα ένα κομμάτι αυτό. Υπήρξα ένα μικρό κορίτσι πριν χρόνια που εγώ ήθελα να υπηρετήσω ένα... ανδρικό άθλημα. Και το λέω με στεναχώρια. Αυτό το "έλα μωρέ", "κορίτσι είσαι", "δεν είσαι αρκετά καλή" με έκανε να αναζητήσω αυτή την αναγνώριση. Μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη και θυσίες με τους άνδρες. Οπότε αναμφισβήτητα θες να κερδίσεις τον σεβασμό».
Την δεκαετία του '90 το ΝΒΑ ήταν στο απόγειο του, με τον Μάικλ Τζόρνταν να κυριαρχεί και τους Σικάγο Μπουλς να καθορίζουν την μόδα της εποχής. Κάτι το οποίο δεν περνούσε απαρατήρητα στη Θεσσαλονίκη, με την επιρροή της Μάλτση εξ Αμερικής να είναι ξεκάθαρη. «Το WNBA ιδρύθηκε το 1998. Μέχρι τότε εμείς ξενυχτούσαμε και μαθαίναμε για τους Μπουλς, τον Τζόρνταν και το ΝΒΑ. Εκείνη την εποχή οι Μπουλς, οι τελικοί του ΝΒΑ, η μόδα εκείνη επηρέασε τα πάντα. Από τα παπούτσια που θα αγοράζαμε, μέχρι τις κινήσεις που θα αντιγράφαμε. Υπήρχε στο μυαλό μας το όνειρο εκείνο, η επιρροή του ΝΒΑ ήταν τρομερή σε όλα τα επίπεδα», ανέφερε.
Ως νεαρό κορίτσι είχε πρότυπα που την οδήγησαν στο να πιέσει τον εαυτό της για να γίνεται καλύτερη. Στη Θεσσαλονίκη άλλωστε είχε την ευκαιρία να παρακολουθεί μερικούς εκ των κορυφαίων όλων των εποχών, κάτι που αποτέλεσε τεράστιο κέρδος για την πορεία της. «Υπάρχουν κάποιοι που δείχνουν τον δρόμο και δείχνουν έναν ανοιχτό δρόμο στους άλλους. Το πρώτο όνειρο ήταν να παίξω στην εθνική ομάδα. Στάμπαρα κάποιους ανθρώπους, είδα πώς το έκαναν και μέσα σε αυτό συμπεριλαμβάνεται η συνέχεια, η συνέπεια, ο τρόπος που γίνονταν καλύτεροι», εξήγησε, για να εστιάσει στον τρόπο προετοιμασίας του Πέτζα Στογιάκοβιτς.
«Όταν το όνειρό μου έγινε το WNBA, τότε που ο Πέτζα Στογιάκοβιτς έκανε εκπληκτικά παιχνίδια και έπαιζε στο ΝΒΑ, είχα μπει στη διαδικασία να τον παρατηρώ. Τότε δεν είχαμε τόση πληροφόρηση μέσω βίντεο. Είχα όμως την δυνατότητα να βλέπω τις προπονήσεις του στον ΠΑΟΚ και είχα την δυνατότητα να βλέπω τι έκανε στις προπονήσεις του. Έπαιρνε τις μεγάλες σκάλες που καθάριζαν την οροφή, τις τοποθετούσε και εκτελούσε από μακριά. Αυτό έδινε την προϋπόθεση να βάλει μεγάλη καμπύλη στο σουτ. Τώρα αυτά έχουν αντικατασταθεί από εργαλεία, το λεγόμενο gun, αλλά τότε δεν υπήρχε κάτι τέτοιο.
Είχε σημασία για μένα να το βλέπω να το κάνει εκείνος, που ήταν ο καλύτερος παίκτης στην Ευρώπη και έφευγε Draft για το ΝΒΑ. Όταν μαθαίναμε για τον Γκάλη που ανέβαινε τα σκαλιά στο Παλέ, ήταν ένα είδος πληροφόρησης. Το ίδιο έκανα και με τον Πέτζα που δεν έχανα συνέντευξή του. Ανέλυσε τη διαφορά κάθε επιπέδου και για μένα ήταν χρήσιμες πληροφορίες και μαθήματα. Είχα πολύ καλά πρότυπα και ακολούθησα το παράδειγμά τους».
Όλα αυτά τα στοιχεία διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα της εντός γηπέδου, βάζοντας τις βάσεις σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, όπως είναι τα ανοιχτά γήπεδα της Θεσσαλονίκης, τα οποία είχαν -και εξακολουθούν να έχουν- τη δική τους κουλτούρα.