MENU
Χρόνος ανάγνωσης 7’

ΠΑΟΚ-Γάνδη: Το βλέμμα της Μέδουσας

0

«Θα σε καρυδώσω! Τι πήγες και έκανες; Είσαι τρελός;». Το πρόσωπο του προπονητή του είχε γίνει κατακόκκινο, «έβραζε» από θυμό. Η ομάδα του μόλις είχε προκριθεί στον τελικό του Κυπέλλου Βελγίου, με ένα απίστευτο, ασύλληπτο, εκκωφαντικό 0-3 στην έδρα της Μπριζ, θα έπρεπε να πετάει στα σύννεφα. Εκείνος όμως πετούσε φλόγες: «Μην το ξανακάνεις ποτέ! Κάποια άλλη φορά ίσως να μην είμαστε όλοι τόσο τυχεροί».

Στα αποδυτήρια στήθηκε ένα μικρό, πρόχειρο πάρτι. Δεν υπήρχαν σαμπάνιες, ο ένας έλουζε τον άλλον με νερά, με ισοτονικά. Αγκαλιές, φιλιά, παντού. «Εϊ, φίλε. Αν μου το έκανες αυτό σε μένα, τότε θα βγαίναμε και οι δύο. Εγώ με κόκκινη κάρτα κι εσύ με φορείο», του είπε γελώντας ο συμπαίκτης του, Μικαέλ Γκαντέ, στην γενέτειρα του το Καμερούν, είτε χάσεις είτε κερδίσεις στο γήπεδο, η τιμή είναι πάνω από όλα. Κι αυτό που έκανε ο συμπαίκτης του άγγιζε τα όρια της ύβρης.

Εκείνος προσπαθούσε μάταια να καταλάβει τι κακό είχε κάνει. Υποτίθεται ότι το ποδόσφαιρο είναι πάνω από όλα διασκέδαση. Έτσι δεν είναι; Κι αυτός, ως ένας αυθεντικός ζογκλέρ είπε να σκαρώσει ένα μικρό τρικ. Μόνο που το γήπεδο δεν είναι τσίρκο, εκεί οι άγραφοι νόμοι είναι λιγάκι διαφορετικοί.

«Δεν είχα πρόθεση να προκαλέσω κανέναν. Ούτε τον προσωπικό μου αντίπαλο, ούτε την Μπριζ, ούτε τους οπαδούς της. Το σκορ ήταν 0-3, η πρόκριση είχε κριθεί. Ήθελα απλώς να διασκεδάσω τους οπαδούς μας. Αν ενόχλησε τόσο, τότε δεν πρόκειται να το ξανακάνω».

Ήταν μία στιγμή αυτοσχεδιασμού: «όχι ποτέ δεν έχεις χρόνο να προσχεδιάσεις κάτι τέτοιο. Έτρεξα προς το σημαιάκι του κόρνερ να προλάβω την μπάλα. Είδα τον αμυντικό μακριά μου. Και είπα μέσα μου… γιατί όχι;».

Στα αραβικά, το όνομα του (Τάρικ) σημαίνει λαμπερό αστέρι. Είναι το ένατο από τα δέκα συνολικά παιδιά του Μεσούντ και της Αΐσα, οι οποίοι το 1986 άφησαν το Τετουάν του Μαρόκου για το Άμστερνταμ, ψάχνοντας ένα καλύτερο αύριο.

Το τραπέζι της οικογένειας ποτέ δεν ήταν άδειο. Ο Μεσούντ δουλεύει ακόμα και σήμερα ως μάγειρας σε ένα ισπανικό εστιατόριο, έλειπε όλη μέρα, τον πατρικό ρόλο τον έπαιζαν τα μεγαλύτερα αδέρφια.

Ο Ομάρ Τισουντάλι είναι ένας θρύλος στην γειτονιά Nieuw-Ouest του Άμστερνταμ. Είναι ο παίκτης με τις περισσότερες συμμετοχές στην ιστορία της ASV Lebo μίας ομάδας ποδοσφαίρου σάλας, έφτασε μέχρι την Εθνική Ολλανδίας στο Futsal. 

H δημόσια ολλανδική τηλεόραση (NOS) του έκανε ολόκληρο αφιέρωμα, παρουσιάζοντας τον ως πρότυπο για την νεολαία, σε μία γειτονιά με πολύ υψηλά ποσοστά μεταναστών, όπου η παραβατικότητα είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.

Ο μεγάλος αδερφός ήταν πάντα το πρότυπο του Τάρικ. Αυτός που τον ενέπνεε, αλλά κι αυτός που τον μάζευε από τους δρόμους: «Πάντα τον έβλεπες να κλωτσάει μια μπάλα. Κι όταν δεν υπήρχε μπάλα, κλωτσούσε πέτρες, γι’ αυτό και είχε πάντα σκισμένα παπούτσια, ήξερες κάθε μέρα τι χρώμα κάλτσες φορούσε. Έπρεπε να τον μαζέψεις από την αλάνα για να φάει το μεσημέρι και μετά έφευγε σφαίρα για να συνεχίσει την μπάλα».

Τα σκισμένα παπούτσια αποτελούν μόνιμο αποτύπωμα στην ψυχή του. Από την ημέρα που έγινε επαγγελματίας, σε όποια ομάδα κι αν αγωνίστηκε, ζητά από τους συμπαίκτες του μεταχειρισμένα παπούτσια που δεν χρειάζονται άλλο, για να τα προσφέρει ο ίδιος εκεί που ξέρει ότι υπάρχει αληθινή ανάγκη.

Στην Αμβέρσα είχε αναπτύξει έντονη κοινωνική δράση, μεριμνώντας για κοινωνικά συσσίτια: «Αν το στομάχι σου είναι γεμάτο, αλλά ο γείτονας σου πεινάει, τότε είσαι κακός γείτονας», είναι το μότο που τον συνοδεύει.

Μεγάλωσε, υποστηρίζοντας Ρεάλ Μαδρίτης λόγω του Ζινεντίν Ζιντάν και αργότερα λόγω του Κριστιάνο Ρονάλντο. Μα αυτοί οι δύο είναι δύο «φυσιολογικοί» ποδοσφαιριστές: «Το πραγματικό μου πρότυπο είναι ο γείτονας μου, ο Ζερμέν Φάνενμπουρχ. Αν δεν τον έχετε δει, τότε δεν ξέρετε τι πάει να πάει ποδόσφαιρο. Είναι ένας θρύλος του street football, τον έβλεπα από μικρός και προσπαθούσα πάντα να μιμηθώ τα κόλπα του».

Οι δρόμοι του Άμστερνταμ, το ποδόσφαιρο του δρόμου είναι πάντα στο αίμα του, δεν γίνεται να το βγάλει από μέσα του. Εκεί έμαθε ότι ξέρει, εκεί έχτισε την νοοτροπία του, τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το ποδόσφαιρο, τους αντιπάλους, την ζωή. Έμαθε να μην φοβάται κανέναν και τίποτα. Αν δεν πετύχει μία ντρίμπλα, θα πετύχει η επόμενη. Ο αμυντικός που δεν θα «τρώει» ντρίμπλες δεν έχει γεννηθεί ακόμα.

https://youtu.be/HSkhp1AmqR8

Στην πλάτη του φοράει το 34. Αυτό θα φοράει για πάντα, όπου κι αν παίξει. Δύο στενά παρακάτω έμενε η οικογένεια Νούρι. Ο Άπι ήταν το καμάρι της γειτονιάς, ο εκλεκτός, αυτός που είχε ξεχωρίσει από μικρός, αυτός που είχε ανοίξει τα φτερά του, αυτός που θα ξέφευγε από όλο αυτό. 

Φορούσε τις καθαρές λευκές φόρμες του Άγιαξ, δεν χρειαζόταν πια να λερώνεται στην αλάνα, στις πλατείες, να τρώει τα γόνατα του στα γηπεδάκια με την μοκέτα και τις μπίλιες από καουτσούκ. Ο Τάρικ ήταν αυτός που όλοι έβαζαν το χέρι τους στην φωτιά, ότι θα τα καταφέρει κι αυτός.

Μέχρι τα 21 του όμως έπαιζε μόνο σε ερασιτεχνικούς συλλόγους (DWS, Young Boys, Argon, Sparta Nijkerk), δεν είχε δουλέψει ποτέ το κορμί του, δεν είχε κάνει ποτέ του τακτική, έπαιζε μόνο με το ένστικτο. Και με την ελπίδα, ότι κάποια στιγμή θα τα καταφέρει.

Ακόμα και σήμερα δεν θέλει να πιστέψει αυτό που συνέβη στον Άπι, ο οποίος μετά την ανακοπή που υπέστη σε μία φιλική αναμέτρηση του Άγιαξ απέναντι στην Βέρντερ Βρέμης βρίσκεται καθηλωμένος στο κρεβάτι, με ανήκεστη εγκεφαλική βλάβη. Το να φοράει τον αριθμό του είναι το ελάχιστο που μπορεί να κάνει για να τον νιώθει πάντα δίπλα του, μαζί του.

Του πήρε μόλις δύο σεζόν στον επαγγελματικό κόσμο για να δει φως στο τούνελ. Και μετά ξανά σκοτάδι. Το 2016 η Χάβρη πίστεψε ότι βρήκε τον διάδοχο του Ριάντ Μαχρέζ. Ο Μαροκινός εξτρέμ όμως δεν έπαιξε ούτε μία φορά με την φανέλα της. Ήταν πολύ αγύμναστος, αδύναμος, unfit. Ένας αυτοδίδακτος χομπίστας. 

Ήταν ένα μεγάλο ψάρι στην μικρή λίμνη της δεύτερης κατηγορίας της Ολλανδίας ή του Βελγίου (Καμπούουρ, Ντε Γκράαφστσαπ), αλλά μικρό όταν η λίμνη μεγάλωνε κατηγορία (Φένλο, Γκέρμιναλ). Στις αρχές του 2020 έμοιαζε βαλτωμένος, κολλημένος. Έπαιζε λίγο στην Μπέερσχοτ, ήθελε να φύγει. Αίφνης όλα άλλαξαν. Άλλαξε ο προπονητής, εκείνος άρχισε να παίζει, να σκοράρει. Η ομάδα ανέβηκε, ο Τισουντάλι ξεκίνησε καυτός το πρώτο μισό της σεζόν 2020-21 (8 γκολ) και αίφνης, στα 27 του βρέθηκε στην Γάνδη.

Η μεγάλη ευκαιρία της ζωής του, που περίμενε τόσα χρόνια.

Είναι πολύ ταπεινός για να σκεφτεί κανείς ότι το έκανε από υπεροψία. Ξεκίνησε από πολύ χαμηλά, στα 16 του δούλευε ως ντελιβεράς σε πιτσαρία και ως εφημεριδοπώλης για να μπορέσει να έχει το μεροκάματο του. Κάθε του μέρα στο ποδόσφαιρο ήταν μία μάχη για την επόμενη.

Ένας μεροκαματιάρης (και) της μπάλας. Το έκανε για να προσφέρει λίγη χαρά στον κόσμο: «Είτε παίζει απέναντι στην κορυφαία ομάδα του Βελγίου, είτε στο ερασιτεχνικό για αυτόν είναι το ίδιο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ έναν ακόμα με την Sparta Nijkerk όταν με μία του μαγική προσποίηση, τέσσερις αντίπαλοι -ανάμεσα του και ο τερματοφύλακας- ξάπλωσαν στο έδαφος κι εκείνος σκόραρε σε κενή εστία. Παίζει από ένστικτο κι αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει», εξομολογείται ο μεγάλος του αδερφός.

«Ξέρω πολύ καλά ότι μερικές φορές οι αντίπαλοι θέλουν να με σπάσουν στο ξύλο. Να με κλωτσήσουν τόσο πολύ που να πάω στο νοσοκομείο. Ξέρουν τι πρόκειται να κάνω, αλλά δεν μπορούν να το αποφύγουν. Έτσι παίζω και δεν πρόκειται να το αλλάξω».

Συνήθως οι μάγοι δεν αποκαλύπτουν το μυστικό των τρικ τους, αλλά ετούτος δίνει ορισμένα στοιχεία για το μυστικό της καλής ντρίμπλας, που όσο κι αν ακούγεται απίστευτο δεν γίνεται με τα πόδια: «Όλη η δουλειά γίνεται με το πάνω μέρος του σώματος. Τους κοιτάω στα μάτια και διαβάζω την γλώσσα του σώματος τους. Καταλαβαίνω αν φοβούνται. Αν το σώμα τους δεν έχει ισορροπία. Μπορώ να προβλέψω τι θα κάνουν και κάνω το αντίθετο. Δεν με φοβίζουν οι σκληροί αμυντικοί, το αντίθετο. Αυτούς προτιμώ. Ξέρω ότι θα τσιμπήσουν. Θα ορμήσουν με θυμό πάνω μου. Κι όσο πιο θυμωμένοι είναι, τόσο πιο εύκολα τους περνάω»

Όχι, ο Τάρικ Τισουντάλι δεν ήθελε να γελοιοποιήσει τον Μπράντον Μέχελε, ούτε τους συμπαίκτες του. Δεν ήθελε να ειρωνευτεί τον κόσμο της Μπριζ, ούτε να προκαλέσει. Έτσι, του βγήκε. Έτσι, παίζει. Αυτός είναι.

Με το χρονόμετρο να δείχνει το 83ο λεπτό και το σκορ στο 0-3, ο Μαροκινός ζογκλέρ απομονώθηκε στο σημαιάκι του κόρνερ, άνοιξε τα χέρια του σαν το άγαλμα του Χριστού στο Ρίο Ντε Τζανέιρο, πάτησε και με τα δύο πόδια πάνω στην μπάλα, και ως άλλη Μέδουσα κοίταξε τον αντίπαλο στα μάτια για να τον «πετρώσει». 

Τον θύμωσε, τον έβγαλε από τα ρούχα και από τα παπούτσια του, τον πέρασε σαν να μην υπήρχε από την εσωτερική, μέχρι που ένα οργισμένο τζαρτζάρισμα τον πέταξε εκτός γηπέδου μαζί με την μπάλα.

Το «Γιάν Μπρεϊντέλ» σηκώθηκε στο πόδι, απειλήθηκε γενική σύρραξη, αυτό που για τον Μαροκινό ήταν ένα συνηθισμένο κόλπο του street football, στον άγραφο νόμο του «κουστουμαρισμένου» ποδοσφαίρου ήταν casus belli, αιτία πολέμου.

https://twitter.com/dmsportofficiel/status/1499350856164122626

Σε μία άγευστη, άτεχνη, comme il faut ομάδα όπως η Γάνδη, ο Τάρικ Τισουντάλι είναι το αλατοπίπερο και όλα τα μπαχαρικά μαζί. Είναι ο δικός της Σαλάχ, με 20 γκολ και 7 ασίστ φέτος σε όλες τις διοργανώσεις. Αν τυχόν απομονωθεί με κανέναν παίκτη του ΠΑΟΚ, σε κάποιο από τα τέσσερα σημαιάκια της Τούμπας, κρατήστε την αναπνοή σας.

Λογικά, θα πρέπει να έχει ετοιμάσει κάτι σπέσιαλ για τα σημαντικότερα παιχνίδια της καριέρας του…

ΠΑΟΚ-Γάνδη: Το βλέμμα της Μέδουσας