MENU

Ο Λιονέλ Μέσι αποχαιρετά την εθνική Αργεντινής και ένα ολόκληρο γήπεδο σηκώνεται όρθιο για να τον χειροκροτήσει. Χιλιάδες άνθρωποι τραγουδούν το όνομά του, παιδιά κλαίνε στις εξέδρες, οι συμπαίκτες του τον αγκαλιάζουν και η χώρα που κάποτε τον αμφισβήτησε όσο λίγες φορές έχει αμφισβητήσει δικό της ποδοσφαιριστή, τώρα θα ήθελε να κρατήσει αυτή τη βραδιά για πάντα.

Την ίδια περίοδο, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Κριστιάνο Ρονάλντο βρίσκεται σε ανοιχτή σύγκρουση με τον προπονητή της εθνικής Πορτογαλίας. Ο άνθρωπος που έκανε εκατομμύρια συμπατριώτες του να πανηγυρίσουν, που σήκωσε το πρώτο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα στην ιστορία της χώρας του, που έγινε το απόλυτο ποδοσφαιρικό της σύμβολο, βλέπει το όνομά του να βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της συζήτησης. Μόνο που αυτή τη φορά η κουβέντα περιστρέφεται γύρω από την απόφασή του να συνεχίσει.

Ο Μέσι είναι 39 ετών. Ο Ρονάλντο 41. Και οι δύο εξακολουθούν να παίζουν ποδόσφαιρο, ο Αργεντινός στην Ίντερ Μαϊάμι και ο Πορτογάλος στην Αλ Νασρ. Και οι δύο έχουν κερδίσει περισσότερα απ' όσα θα μπορούσαν να ονειρευτούν όταν, πιτσιρικάδες ακόμη, κυνηγούσαν μια μπάλα στις γειτονιές του Ροσάριο και της Μαδέιρα.

Κι όμως, η ζωή τούς έφερε σε ένα σημείο που κανένα από τα αμέτρητα ρεκόρ τους δεν μπορούσε να τους προετοιμάσει. Έπρεπε να αποφασίσουν πότε θα αποχαιρετήσουν την εθνική τους ομάδα. Ο ένας πήρε την απόφαση και έφυγε μέσα σε αποθέωση. Ο άλλος σκέφτηκε να φύγει, άλλαξε γνώμη και σήμερα ζει μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της σχέσης του με την Πορτογαλία.

Μια ολόκληρη εποχή χωρισμένη στα δύο

Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος αυτής της ιστορίας, πρέπει να θυμηθεί τι σήμαιναν αυτοί οι δύο άνθρωποι για το ποδόσφαιρο.

Μέσι ή Ρονάλντο; Μπαρτσελόνα ή Ρεάλ Μαδρίτης; Ποιος είναι ο κορυφαίος όλων των εποχών; Πόσες φορές κάναμε αυτή την κουβέντα; Πόσες φορές τσακωθήκαμε με φίλους, πόσες φορές αλλάξαμε γνώμη ύστερα από ένα απίθανο γκολ, ένα μεγάλο ντέρμπι, έναν τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ;

Από το 2008 μέχρι το 2017, οι δέκα Χρυσές Μπάλες κατέληξαν στα χέρια τους. Πέντε στον Μέσι, πέντε στον Ρονάλντο. Ο Αργεντινός έφτασε αργότερα τις οκτώ και ο Πορτογάλος ολοκλήρωσε τη συλλογή του με πέντε. Για μία ολόκληρη δεκαετία, κάθε απονομή έμοιαζε με ακόμη ένα επεισόδιο της ίδιας ατελείωτης μονομαχίας.

Η αθλητική ψυχολογία περιγράφει την αποχώρηση ως μια βαθιά αλλαγή στην ταυτότητα ενός ανθρώπου. Όταν έχεις περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή σου ως ποδοσφαιριστής, η σκέψη ότι ένας σημαντικός κύκλος κλείνει μπορεί να σε γεμίζει αβεβαιότητα.

Τα ισπανικά ντέρμπι απέκτησαν άλλη διάσταση. Οι μονομαχίες της Μπαρτσελόνα με τη Ρεάλ Μαδρίτης παρακολουθούνταν από κάθε γωνιά του πλανήτη και οι δύο πρωταγωνιστές έμοιαζαν να βρίσκουν κάθε χρόνο έναν καινούργιο τρόπο να ξεπερνούν τον εαυτό τους. Ο ένας με την μπάλα κολλημένη στο αριστερό του πόδι, ο άλλος με την εκρηκτικότητα, την αδιανόητη αθλητικότητα και την ακόρεστη δίψα του για γκολ.

Στην πορεία έγιναν δύο παγκόσμιες αυτοκρατορίες. Εκατοντάδες εκατομμύρια ακόλουθοι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τεράστιες διαφημιστικές συμφωνίες, εμπορική επιρροή που ξεπερνούσε τα όρια του αθλητισμού. Ολόκληρες γενιές παιδιών μεγάλωσαν φορώντας τη φανέλα του ενός ή του άλλου, προσπαθώντας να αντιγράψουν μια ντρίμπλα, έναν πανηγυρισμό, ένα φάουλ.

Και κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια. Οι πιτσιρικάδες που κάποτε παρακολουθούσαν τις μάχες τους μεγάλωσαν, έκαναν οικογένειες, κάποιοι έγιναν οι ίδιοι ποδοσφαιριστές. Ο Μέσι και ο Ρονάλντο συνέχισαν να παίζουν, λες και ο χρόνος είχε αποφασίσει να τους κάνει μια ιδιαίτερη χάρη. Μέχρι που έφτασε η στιγμή να σκεφτούν το αντίο.

Ο Μέσι και η χώρα που έμαθε να τον αγαπά

Η εικόνα του Μέσι στο Μονουμεντάλ, στην τελευταία του εμφάνιση με την Αργεντινή, κουβαλούσε μια ολόκληρη ιστορία. Η φανέλα με το 10, το χειροκρότημα, η οικογένειά του, η συγκίνηση ενός ανθρώπου που πέρασε σχεδόν τη μισή του ζωή προσπαθώντας να κάνει περήφανη τη χώρα του.

Και πόσο παράξενα τα φέρνει καμιά φορά το ποδόσφαιρο.

Για χρόνια, στην Αργεντινή, ο Μέσι έπρεπε να απολογείται επειδή δεν ήταν ο Μαραντόνα. Του χρέωναν χαμένους τελικούς, του καταλόγιζαν έλλειψη πάθους, τον κατηγορούσαν ακόμη και επειδή δεν τραγουδούσε τον εθνικό ύμνο. Όσα κι αν έκανε με την Μπαρτσελόνα, στην πατρίδα του έμοιαζαν ανεπαρκή.

Το 2016, ύστερα από ακόμη έναν χαμένο τελικό του Κόπα Αμέρικα, λύγισε. Ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από την εθνική. Ήταν τότε 29 ετών και η απογοήτευση είχε νικήσει για λίγο την επιθυμία του να συνεχίσει. Η Αργεντινή ξεσηκώθηκε ζητώντας του να επιστρέψει. Ο Μέσι επέστρεψε και έζησε όσα ονειρευόταν από παιδί.

Πρώτα ήρθε το Κόπα Αμέρικα του 2021. Ύστερα το Μουντιάλ του Κατάρ, το 2022, εκείνη η βραδιά που τον είδε να σηκώνει το τρόπαιο που για χρόνια έμοιαζε να τον κυνηγά. Ακολούθησε ακόμη ένα Κόπα Αμέρικα, το 2024, και η σχέση του με την Αργεντινή άλλαξε για πάντα.Ο κόσμος που κάποτε τον αμφισβητούσε τώρα ήθελε να τον βλέπει για πάντα με τη γαλανόλευκη φανέλα.

Ο ίδιος, όμως, είχε αρχίσει να σκέφτεται διαφορετικά. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά μετά την αποχώρησή του, είχε προετοιμάσει την απόφασή του αρκετό καιρό πριν από την τελευταία εμφάνιση. Ένιωθε ότι είχε δώσει όσα μπορούσε και αναγνώριζε πως ερχόταν η σειρά των νεότερων.

Η απόφαση τον πόνεσε. Χαρακτήρισε το αντίο του την πιο θλιβερή ημέρα της καριέρας του. Κι αυτό έχει τη δική του σημασία. Γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να ξέρει ότι ήρθε η ώρα να φύγει και ταυτόχρονα να μη θέλει καθόλου να τελειώσει αυτό που αγαπά.

Ο Μέσι συνεχίζει να παίζει στην Αμερική. Θα εξακολουθήσει να χαίρεται το ποδόσφαιρο, να σκοράρει, να δημιουργεί, να ζει με την μπάλα. Από την εθνική Αργεντινής επέλεξε να αποχωρήσει έχοντας ολοκληρώσει έναν κύκλο που δύσκολα θα μπορούσε να γίνει πιο όμορφος.

Ο Ρονάλντο και η μάχη που δεν θέλει να τελειώσει

Ο Κριστιάνο Ρονάλντο έχει περάσει ολόκληρη τη ζωή του αποδεικνύοντας ότι μπορεί να ξεπεράσει όσα οι υπόλοιποι θεωρούν αδύνατα. Τον αμφισβήτησαν όταν έφυγε από την Πορτογαλία για τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, τον συνέκριναν ασταμάτητα με τον Μέσι, αμφέβαλαν ότι θα μπορούσε να διατηρήσει την εκρηκτικότητά του μεγαλώνοντας. Κι εκείνος απαντούσε με γκολ, τίτλους, ατομικές διακρίσεις και μια σχεδόν εμμονική προσήλωση στο σώμα και στην καριέρα του.

Ο Μέσι επέλεξε να κρατήσει ως τελευταία εικόνα του με την Αργεντινή ένα γεμάτο γήπεδο να τον αποθεώνει. Ο Ρονάλντο συνεχίζει να αναζητά τον δικό του επίλογο.

Στα 41 του εξακολουθεί να αγωνίζεται και να σκοράρει στη Σαουδική Αραβία. Η επιθυμία του να συνεχίσει είναι κατανοητή. Το ποδόσφαιρο του έδωσε τα πάντα και ο ίδιος αφιέρωσε τα πάντα σε αυτό. Η σχέση του με την εθνική Πορτογαλίας, ωστόσο, έχει μπει σε δύσκολη περίοδο.

Η διαφωνία του με τον Ζόρζε Ζεσούς για τον χρόνο συμμετοχής και τον ρόλο του στην ομάδα εξελίχθηκε σε δημόσια αντιπαράθεση. Ο Ρονάλντο αποχώρησε από την αποστολή, ακολούθησαν δηλώσεις και καταγγελίες για συμφωνίες που, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν τηρήθηκαν, ενώ ο πορτογαλικός Τύπος άρχισε να καταγράφει τις αντιδράσεις.

Ο άνθρωπος που επί χρόνια ένωνε τους Πορτογάλους γύρω από την εθνική τους έγινε η αφορμή για μια μεγάλη συζήτηση μέσα στην ίδια του τη χώρα. Πόσο πρέπει να παίζει; Πρέπει ο προπονητής να του εξασφαλίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο; Μπορεί ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής της ιστορίας της Πορτογαλίας να αποδεχτεί ότι κάποια στιγμή θα βρίσκεται στον πάγκο;

Και κυρίως, ποιος αποφασίζει πότε ολοκληρώνεται μια τέτοια διαδρομή; Μέσα σε αυτή την ιστορία προέκυψε μια λεπτομέρεια που λέει πολλά. Ο ίδιος ο Ρονάλντο αποκάλυψε ότι είχε ετοιμάσει αποχαιρετιστήρια επιστολή μετά το Μουντιάλ του 2026. Είχε σκεφτεί να αποχωρήσει, είχε φτάσει πολύ κοντά στο να κλείσει τον κύκλο του, αλλά τελικά άλλαξε γνώμη, έπειτα και από συζητήσεις με τον πρόεδρο της πορτογαλικής ομοσπονδίας.

Εκεί βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας του. Ο Ρονάλντο είχε δει μπροστά του την πόρτα της εξόδου και αποφάσισε να παραμείνει.

Ο ίδιος πιστεύει ότι όσο είναι υγιής, αγωνίζεται και σκοράρει, αξίζει να συνεχίσει στην εθνική. Έχει κάθε δικαίωμα να το πιστεύει. Ο Ζεσούς, από την πλευρά του, έχει την ευθύνη να επιλέγει την ομάδα που θεωρεί καλύτερη. Και ανάμεσα σε αυτές τις δύο επιθυμίες βρίσκεται σήμερα μια ολόκληρη ποδοσφαιρική χώρα.

Πόσο δύσκολο είναι να φύγεις όταν έχεις μάθει να νικάς;

Ας προσπαθήσουμε για λίγο να μπούμε στη θέση τους. Ο Μέσι και ο Ρονάλντο άρχισαν να παίζουν ποδόσφαιρο παιδιά. Μεγάλωσαν μέσα σε γήπεδα, προπονήσεις, αποδυτήρια, ταξίδια και τελικούς. Έμαθαν να ζουν με την πίεση, να σηκώνονται ύστερα από κάθε αποτυχία, να κυνηγούν διαρκώς το επόμενο γκολ και τον επόμενο τίτλο.

Και ξαφνικά, ύστερα από τόσες δεκαετίες, πρέπει να σκεφτούν ότι κάποια μέρα θα φορέσουν για τελευταία φορά τη φανέλα της χώρας τους. Η αθλητική ψυχολογία περιγράφει την αποχώρηση ως μια βαθιά αλλαγή στην ταυτότητα ενός ανθρώπου. Όταν έχεις περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή σου ως ποδοσφαιριστής, η σκέψη ότι ένας σημαντικός κύκλος κλείνει μπορεί να σε γεμίζει αβεβαιότητα. Οι συνήθειες, η καθημερινότητα, η θέση σου μέσα στην ομάδα, η σχέση με τον κόσμο, όλα αλλάζουν.

Στην περίπτωση του Μέσι και του Ρονάλντο, αυτή η μετάβαση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος. Μιλάμε για δύο ανθρώπους που έμαθαν να βρίσκονται διαρκώς στο κέντρο του κόσμου τους, να τους περιμένουν εκατομμύρια φίλαθλοι, να θεωρείται σχεδόν αυτονόητο ότι θα ξεκινούν κάθε μεγάλο παιχνίδι.

Πώς αποδέχεσαι ότι κάποια στιγμή ένας προπονητής μπορεί να προτιμήσει κάποιον νεότερο; Πώς συμφιλιώνεσαι με την ιδέα ότι η ομάδα σου θα συνεχίσει χωρίς εσένα; Και πόση δύναμη χρειάζεται για να πάρεις αυτή την απόφαση μόνος σου, όσο ακόμη ο κόσμος φωνάζει το όνομά σου;

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι ακριβώς σκέφτεται ο Ρονάλντο όταν βλέπει τον εαυτό του στον πάγκο. Ούτε πόσες φορές ο Μέσι σκέφτηκε να αναβάλει το αντίο του. Οι επιλογές τους, πάντως, έχουν ήδη δημιουργήσει δύο πολύ διαφορετικές εικόνες.

Στη μία, ένας ποδοσφαιριστής κλαίει και αποθεώνεται από τη χώρα του. Στην άλλη, ένας θρύλος εξακολουθεί να διεκδικεί τη θέση του και η πατρίδα του συζητά αν έχει φτάσει η ώρα να παραχωρήσει χώρο στους επόμενους.

Η τελευταία τους μονομαχία

Πριν από είκοσι χρόνια, αν κάποιος μας έλεγε ότι θα έρθει μια εποχή που ο Μέσι και ο Ρονάλντο θα πλησιάζουν τα σαράντα και θα εξακολουθούν να απασχολούν ολόκληρο τον ποδοσφαιρικό πλανήτη, ίσως να χαμογελούσαμε.

Κι όμως, να που φτάσαμε εδώ. Ο Μέσι στα 39 του, ο Ρονάλντο στα 41. Ο ένας στην Αμερική, ο άλλος στη Σαουδική Αραβία. Οι Χρυσές Μπάλες στις προθήκες τους, τα τρόπαια στα σπίτια τους, τα ρεκόρ γραμμένα στην ιστορία και εκατομμύρια άνθρωποι να εξακολουθούν να τους παρακολουθούν.

Ακόμη και τώρα, οι δρόμοι τους μοιάζουν να συναντιούνται. Ο Ρονάλντο έσπευσε να συγχαρεί δημόσια τον Μέσι για την αποχώρησή του από την εθνική Αργεντινής. Μια όμορφη κίνηση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που πέρασαν τη μισή τους ζωή ανταγωνιζόμενοι ο ένας τον άλλον. Ίσως ο Πορτογάλος να καταλαβαίνει καλύτερα από οποιονδήποτε πόσο δύσκολο ήταν για τον παλιό του αντίπαλο να πάρει αυτή την απόφαση. Άλλωστε, είχε φτάσει και ο ίδιος πολύ κοντά στο να κάνει το ίδιο.

Ο Μέσι επέλεξε να κρατήσει ως τελευταία εικόνα του με την Αργεντινή ένα γεμάτο γήπεδο να τον αποθεώνει. Ο Ρονάλντο συνεχίζει να αναζητά τον δικό του επίλογο, με την ελπίδα ότι θα μπορέσει να προσφέρει ακόμη περισσότερα στην Πορτογαλία. Για σχεδόν είκοσι χρόνια προσπαθούσαν να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλον. Τώρα ο καθένας καλείται να διαχειριστεί το τέλος της δικής του ιστορίας.

Και όταν κάποτε θα θυμόμαστε τις τελευταίες τους εμφανίσεις με τις εθνικές ομάδες, ίσως καταλάβουμε ότι η πιο δύσκολη απόφαση στην καριέρα ενός μεγάλου ποδοσφαιριστή είναι εκείνη που παίρνει ενώ ξέρει ότι μπορεί ακόμη να συνεχίσει.

Να φύγει όσο ο κόσμος τον παρακαλά να μείνει.

Διαβάστε εδώ τα blogs του Χρήστου Σταθόπουλου

Μέσι - Ρονάλντο: Ο ένας αποθεώνεται, ο άλλος διχάζει την πατρίδα του!