Μοιάζει με ανέκδοτο πια αυτό που συμβαίνει με τον Παναθηναϊκό μακριά από το ΟΑΚΑ. Δεν είναι τωρινό, δεν είναι περσινό, δεν είναι καν φαινόμενο τριών ετών. Μια πενταετία συμβαίνει και το πράγμα είναι πιο βαθύ από το «φταίει ο τάδε» ή «φταίει ο δείνα». Μια ομάδα που δε δείχνει χαρακτήρα, μια ομάδα που πέφτει χωρίς να παλεύει σε όλα τα «κρας τεστ» που δίνει, θα πρέπει να ψάξει πιο βαθιά αυτό που της συμβαίνει. Δεν μπορεί ο Παναθηναϊκός να θέλει να βάζει το όνομά του δίπλα στην ΤΣΣΚΑ, τη Ρεάλ, τη Φενέρ, όταν δεν μπορεί να νικήσει ούτε ένα κρίσιμο παιχνίδι μακριά από την έδρα του. Δεν μπορεί να κάνει σκέψεις για φάιναλ φορ, όταν χάνει όλα τα ματς με αντιπάλους από την 8η θέση και πάνω.
Ο Παναθηναϊκός παθαίνει ό,τι οι περισσότεροι αντίπαλοί του, όταν μπαίνουν στο ΟΑΚΑ. Δεν πιστεύει ότι θα νικήσει. Μοιάζει να έχει τη νοοτροπία πως με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα βρει τρόπο να χάσει. Μοιάζει η αρρώστια του εκτός έδρας να έχει μπολιάσει για τα καλά στο αίμα του. Τη μία θα... αναστήσει τα τρίποντα της Μπασκόνια, την άλλη θα πάει το ματς στις τελευταίες φάσεις και θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «πουλήσει» τη μπάλα, την άλλη θα χάσει με κάτω τα χέρια επειδή είναι χειρότερος από το ξεκίνημα. Από ένα σημείο και μετά το πρόβλημα δεν είναι μόνο αγωνιστικό. Αγγίζει τον χαρακτήρα, τη νοοτροπία και την πνευματική ετοιμότητα που (δεν) έχει μια ομάδα που χάνει τα 9 από τα 10 εκτός έδρας ματς των τελευταίων χρόνων.
Αυτή τη φορά οι «πράσινοι» έχασαν από δύο πράγματα. Από την κλασική τους αδυναμία στην επίθεση και από το εκπλητικό ποσοστό στα τρίποντα των Ισπανών. Μια ομάδα που σουτάρει από τα 6,75μ. με ποσοστά σαν του Παναθηναϊκού, κατάφερε να τα διπλασιάσει σε μια νύχτα και μοιραία να πετύχει περισσότερους πόντους απ' όσους σημειώνει σε κάθε παιχνίδι. Η ελληνική ομάδα δέχτηκε 29 ολόκληρους πόντους σε μια περίοδο, γεγονός αδιανόητο όταν πηγαίνεις στην Ισπανία για ένα κρίσιμο παιχνίδι που θα σου δώσει την ευκαιρία να κερδίσεις λίγη από τη χαμένη σου αυτοπεποίθηση.
Μια ομάδα που δέχεται τα 6 από τα 10 τρίποντα του αντιπάλου, μια ομάδα που χάνει κατά κράτος τα ριμπάουντ, τι καλύτερο μπορεί να περιμένει από το -10; Και το χειρότερο όλων είναι πως η Μπασκόνια δεν είναι η ΤΣΣΚΑ, η Φενέρ, η Ρεάλ, αλλά μια ομάδα με τους ίδιους στόχους του Παναθηναϊκού, ένας αντίπαλος που θεωρητικά θα διεκδικήσει ένα εισιτήριο, ένα πλεονέκτημα έδρας σαν αυτό που φιλοδοξούν να πάρουν οι «πράσινοι».
Ακόμη και στην τελευταία περίοδο, αυτή στην οποία ο Παναθηναϊκός κατάφερε με μεγάλη προσπάθεια να επιστρέψει από το -16, δεν σε έπειθε πως οι «πράσινοι» θα ολοκληρώσουν την ανατροπή. Ναι μεν έσφιξαν την άμυνα, ναι μεν περιορίσσαν τα σουτ των Ισπανών και αύξησαν την πίεση κοντά στο καλάθι, αλλά ποια ομάδα στο σύγχρονο μπάσκετ νικάει με μπάσκετ ενός εναντίον πέντε;
Αυτά που έκανε ο Κιθ Λάνγκφορντ ήταν αδιανόητο, ήταν βγαλμένα από το χρυσό παρελθόν του, αλλά αυτό δεν είναι το μπάσκετ που σε πάει μακριά. Ο Αμερικανός
καλά έκανε, βλέποντας πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος, μέχρι βεβαίως που έφτασε στο 38΄-39' και η κούραση πήρε τη σκυτάλη από την άμυνα της Μπασκόνια. Ο Λάνγκφορντ έβαλε 16 πόντους σε 10 λεπτά, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του, αλλά αυτό δεν φτάνει σ΄αυτό το επίπεδο.
Το ίδιο ισχύει σε μεγάλο βαθμό και για τον Νίκο Παππά, ειδικά στο πρώτο ημίχρονο, αλλά από 'κει και πέρα το χάος. Ουδείς άλλος παίκτης απείλησε, ουδείς άλλος κατάφερε να φτάσει σε διψήφιο αιθμό πόντων και μοιραία με τα γνωστά ποσοστά από τα 6,75 (35%) τα πράγματα κύλησαν φυσιολογικά. Οι τρεις Ελληνες (Παπαπέτρου, Αντετοκούνμπο, Μήτογλου) τελείωσαν με μηδέν στο σύνολο, οι αναπληρωματικοί γκαρντ (Λοτζέσκι, Λεκαβίτσιους) είχαν όλους κι όλους 4 πόντους, ενώ ο Καλάθης έκανε μία από τις πιο κακές εμφανίσεις του την τελευταία τριετία, όχι τόσο με τους 5 πόντους, όσο με τις δύο μόνο ασίστ. Οταν τρίτη πιο αξιόπιστη επιθετική επιλογή αποδεικνύεται ο Ιαν Βουγιούκας των 15 λεπτών και των 8 πόντων, τότε μοιραία αντιλαμβάνεσαι πως κάτι δεν πάει καλά σ' αυτό τον Παναθηναϊκό...