Βαρύς, πολύ βαρύς αποκλεισμός για τον Παναθηναϊκό από το 2-0. Ένα reverse sweep που θα μείνει χαραγμένο σαν μία από τις πιο σκοτεινές βραδιές της σύγχρονης ιστορίας του συλλόγου, γιατί κατέρρευσε μια ολόκληρη σεζόν μέσα σε πέντε παιχνίδια απέναντι σε μια Βαλένθια που είχε πιο καθαρό μυαλό, περισσότερη συνοχή και τελικά περισσότερο μπάσκετ.
Ο Παναθηναϊκός έχασε σειρά στην οποία είχε κάνει δύο break, είχε προηγηθεί 2-0 και είχε μπροστά του δύο ματς στο ΟΑΚΑ για να τελειώσει την υπόθεση Final Four μέσα στο σπίτι του. Αυτό από μόνο του αρκεί για να καταλάβει κάποιος το μέγεθος της αποτυχίας. Ναι, η διαιτησία σε κομμάτια της σειράς εξόργισε κόσμο και ομάδα, ναι, υπήρξαν αποφάσεις που σήκωσαν τεράστια συζήτηση, όμως όταν βρίσκεσαι μπροστά με τέτοιο προβάδισμα οφείλεις να τελειώσεις τη σειρά. Ο Παναθηναϊκός δεν το έκανε και το πλήρωσε με τον πιο σκληρό τρόπο.
Το μπάσκετ είναι το πιο δίκαιο άθλημα. Σε σειρά πέντε αγώνων, σχεδόν πάντα περνά εκείνος που το άξιζε περισσότερο και η αλήθεια εδώ είναι σκληρή. Η Βαλένθια ήταν καλύτερη ομάδα μέσα στη χρονιά. Πιο σταθερή, πιο συμπαγής, πιο προπονημένη, πιο έτοιμη να αντέξει την πίεση όταν η μπάλα άρχισε να καίει.
Χθες ο Παναθηναϊκός μπήκε στο γήπεδο με διάθεση να πολεμήσει. Έπαιξε άμυνα, έριξε το σκορ, προσπάθησε να πάει το παιχνίδι στη δύναμη και στην ένταση, όμως από ένα σημείο και μετά η επίθεσή του κατέρρευσε ξανά. Και αυτό δεν ήταν κάτι καινούριο. Ήταν η εικόνα μιας ολόκληρης χρονιάς, μιας ομάδας που πολύ συχνά έμοιαζε να ζει από το ταλέντο της και όχι από σταθερή μπασκετική δομή.
Μετά από ένα τραγικό πρώτο ημίχρονο, ο Παναθηναϊκός επιστρέφει, ροκανίζει τη διαφορά, τη ρίχνει στους έξι και εκεί που μοιάζει έτοιμος να ξαναμπεί ολοκληρωτικά στο παιχνίδι χάνει όχι ένα αλλά τρία συνεχόμενα λέι απ για να τη μειώσει στους τέσσερις. Και αμέσως μετά δέχεται 10-0 σερί. Τότε τελείωσαν όλα, σαν να έσβησαν ξαφνικά τα φώτα μέσα στο γήπεδο και να άδειασε ολόκληρη η ομάδα πνευματικά και μπασκετικά μέσα σε δύο λεπτά.
Και εκεί φαίνεται γιατί αυτή η αποτυχία δεν μπορεί να χρεωθεί μόνο σε ένα πρόσωπο, την ίδια στιγμή όμως δεν γίνεται και να ξεκολλήσει από τον προπονητή της ομάδας.
Ο Αταμάν κατάφερε κάτι ακραίο μέσα σε τρία χρόνια. Από τη μία έδωσε στον Παναθηναϊκό τη μεγαλύτερη μπασκετική του λύτρωση των τελευταίων χρόνων, το comeback στο Βερολίνο, το ευρωπαϊκό και την επιστροφή της αίσθησης ότι ο Παναθηναϊκός είναι ξανά αυτοκρατορία. Από την άλλη, φέτος, χρεώνεται ίσως τη μεγαλύτερη αποτυχία της σύγχρονης ιστορίας του συλλόγου, ένα τεράστιο underperforming και μια απουσία από Final Four που γινόταν στο σπίτι του μπασκετικού του κόσμου.
Η δήλωση του Λεσόρ μετά το τέλος ήταν σοκ θεωρώ: «Δεν ήμασταν προετοιμασμένοι για το ματς». Μια ατάκα που ουσιαστικά αδειάζει δημόσια τον προπονητή του και εκθέτει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε ο Παναθηναϊκός σε παιχνίδι επιβίωσης.
Ακόμα πιο άσχημη (και ανήθικη ίσως;) ήταν η διαχείριση του Σορτς. Το «είναι σαν να παίζουμε με τέσσερις στην επίθεση» που είπε ο Αταμάν στο ημίχρονο ήταν δημόσιο άδειασμα παίκτη μέσα στη φωτιά ενός Game 5 και εκεί γεννιούνται σοβαρά ερωτήματα για τον μπασκετικό χαρακτήρα του προπονητή, για τον τρόπο που λειτουργεί στα αποδυτήρια όταν η ομάδα πιέζεται, για το αν τελικά η φετινή διαχείριση ένωσε ή διέλυσε ψυχολογικά το γκρουπ.
Γιατί ξέρετε κάτι; Ενας μεγάλος προπονητής εκτός από τίτλους και τρόπαια. είναι και το πώς κρατά όρθια μια ομάδα όταν αρχίζει να τρίζει. Και το χειρότερο για τον Παναθηναϊκό είναι ότι δεν μπορεί να πει πως τον πρόδωσαν ένας ή δύο παίκτες. Σχεδόν όλοι έκαναν σεζόν κάτω από τα στάνταρντ τους.
Ο Οσμάν δεν έκανε ποτέ το step up που περίμενε εφέτος ο οργανισμός. Ο Ναν έκανε μακράν τη χειρότερη από τις τρεις χρονιές του με τη φανέλα του Παναθηναϊκού. Ο Χουάντσο επιθετικά ήταν σκιά του περσινού εαυτού του. Ο Γκραντ απογοητευτικός και στις δύο πλευρές του παρκέ. Ο Χέις-Ντέιβις έδωσε ενέργεια και ώθηση στην αρχή, αλλά στο τέλος ούτε αυτός δικαίωσε πλήρως τις απαιτήσεις και τα χρήματα που έπεσαν πάνω του. Για να μην μιλήσουμε για τους τόσους που έπονται κι έμειναν έξω από την προπονητική εξίσωση...
Και στα πεντάρια η κατάσταση ξέφυγε εντελώς. Ο Παναθηναϊκός έμοιαζε όλη τη χρονιά να περιμένει έναν Λεσόρ που επέστρεφε από απουσία 1,5 χρόνου, σαν να ήταν υποχρεωμένος ένας άνθρωπος να γυρίσει και να διορθώσει μόνος του όλες τις ατέλειες της ομάδας. Αυτό λέει πάρα πολλά για τον σχεδιασμό και τη λογική με την οποία χτίστηκε το ρόστερ.
Όσο για τα κοουτσαρίσματα, με ελάχιστες εξαιρέσεις μέσα στη χρονιά η εικόνα ήταν χαοτική. Παράλογες αποφάσεις, σχήματα που δεν λειτούργησαν ποτέ πραγματικά, κακή διαχείριση ρόστερ, παίκτες που μια έπαιζαν και μια εξαφανίζονταν, δηλώσεις που πολλές φορές έβαζαν περισσότερη πίεση αντί να την απορροφούν. Ο Παναθηναϊκός έμοιαζε συχνά με ομάδα χωρίς σταθερό μπασκετικό προσανατολισμό και στο τέλος μια ομάδα είναι πάντα καθρέφτης του προπονητή της.
Απέναντι σε όλα αυτά, η Βαλένθια έπαιζε σαν μπασκετικό μπαλέτο. Με ηρεμία, διάβασμα, αυτοματισμούς και προσωπικότητα, ρυθμό, συγχρονισμό, έλεγχο και ένταση όπου χρειάστηκε, θύμισε σε στιγμές μια μικρή ισπανική Γιουγκοπλάστικα νέας εποχής, μια ομάδα που σε κάνει να νιώθεις ότι ξέρει ακριβώς πού θέλει να σε χτυπήσει σε κάθε κατοχή και τελικά τι καταφέρνει; Σε κερδίζει.
Το ερώτημα, πλέον, είναι αν πρέπει να αλλάξουν πρόσωπα, αλλά κι αν μπορεί πραγματικά να συνεχίσει η σχέση επτάστερου και Αταμάν. Μπορεί ο προπονητής να μείνει; Θεωρητικά ναι. Πρακτικά το σκέφτομαι ως εξής: Μπορεί ένα δυστυχισμένο ζευγάρι να ξαναγίνει ευτυχισμένο επειδή θα κάνει άλλο ένα παιδί;
Ο Παναθηναϊκός -πιθανότατα- οδηγείται αναπόφευκτα σε εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα, γιατί μιλάμε για σοκ ανάλογο του μεγέθους της ιστορίας του και τέτοια σοκ δεν περνούν ποτέ χωρίς συνέπειες.