MENU

Ο Τόμας Γουόκαπ, μέσα από την πορεία της σχέσης του με τον Ολυμπιακό, κατάφερε —μάλλον άθελά του— να φανερώσει με τον πιο καθαρό τρόπο τον χαρακτήρα και τη νοοτροπία της ομάδας του λιμανιού, όπως αυτή χαράσσεται από τους αδελφούς Αγγελόπουλους και εκφράζεται διαχρονικά από τους ανθρώπους γύρω από την ΚΑΕ.

Και η ιστορία έχει πραγματικά ενδιαφέρον, γιατί ο Γουόκαπ δεν υπήρξε απλώς ένας παίκτης αυτής της παράστασης.

Υπήρξε ο ιδανικός πρωταγωνιστής της.

Ο Γουόκαπ αισθάνθηκε την κολακεία, αισθάνθηκε ενδεχομένως και την υποχρέωση να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα και το αφήγημα των Αγγελόπουλων. Ένας άνθρωπος που δήλωνε Αμερικανός απέκτησε ελληνική ιθαγένεια και, σχεδόν ταυτόχρονα, πήρε ως αντάλλαγμα της αγωνιστικής του αξίας και της νέας πραγματικότητας ένα τετραετές συμβόλαιο, 3+1 ετών, συνολικής αξίας περίπου 4 εκατομμυρίων.

Και κάπου εκεί γεννήθηκε ο «Θωμάς».

Με τη φυγή του Σλούκα, ο Γουόκαπ επιχείρησε να μπει στα παπούτσια του. Και στον Ολυμπιακό και στην Εθνική. Έγινε, συνειδητά ή ασυνείδητα, κομμάτι της προπαγάνδας εκείνου του καλοκαιριού: ο Σλούκας που «δεν μπορούσε», που «δεν άντεχε», που «δεν έπαιζε», απέναντι στον Γουόκαπ που ήταν πάντα εκεί, διαθέσιμος, πιστός και πρόθυμος να «θυσιαστεί για τη φανέλα».

Και ο ρόλος συνεχίστηκε.

Φωτογραφίες με παραλλαγές. Ελληνικές σημαίες. Πανηγυρισμοί πρωταθλημάτων στα μπουζούκια με τη γαλανόλευκη στους ώμους. Δηλώσεις, εικόνες και συμβολισμοί.

Ένα τέλειο πιόνι σε ένα τέλεια σκηνοθετημένο έργο.

Μόνο που το έργο είχε και μία πολύ πρακτική αγωνιστική διάσταση: μέσω της ελληνοποίησης του Γουόκαπ, ο Ολυμπιακός απέκτησε το αθέμιτο πλεονέκτημα να αγωνίζεται στο ελληνικό πρωτάθλημα ουσιαστικά με έναν ξένο περισσότερο σχεδόν για μία πενταετία.

Ποιος θα απολογηθεί άραγε κάποτε γι’ αυτό; 

Βεβαίως, ευθύνη έχει και ο ίδιος ο αθλητής.

Γιατί δέχθηκε να γίνει πιόνι. Γιατί φανέρωσε έλλειψη σταθερών αξιών και αρχών. Γιατί έφτασε ακόμη και να χειροκροτεί ειρωνικά τον Σλούκα, στην προσπάθειά του να χτίσει τον χαρακτήρα του «Θωμά από τα Καμίνια» και να κερδίσει μία θέση όχι απλώς στον Ολυμπιακο αλλά στις καρδιές των Ολυμπιακών φιλάθλων.

Και όλα πήγαιναν υπέροχα.

Τον περιέφεραν ως το νέο σύμβολο του «Έλληνα», τον προόριζαν για βουλευτή Πειραιά (το διαβάσαμε κ αυτό) - μέχρι και στο γραφείο του πρωθυπουργού βρέθηκε μετά την κατάκτηση της ευρωλιγκας. Και αξίζει να θυμηθούμε εκείνη την επίσκεψη: πήγε ο «αριστερός» Μπαρτζώκας, ο αρχηγός Παπανικολάου και, φυσικά, ο βαπτισμένος Έλληνας Τόμας Γουόκαπ.

Όλα στην υπηρεσία του σεναρίου. Όλα στην υπηρεσία της επικοινωνίας. Όλα ως μία επίδειξη δύναμης των αδελφών.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στο καλοκαίρι του 2026.

Και τότε ο Γουόκαπ άρχισε σιγά σιγά να βλέπει και το άλλο πρόσωπο των αδελφών Αγγελόπουλων. Εκείνο που ίσως δεν είχε φανταστεί ότι θα έβλεπε ποτέ ο ίδιος.

Αλλά, Θωμά μου, ας πρόσεχες.

Ο Γουόκαπ, έχοντας υπηρετήσει υποδειγματικά τον ρόλο που του έγραψαν και θεωρώντας πλέον ότι αποτελεί κομμάτι της ιστορίας του συλλόγου, ζήτησε —ως ήταν λογικό από τη δική του πλευρά— αναπροσαρμογή συμβολαίου, με την προοπτική να κλείσει την καριέρα του στον Ολυμπιακό.

Προφανώς φανταζόταν ότι κάποια στιγμή θα έκανε cash out.

«Έκανα τόσα χρόνια τον ρόλο που μου φτιάξατε, τον αποδέχθηκα, σας υπηρέτησα, έγινα ο Θωμάς που θέλατε — τώρα ήρθε η ώρα να με ανταμείψετε.»

Μόνο που τότε ήρθε η έκπληξη.

Τι απάντηση πήρε;

Κοίταξε γύρω του και είδε νέους πρωταγωνιστές. Είδε τον Μοντέρο, τον ΜακΙντάιρ και άλλους να παίρνουν υπερδιπλάσια χρήματα από εκείνον.

Και ξαφνικά κατάλαβε κάτι που οι προηγούμενοι γνώριζαν ήδη:

Η ιστορία συνεχίζεται. Απλώς αλλάζουν οι πρωταγωνιστές.

Γιατί αυτό το έργο κανένας δεν το έμαθε χθες.

Παίζεται χρόνια.

Ράβουν ρόλους. Δημιουργούν χαρακτήρες. Τους ανεβάζουν. Τους παρουσιάζουν ως πρότυπα πίστης, ήθους και Ολυμπιακοφροσύνης. Τους χρησιμοποιούν όσο εξυπηρετούν το αφήγημα.

Και όταν έρθει η ώρα, μπορούν να τους τελειώσουν μέσα σε μία νύχτα, έχοντας στη διάθεσή τους ένα ολόκληρο σύστημα πρόθυμων αφηγητών για να εξηγήσουν στο κοινό γιατί τελικά ο μέχρι χθες «ήρωας» δεν ήταν και τόσο απαραίτητος.

Και τότε αντέδρασε ο Θωμάς.

Γιατί ξαφνικά είδε μπροστά του αυτό που θα μπορούσε κανείς να ονομάσει «αίρεση».

Το ίδιο έργο που, με διαφορετικό τρόπο και διαφορετικές συνθήκες κάθε φορά, είδαμε να ξετυλίγεται στις υποθέσεις Σπανούλη, Πρίντεζη, Σλούκα και Παπανικολάου.

Στην τελευταία περίπτωση, μάλιστα, το έργο δεν ολοκληρώθηκε όπως ενδεχομένως θα εξελισσόταν φυσιολογικά, επειδή παρενέβη εξωγενής παράγοντας — ένας φίλαθλος/οπαδός του Ολυμπιακού που είχε και τη δυνατότητα και τη θέληση να χαλάσει μία εξέλιξη η οποία θα έμοιαζε απολύτως φυσική για το δόγμα της ΚΑΕ και κράτησε τον αρχηγό στον Ολυμπιακό. 

Δεν ήταν και τόσο μακρυά το σενάριο ώστε οι «προδότες» του Ολυμπιακού φέτος το καλοκαίρι να ήταν 2 και όχι ένας. Μόνο που δυστυχώς για τον Θωμά, τον «λιθοβολισμό» θα τον «απολαύσει» μόνος του.

Γιατί το δόγμα είναι απλό:

Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν.

Και μετά;

Μετά διοργανώνουν «τιμητικές βραδιές». 

Νύχτες συγκίνησης, βίντεο, δάκρυα, φανέλες στην οροφή, μεγάλα λόγια για «οικογένεια», «ιστορία», «σεβασμό» και «παντοτινή ευγνωμοσύνη».

Τιμητικές νύχτες υποκρισίας.

Από όλη αυτή την ιστορία, λοιπόν, εξάγονται δύο συμπεράσματα.

Πρώτον: αυτή είναι η νοοτροπία που περνάει πλέον από γενιά σε γενιά στον Πειραιά. Ράβουν ρόλους και βρίσκουν παίκτες πρόθυμους να τους υπηρετήσουν. Τους χτίζουν επικοινωνιακά, τους χρησιμοποιούν ως φορείς του αφηγήματος και, όταν φτάσει η στιγμή της αμοιβαίας στήριξης, τραβούν το χαλί.

Γιατί έτσι έχουν μάθει.

Οι λέξεις σεβασμός, ανταποδοτικότητα και συνέπεια δεν φαίνεται να έχουν την ίδια σημασία στο δικό τους λεξιλόγιο. Και κάποια στιγμή θα το καταλάβει και ο κόσμος. Που τυφλωμένος από την αγάπη του για την ομάδα δεν βλέπει τα επαναλαμβανόμενα κρούσματα.

Δεύτερο συμπέρασμα: ο Τόμας Γουόκαπ είναι, τελικά, το θύμα αυτής της ιστορίας.

Ένα θύμα όμως με μία σημαντική υποσημείωση:

Ότι στον βωμό της προσωπικής του ματαιοδοξίας δέχθηκε να παίξει τον ρόλο. Πάτησε πάνω σε αρχές και φιλίες, δέχθηκε να χρησιμοποιηθεί για να χτιστούν αντιθέσεις και αφηγήματα και πίστεψε ότι, επειδή εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στη σωστή πλευρά της ιστορίας, άρα θα βρισκόταν εκεί για πάντα.

Μόνο που κάποια στιγμή το έργο αλλάζει πράξη.

Και το πιόνι ανακαλύπτει ότι παραμένει πιόνι ακόμη κι όταν για μερικά χρόνια το έκαναν να αισθανθεί βασιλιάς.

Τώρα ήρθε η ώρα να πληρώσει το τίμημα των επιλογών του.

Γιατί η ζωή έχει έναν περίεργο τρόπο να επιστρέφει στον καθένα τις επιλογές του.

Και κάπως έτσι ο «Θωμάς από τα Καμίνια», ο Έλληνας με την παραλλαγή και τη σημαία, ο άνθρωπος που παρουσιάστηκε περίπου ως η προσωποποίηση της αυταπάρνησης και της πίστης στη φανέλα, έφτασε να γνωρίσει από πρώτο χέρι το σύστημα που τόσο πρόθυμα υπηρέτησε.

Αυτά μέχρι το επόμενο επεισόδιο.

Αλλά, αλήθεια:

Πόσες φορές πρέπει να παίξει το ίδιο έργο, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές, για να καταλάβουν όλοι πως όσες φορές και να το δεις, η κατάληξη θα είναι πάντα ίδια;

Οι αλήθειες που δεν τολμά κανένας να πει αναλύοντας την υπόθεση Γουόκαπ