Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ αποτελούν παραδοσιακά μια πρώτη αποτίμηση της θητείας του εκάστοτε προέδρου. Οι εκλογές της Τρίτης, όμως, ενδέχεται να αποδειχθούν κάτι πολύ σημαντικότερο: ένα σημείο καμπής που θα σηματοδοτήσει την αρχή μιας νέας πολιτικής εποχής.
Το διακύβευμα είναι τεράστιο τόσο για την προεδρία όσο και για την πολιτική παρακαταθήκη του Ντόναλντ Τραμπ. Το αποτέλεσμα μπορεί είτε να εδραιώσει την κυριαρχία του κινήματος MAGA, που καθορίζει την αμερικανική πολιτική σκηνή εδώ και σχεδόν μία δεκαετία, είτε να αποτελέσει την αρχή της υποχώρησής του. Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί έχουν την ευκαιρία να ανακάμψουν πολιτικά, δύο χρόνια μετά τη βαριά ήττα τους στις τελευταίες προεδρικές εκλογές. Και για τα δύο κόμματα, οι κάλπες θα αποτελέσουν ουσιαστικά την αφετηρία της μάχης για τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Για πρώτη φορά από την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, οι Αμερικανοί έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν έμπρακτα τη δυσαρέσκειά τους και να επιβάλουν θεσμικά αντίβαρα σε έναν πρόεδρο που έχει επιδείξει μία από τις πιο επιθετικές αντιλήψεις για τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας στη σύγχρονη αμερικανική ιστορία.
Εάν οι Δημοκρατικοί καταφέρουν να ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων ή της Γερουσίας, ο Τραμπ θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα κύμα κοινοβουλευτικών ερευνών. Στο μικροσκόπιο θα μπορούσαν να μπουν οι προσωπικές του αποφάσεις, τα μέλη της κυβέρνησής του, καταγγελίες για διαφθορά, η προσπάθειά του να οικοδομήσει τη δική του πολιτική υστεροφημία, η αναταραχή στο Πεντάγωνο, αλλά και η σημαντική αύξηση της προσωπικής του περιουσίας μετά την επιστροφή του στην εξουσία.
Σε ευρύτερο επίπεδο, οι εκλογές αποτελούν δημοψήφισμα για σχεδόν δύο χρόνια έντονης πολιτικής πόλωσης. Ο Τραμπ έχει επιχειρήσει να αποδομήσει μεγάλα τμήματα της ομοσπονδιακής διοίκησης και έχει χρησιμοποιήσει την προεδρική εξουσία για να στραφεί εναντίον πολιτικών αντιπάλων του. Στην εξωτερική πολιτική έχει εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό τον παραδοσιακό ηγετικό ρόλο των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή, υιοθετώντας μια επιθετική εκδοχή του δόγματος «Πρώτα η Αμερική». Έχει εμπλακεί σε έναν νέο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, έχει επιδιώξει σχέσεις με αυταρχικούς ηγέτες όπως εκείνοι της Ρωσίας και της Κίνας, ενώ έχει προχωρήσει σε εξωδικαστικές επιχειρήσεις με θανατηφόρα αποτελέσματα εναντίον ανθρώπων που χαρακτηρίζει διακινητές ναρκωτικών στον Ειρηνικό και την Καραϊβική.
Οι Δημοκρατικοί, ωστόσο, δεν προσέρχονται στις κάλπες χωρίς πολιτικό βάρος. Καλούνται ακόμη να αποτινάξουν τη φθορά που υπέστη το κόμμα επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν, εξαιτίας του υψηλού πληθωρισμού, της ανεπαρκούς διαχείρισης των συνόρων και της χαοτικής προσπάθειας επανεκλογής του, η οποία τελικά εγκαταλείφθηκε.
Για να κερδίσουν ξανά την εμπιστοσύνη των πολιτών, οι Δημοκρατικοί πρέπει να αποδείξουν ότι δεν αποτελούν απλώς ένα αντι -Τραμπ μέτωπο. Οφείλουν να παρουσιάσουν συγκεκριμένο έργο και απτά αποτελέσματα, σε μια εξαιρετικά δύσκολη πολιτική συγκυρία και απέναντι σε έναν πρόεδρο που αναμένεται να αντισταθεί με κάθε μέσο. Αν αποτύχουν, το τίμημα μπορεί να είναι βαρύ στις εκλογές του 2028.
Την ίδια στιγμή, οι εκλογές συνιστούν δοκιμασία για την ίδια την αμερικανική δημοκρατία. Ο Τραμπ έχει ήδη αμφισβητήσει τη διεξαγωγή εκλογικών διαδικασιών στην Αλάσκα και την Καλιφόρνια, ενώ την περασμένη εβδομάδα δήλωσε ότι θα αποδεχθεί το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών μόνο εφόσον ο ίδιος το θεωρήσει δίκαιο. Η στάση αυτή αναπόφευκτα παραπέμπει στην προσπάθειά του να ανατρέψει το αποτέλεσμα των εκλογών του 2020.
Πάνω απ' όλα, όμως, οι κάλπες αποτελούν μια ευκαιρία για τους πολιτικούς να ακούσουν ξανά τους πολίτες. Εκατομμύρια Αμερικανοί δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στο κόστος της διατροφής, της στέγασης και της υγειονομικής περίθαλψης, ενώ εντείνεται και η ανησυχία για τις επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης στην απασχόληση και την επαγγελματική ασφάλεια.
Η αλλόκοτη προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ
Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι αναμφίβολα ένας από τους πιο αντισυμβατικούς προέδρους της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας. Ωστόσο, η απόφασή του να μετατρέψει τις ενδιάμεσες εκλογές σε προσωπικό δημοψήφισμα για την προεδρία του, σε μια περίοδο ιδιαίτερα αντιδημοφιλούς πολέμου και αυξανόμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας, ξεπέρασε ακόμη και τα δικά του πολιτικά δεδομένα.
Η τελική προεκλογική του εκστρατεία, με περιοδείες σε πολιτείες όπου οι Ρεπουμπλικανοί αντιμετωπίζουν δυσκολίες, χαρακτηρίστηκε από μια εντυπωσιακή αστοχία: ο πρόεδρος επέλεξε να μιλήσει σχεδόν για τα πάντα, εκτός από το ζήτημα που απασχολεί περισσότερο τους ψηφοφόρους, δηλαδή την οικονομία και την ακρίβεια.
Αντί να επικεντρωθεί στην καθημερινότητα των Αμερικανών, προτίμησε να προβάλει την κατασκευή της νέας αίθουσας χορού στον Λευκό Οίκο, να κάνει παράξενες αναφορές στη σωματική διάπλαση του γερουσιαστή του Οχάιο, Τζον Χάστεντ και να χρησιμοποιήσει ιδιαίτερα προσβλητική και ξενοφοβική ρητορική, με αναφορές που στράφηκαν ακόμη και κατά των μουσουλμάνων.
Την Κυριακή, ο Τραμπ απέρριψε τις δημοσκοπήσεις που εμφανίζουν τους Δημοκρατικούς ως φαβορί για την ανάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων, αλλά και ως σοβαρή απειλή για αρκετούς Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές σε πολιτείες που ο ίδιος είχε κερδίσει με μεγάλη διαφορά.
Αντίθετα, εμφανίστηκε βέβαιος για τη νίκη του κόμματός του. Χαρακτήρισε την ψήφο υπέρ οποιουδήποτε Δημοκρατικού ως ψήφο υπέρ μιας ομάδας «παρανοϊκών εξτρεμιστών», υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα έβλαπτε τη χώρα. Στο πλευρό του, ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Μάικ Τζόνσον, δήλωσε επίσης πεπεισμένος ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα επικρατήσουν και θα εκπλήξουν τον κόσμο.
Εάν, όμως, οι ψηφοφόροι απορρίψουν την εικόνα της νέας οικονομικής «χρυσής εποχής» που περιγράφει ο Τραμπ και τιμωρήσουν την αδιαφορία του απέναντι στις καθημερινές τους δυσκολίες, ο πρόεδρος κινδυνεύει να βρεθεί σε πολιτική απομόνωση.
Μια τέτοια ήττα θα είχε ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς ο ίδιος επέλεξε να προσωποποιήσει την προεκλογική εκστρατεία. Ειδικά εάν ηττηθούν υποψήφιοι γερουσιαστές που είχε προσωπικά στηρίξει σε πολιτείες όπως το Τέξας και η Τζόρτζια, θα τεθεί υπό αμφισβήτηση η αντίληψη ότι ο τραμπισμός έχει πλέον μεταμορφώσει οριστικά την αμερικανική πολιτική.
Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα θα αναγκαστεί τότε να επανεξετάσει τη στρατηγική και την ταυτότητά του. Και η πολιτική απομόνωση του Τραμπ θα μπορούσε να γίνει ακόμη εντονότερη από την επόμενη χρονιά, όταν οι Δημοκρατικοί, εφόσον αναλάβουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, θα ξεκινήσουν έναν νέο κύκλο ερευνών για την κυβέρνηση και τις δραστηριότητές της.