MENU

Ο Τζορτζ Όργουελ είπε κάποτε αυτό που σήμερα είναι σχεδόν παράδειγμα προς αποφυγή για τους δημοσιογράφους: «Δημοσιογραφία θα πει να δημοσιεύεις όσα ενοχλούν τους άλλους και δεν θέλουν να μαθευτούν. Όλα τα άλλα είναι δημόσιες σχέσεις». Προφανώς και δεν γεννήθηκε ακόμα ο δημοσιογράφος που θα δημοσιεύει τα πάντα, προφανώς όμως και δεν μπορεί κάποιος να αποκρύπτει τα πάντα. Αλλιώς μπορεί να ανοίξει ένα καφέ και με καλές δημόσιες σχέσεις θα έχει μόνιμους πελάτες και θα χτυπάει ένα αξιοπρεπές Ζ στο τέλος η μηχανή του.

Ο καθένας έχει επιλέξει τον δικό του δρόμο. Άλλος, δημοσιογράφος, θέλει να έχει τρεις δουλειές σε τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδα και δεν αγγίζει κανέναν. Ο άλλος, εκδότης, έχει δώσει κατεύθυνση να γράφουμε απαλά τα αποτελέσματα γιατί δε θέλει να χτυπάει το τηλέφωνό του. Προσωπικά, δεν έχω κανένα πρόβλημα να χτυπάει το τηλέφωνό μου και να ακούω από παράγοντες δίκαια ή άδικα παράπονα, μπράβο, γκρίνιες, επευφημίες, όλων των λογιών τις κουβέντες. Κάποιες φορές, οι ίδιοι άνθρωποι που σε αποθεώνουν για κάτι που είπες ή έγραψες, θα σε πάρουν μια εβδομάδα μετά να σε κράξουν. Όλα μέσα στο πρόγραμμα είναι.

Δεν επαίρομαι, αλλά δεν σκιάζομαι, μάλλον γιατί συνήθισα. Η φύση της δουλειάς είναι τέτοια, είναι διαδραστική, που η καθημερινότητα φέρνει και τα πάνω και τα κάτω. Προσωπικά, δεν με απασχολεί πλέον τι λέει κάποιος ή ποιος το λέει. Ως επίρρωση των όσων έχουν προηγηθεί σήμερα, θα καταγράψω τα περιστατικά μιας αληθινής ιστορίας ώστε να αντιληφθούν όλοι το κοινώς λεγόμενο «τι παίζει». Ποια είναι η κανονικότητα που διανύουμε.

Το βράδυ της Δευτέρας ένας πρόεδρος που είναι μπλεγμένος στα πάντα, με κάλεσε στο τηλέφωνο στις 21:09. Από το δικό του νούμερο. Εξοργισμένος από κάτι που είχε γραφτεί αλλά και προφανώς από όσα είχα πει το βράδυ της Κυριακής για το περιβόητο ματς, μου είπε ότι θα μου κάνει, θα μου δείξει, θα μου μπήξει. Απείλησε μανάδες, γυναίκες, οικογένειες, κατέληξε στο φινάλε λέγοντας μου «θα δεις τι θα πάθεις». Τον άκουσα με προσοχή, τον ρώτησα αν θα έρθει μόνος του ή μαζί με τον τύπο που τον έχει βάλει να κάνει τον υποβολέα, να μου τα αερίσουν λίγο, μάλλον δεν του άρεσε πολύ η απάντηση, το έκλεισε. 

Αν οι αρχές θεωρήσουν ότι θέλουν να ανοίξουν το τηλέφωνό μου, για να δουν τι είδους απειλές εκτοξεύθηκαν, εδώ είμαστε. Εκείνοι, και τα αφεντικά τους, έχουν τα αληθινά όπλα τους, εγώ το μοναδικό όπλο που έχω είναι η δημοσιοποίηση όσων απειλούν και βρίζουν χυδαία γυναίκες και τις οικογένειες όσων εργάζονται στο δικό μου Μέσο. 

Έλεγα να μην δώσω συνέχεια, γιατί «συμβαίνουν αυτά στο ποδόσφαιρο» όπως λέει κι ο Βασίλης Κωνσταντίνου, αλλά το πρωί της Τετάρτης, σημειώθηκε το δεύτερο περιστατικό της ιστορίας μας. 

Μπήκα σε ένα φούρνο, ζήτησα ένα φρέντο. Ο κύριος που στεκόταν πίσω από τον πάγκο, με κοίταξε, έφτιαξε τον καφέ και με ρώτησε «συγνώμη, με όλο το θάρρος, δεν ήσασταν την Κυριακή το βράδυ στον Open»; «Ναι»…

Άπλωσε το χέρι του, «συγχαρητήρια, επιτέλους ένας άνθρωπος τα λέει ωμά στην τηλεόραση. Να ξέρετε ότι εκφράζετε πολύ κόσμο». Του απάντησα γελώντας «Σε ευχαριστώ αλλά η κουβέντα αυτή θα έχει νόημα αν την επόμενη φορά πω κάτι που δεν θα σου αρέσει». Γέλασε, χαιρετηθήκαμε…

Ο αείμνηστος Μάνος Αντώναρος συνήθιζε να μου λέει «συμβαίνουν τόσα πολλά στην καθημερινότητά σου και δεν τα γράφεις, ενώ ο κόσμος θέλει να τα μοιραστείς μαζί του». Δεν το συνηθίζω, γιατί δεν είναι κάτι που μου αρέσει. Η ζωή μου, δεν είναι για τα sites. Εκτός αν κάποιοι προκαλούν την τύχη τους.

Τα δύο περιστατικά μοιάζουν σαν παράλληλες, διαφορετικές, ιστορίες που στο φινάλε τέμνονται μεταξύ τους. Δείχνουν την αξία της ζωής. Από τη μία ένας επιχειρηματίας με λεφτά, ένας πρόεδρος ΠΑΕ με μεγάλη μάζα πίσω του. Από την άλλη ένας φούρναρης, πιθανόν με ένα μισθό των 600 ευρώ. Του ενός τα λόγια για τη χωματερή. Ένας ψευτόμαγκας που νομίζει ότι μπορεί να απειλήσει, με ξένα πάντα καρύδια. Του άλλου τα λόγια για τα σαλόνια. Που σηκώνεται 5 το πρωί Δευτέρας για να πάει στη δουλειά και το προηγούμενο βράδυ ακούει για μπάλα μέχρι τη 1 το βράδυ.

Κι οι δύο μπορεί να έχουν ένα έχουν κοινό πάθος: την μπάλα. 

Το δικό μου πάθος είναι όταν μιλάω δημόσια να αφουγκράζομαι περισσότερο τον φούρναρη που ζυμώνει ψωμί, όχι τον πρόεδρο που ζυμώνει ματς. Να το φας ανάθεμα από τον τύπο που τυλίγει τα σουβλάκια ή με κρύα και βροχές κουβαλάει στο απορριματοφόρο τα σκουπίδια είναι κάτι που αξίζει να το προσμετρήσεις περισσότερο από οποιονδήποτε τυχάρπαστο έγινε πρόεδρος μιας μεγάλης ομάδας για να κάνει άλλου είδους «δουλειές».

Μάλλον δεν θα έγραφα καν το συγκεκριμένο άρθρο, αλλά η «ακρόαση» του κύριου Αυγενάκη με… κόλασε. Υποκινεί βία κάποιος που λέει ότι οι διαιτητές έχουν συμπλέγματα και ΔΕΝ θεωρεί σωστό το bullying στους διαιτητές, αλλά οι παράγοντες μπορούν να βρίζουν μανάδες, γυναίκες, να απειλούν «θα δεις τι θα πάθεις» αν γράψεις κάτι που δεν του άρεσε, όχι κάτι που δεν ήταν αλήθεια. Κάπου έχουν μπερδέψει τους ρόλους τους ορισμένοι, ίσως βέβαια είναι κι ένα μέρος της κανονικότητας που μας προειδοποίησαν κάποιοι ότι θα δούμε.

Ο δημοσιογράφος γράφει για τον αναγνώστη, μιλάει στον ακροατή και στον τηλεθεατή. Όχι στους προέδρους που με τα λεφτά τους (ή των άλλων τα λεφτά) νομίζουν ότι μπορούν να αγοράσουν και τα πάντα. Προσωπική επιλογή, λοιπόν, να ακούω, να σέβομαι και να εκτιμώ οποιονδήποτε θέλει να παραπονεθεί, να πετάω στα σκουπίδια τα λόγια όποιου πουλάει μαγκιά και ψευτονταηλίκι. Να υπολήπτομαι τον φούρναρη και να θυμάμαι κάθε φορά που γράφω ή ομιλώ, ότι σημασία δεν έχει τι λέει αλλά ποιος το λέει…

Ως εκ τούτου, το στόμα δεν θα μου το κλείσει κανείς. Ακόμα κι αν χρειαστεί να πληρώσω το κόστος κύριε υπουργέ, κύριε πρόεδρε… Ελπίζω όχι με λευκά polo ε;

Στον πρόεδρο ΠΑΕ που απειλεί, ή στον φούρναρη; Διάλεξε σε ποιον θες να μιλάς…
EVENTS