MENU
Google Logo

Προσθέστε το sdna.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Στις 19 Μαΐου 2013, ο σερ Άλεξ Φέργκιουσον καθόταν για τελευταία φορά στον πάγκο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, σε εκείνο το απίθανο 5-5 με τη Γουέστ Μπρομ. Είχε προηγηθεί η κατάκτηση του 20ού πρωταθλήματος στην ιστορία του συλλόγου, με τους «κόκκινους διαβόλους» να ολοκληρώνουν τη σεζόν 11 βαθμούς μπροστά από τη δεύτερη Μάντσεστερ Σίτι. Ήταν το ιδανικό φινάλε μιας τεράστιας καριέρας, έπειτα από 26 και πλέον χρόνια στον πάγκο. Μόνο που εκείνος ο τίτλος έμελλε να είναι και ο τελευταίος της Γιουνάιτεντ μέχρι σήμερα.

Δεκατρία χρόνια αργότερα, η κατάσταση στο «Ολντ Τράφορντ» απέχει πολύ από όσα είχε συνηθίσει ο κόσμος της ομάδας επί Φέργκιουσον. Η ομάδα βρίσκεται στη 16η θέση της Premier League, έχοντας συγκεντρώσει μόλις επτά βαθμούς στις πρώτες οκτώ αγωνιστικές, με μία νίκη, τέσσερις ισοπαλίες και τρεις ήττες. Πρόκειται για το χειρότερο ξεκίνημά της στο αντίστοιχο σημείο του πρωταθλήματος από τη σεζόν 1986-87, ενώ η απόσταση από τη ζώνη του υποβιβασμού είναι μόλις ένας βαθμός. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η εντός έδρας ήττα με 3-0 από την Μπόρνμουθ την περασμένη αγωνιστική εβδομάδα, συμπλήρωσε οκτώ συνεχόμενα παιχνίδια χωρίς νίκη σε όλες τις διοργανώσεις, λίγες ημέρες μετά το βαρύ 4-1 από την Κόμο στο Champions League.

Η πίεση στον Μάικλ Κάρικ είναι πλέον μεγάλη, με τη διοίκηση να αποφασίζει ότι ο Άγγλος τεχνικός θα βρίσκεται στον πάγκο και στο παιχνίδι με την Τσέλσι. Εδώ, βεβαίως, βρίσκεται και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της φετινής ιστορίας. Μιλάμε για τον ίδιο προπονητή που ανέλαβε τον φετινό Ιανουάριο, διαδέχθηκε τον Ρούμπεν Αμορίμ και οδήγησε τη Γιουνάιτεντ από την έβδομη στην τρίτη θέση της Premier League, εξασφαλίζοντας την επιστροφή στο Champions League. Πώς γίνεται, λοιπόν, μια ομάδα που πριν από λίγους μήνες έβρισκε τον τρόπο να κερδίζει σχεδόν κάθε εβδομάδα να παρουσιάζει σήμερα αυτή την εικόνα;

Από τις αντεπιθέσεις, στην κατοχή και τα προβλήματα που ακολούθησαν

Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει φέτος στο «Ολντ Τράφορντ», πρέπει πρώτα να θυμηθούμε πώς έπαιζε η Γιουνάιτεντ όταν ο Κάρικ ανέλαβε την τεχνική ηγεσία. Ο Άγγλος προπονητής δεν προσπάθησε να αλλάξει τα πάντα από την πρώτη ημέρα. Αντιθέτως, επέλεξε μια πιο απλή και λειτουργική προσέγγιση, με την ομάδα να αμύνεται σε πιο λογικά μέτρα, να μην επιδιώκει υποχρεωτικά την κατοχή και να εκμεταλλεύεται την ταχύτητα των επιθετικών της στις μεταβάσεις. Οι «κόκκινοι διάβολοι» μπορούσαν να περιμένουν τον αντίπαλο και, μόλις κέρδιζαν την μπάλα, να βγαίνουν γρήγορα μπροστά, αξιοποιώντας τους χώρους που άφηνε η αντίπαλη άμυνα.

Το αποτέλεσμα ήταν 12 νίκες σε 17 αγώνες πρωταθλήματος, μια εντυπωσιακή συγκομιδή που έφερε την τρίτη θέση και την ανανέωση της συνεργασίας με τον Κάρικ έως το 2028. Ωστόσο, με την έναρξη της νέας σεζόν, η αγωνιστική συμπεριφορά άλλαξε αισθητά και αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στους αριθμούς. Ενώ πέρυσι η μέση κατοχή της μπάλας με τον Άγγλο τεχνικό βρισκόταν στο 49,1%, στις πρώτες πέντε φετινές αγωνιστικές ανέβηκε στο 59,9%. Μιλάμε για αύξηση σχεδόν 11 ποσοστιαίων μονάδων, η οποία δείχνει ότι η Μάντσεστερ προσπαθεί πλέον να επιβάλει περισσότερο το παιχνίδι της, αντί να περιμένει τις κατάλληλες στιγμές για να χτυπήσει στην κόντρα.

Βεβαίως, άλλο πράγμα είναι να έχεις την μπάλα και άλλο να ξέρεις τι να την κάνεις. Όταν ο αντίπαλος αμύνεται οργανωμένα και σου παραχωρεί την κατοχή, χρειάζεσαι σωστές αποστάσεις, γρήγορη κυκλοφορία, κίνηση χωρίς την μπάλα και συνεργασίες που θα ανοίξουν χώρους κοντά στην περιοχή. Εκεί ακριβώς έχει δυσκολευτεί η φετινή Γιουνάιτεντ, η οποία δείχνει συχνά να μην μπορεί να μετατρέψει την εδαφική υπεροχή σε πραγματικά επικίνδυνες καταστάσεις. Και όπως αποδείχθηκε απέναντι στην Μπόρνμουθ, μπορείς να έχεις 63% κατοχή και να χάνεις με 3-0, χωρίς μάλιστα να έχεις δημιουργήσει ούτε μία μεγάλη ευκαιρία σύμφωνα με την επίσημη στατιστική καταγραφή του αγώνα.

Το πρόβλημα, όμως, δεν περιορίζεται στην επίθεση. Η αλλαγή στην αγωνιστική προσέγγιση επηρέασε και την πίεση, με το ποσοστό του χρόνου κατά τον οποίο η ομάδα χρησιμοποιεί ψηλό αμυντικό μπλοκ να ανεβαίνει από το περσινό 26% στο 42%. Οι παίκτες του Κάρικ επιχειρούν, δηλαδή, να κερδίσουν την μπάλα πολύ πιο κοντά στην αντίπαλη περιοχή, μόνο που αυτή η τακτική απαιτεί άριστο συγχρονισμό. Αν οι επιθετικοί ανεβαίνουν για να πιέσουν, αλλά οι μέσοι και οι αμυντικοί δεν ακολουθούν με τις σωστές αποστάσεις, ο αντίπαλος μπορεί να ξεπεράσει την πρώτη γραμμή πίεσης και να βρει μπροστά του μεγάλους χώρους.

Αυτό ακριβώς έχει συμβεί αρκετές φορές φέτος. Η αμυντική τετράδα δεν ανεβαίνει πάντοτε όσο χρειάζεται, οι χαφ μένουν εκτεθειμένοι σε μεγάλες αποστάσεις και η ομάδα δυσκολεύεται να αντιδράσει όταν χάνει την μπάλα. Μάλιστα, παρά την προσπάθεια για πιο επιθετική πίεση, στις πρώτες πέντε αγωνιστικές είχε καταγράψει μόλις 26 ανακτήσεις κατοχής σε προωθημένες θέσεις, επίδοση που την τοποθετούσε 15η στην Premier League. Με άλλα λόγια, η Γιουνάιτεντ προσπαθεί να πιέσει περισσότερο, αλλά δεν κερδίζει την μπάλα ψηλά με την αποτελεσματικότητα που απαιτεί αυτό το ποδόσφαιρο.

Οι «κόκκινοι διάβολοι» φτάνουν συχνά έξω από την αντίπαλη περιοχή, αλλά δυσκολεύονται να βγάλουν έναν παίκτη σε πραγματικά καλή θέση εκτέλεσης.

Οι 113 τελικές και το πρόβλημα μέσα στην περιοχή

Αντίστοιχα προβλήματα υπάρχουν και στο επιθετικό τρίτο του γηπέδου. Στους πρώτους πέντε αγώνες πρωταθλήματος, το σύνολο του Κάρικ είχε πραγματοποιήσει 113 τελικές προσπάθειες, περισσότερες από κάθε άλλη ομάδα της κατηγορίας, ενώ είχε καταγράψει και 182 επαφές με την μπάλα μέσα στην αντίπαλη περιοχή. Θα περίμενε κανείς, λοιπόν, ότι μια ομάδα με τόσο μεγάλη επιθετική δραστηριότητα θα δημιουργούσε διαρκώς σημαντικές ευκαιρίες. Τα υπόλοιπα στοιχεία, ωστόσο, δείχνουν κάτι διαφορετικό.

Η μέση απόσταση των σουτ της ήταν 17,9 μέτρα, η δεύτερη μεγαλύτερη στο πρωτάθλημα, ενώ η μέση αξία κάθε τελικής χωρίς πέναλτι έφτανε μόλις τα 0,08 αναμενόμενα γκολ. Για να το πούμε πιο ποδοσφαιρικά, οι «κόκκινοι διάβολοι» φτάνουν συχνά έξω από την αντίπαλη περιοχή, αλλά δυσκολεύονται να βγάλουν έναν παίκτη σε πραγματικά καλή θέση εκτέλεσης. Έτσι, αρκετές επιθέσεις ολοκληρώνονται με σουτ από μακριά ή με προσπάθειες υπό δύσκολες προϋποθέσεις, αντί να προηγείται μια συνεργασία που θα δημιουργήσει καθαρό διάδρομο προς την εστία.

Φυσικά, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις απουσίες. Ο Σέσκο έχει ταλαιπωρηθεί από τραυματισμό, με αποτέλεσμα ο Κάρικ να στερείται έναν επιθετικό που μπορεί να δώσει παρουσία μέσα στην περιοχή, να παίξει με την πλάτη στην εστία και να αποτελέσει στόχο για τις σέντρες. Παράλληλα, οι αλλαγές στους ρόλους των μεσοεπιθετικών έχουν επηρεάσει τις συνεργασίες τους, με τον Κούνια να χρησιμοποιείται συχνότερα κεντρικά και να κινείται σε χώρους όπου δραστηριοποιείται και ο Μπρούνο Φερνάντες.

Ο Πορτογάλος, άλλωστε, δεν έχει διατηρήσει την περσινή παραγωγικότητά του, ενώ η δημόσια κριτική του για την τακτική προσέγγιση μετά την ήττα από την Κόμο πρόσθεσε ακόμη μεγαλύτερη ένταση σε μια ήδη δύσκολη κατάσταση. Λίγες ημέρες αργότερα, θυμίζουμε, ο Κάρικ τον άφησε στον πάγκο απέναντι στην Μπόρνμουθ, χωρίς πάντως η ομάδα να καταφέρει να παρουσιάσει καλύτερο πρόσωπο. Αντιθέτως, γνώρισε μια ακόμη βαριά ήττα μέσα στο Ολντ Τράφορντ, με τον κόσμο να αποδοκιμάζει τους ποδοσφαιριστές και να εκφράζει τη δυσαρέσκειά του προς τη διοίκηση.

Μήπως η περσινή τρίτη θέση έκρυβε αδυναμίες;

Εδώ αξίζει να εξετάσουμε και μια άλλη πλευρά της ιστορίας, καθώς η τεράστια διαφορά ανάμεσα στην περσινή τρίτη θέση και στη φετινή 16η δεν εξηγείται αποκλειστικά από τις αλλαγές στην τακτική. Σύμφωνα με την ανάλυση των αναμενόμενων βαθμών, την προηγούμενη σεζόν η Γιουνάιτεντ συγκέντρωσε 12,7 βαθμούς περισσότερους από όσους προέβλεπε το στατιστικό μοντέλο με βάση την ποιότητα των ευκαιριών που δημιουργούσε και δεχόταν. Φέτος, αντίθετα, βρισκόταν περίπου 3,8 βαθμούς κάτω από την αντίστοιχη εκτίμηση.

Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι πέρυσι οι «κόκκινοι διάβολοι» κατάφεραν να πάρουν πολύ περισσότερα από αρκετά παιχνίδια σε σχέση με όσα προέβλεπαν οι πιθανότητες, ενώ φέτος συμβαίνει το αντίθετο. Μάλιστα, οι οκτώ από τις 12 περσινές νίκες του Κάρικ είχαν έρθει με διαφορά ενός γκολ, στοιχείο που δείχνει πόσο λεπτές ήταν πολλές φορές οι ισορροπίες. Αυτό, βεβαίως, δεν αφαιρεί τίποτα από την περσινή επιτυχία του Άγγλου τεχνικού. Μας βοηθά, όμως, να καταλάβουμε γιατί η διαφορά στα αποτελέσματα μπορεί να είναι τόσο μεγάλη, ακόμη κι αν η πραγματική αγωνιστική απόσταση ανάμεσα στις δύο περιόδους δεν είναι αντίστοιχη.

Παράλληλα, πρέπει να συνυπολογίσουμε και το πρόγραμμα. Την προηγούμενη σεζόν η Γιουνάιτεντ είχε δώσει μόλις 40 παιχνίδια, έχοντας περισσότερες ημέρες για προπόνηση, αποκατάσταση και προετοιμασία. Φέτος, με την επιστροφή στο Champions League, οι υποχρεώσεις έχουν αυξηθεί και οι χρόνοι ανάμεσα στους αγώνες έχουν περιοριστεί. Όταν μάλιστα υπάρχουν τραυματισμοί και συγκεκριμένες ελλείψεις στο ρόστερ, η διαχείριση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη.

Κάπως έτσι φτάνουμε και στον μεταγραφικό σχεδιασμό του περασμένου καλοκαιριού, καθώς η Γιουνάιτεντ ξόδεψε ξανά σημαντικά ποσά, χωρίς όμως να καλύψει όλες τις θέσεις στις οποίες είχε ανάγκη από περισσότερες επιλογές.

Το καλοκαίρι που πέρασε, η Μάντσεστερ πήρε Μπαλεμπά, Σάντος και Τίλεμανς ξοδεύοντας συνολικά 148 εκατ. λίρες, χωρίς να υπολογίζονται τα μπόνους.

Τα 148 εκατ. λίρες για τρεις μέσους και οι ελλείψεις στο ρόστερ

Το καλοκαίρι που πέρασε, η Μάντσεστερ έριξε το μεγαλύτερο βάρος της ενίσχυσης στη μεσαία γραμμή, αποκτώντας τον Κάρλος Μπαλεμπά από την Μπράιτον, τον Αντρέι Σάντος από την Τσέλσι και τον Γιούρι Τίλεμανς από την Άστον Βίλα. Τα αρχικά ποσά των τριών συμφωνιών έφτασαν τα 65, 48 και 35 εκατομμύρια λίρες αντίστοιχα, δηλαδή συνολικά 148 εκατομμύρια, χωρίς να υπολογίζονται τα μπόνους. Πρόκειται για μια σημαντική επένδυση στον άξονα, με ποδοσφαιριστές διαφορετικών χαρακτηριστικών και δυνατοτήτων.

Ωστόσο, οι «κόκκινοι διάβολοι» δεν προχώρησαν στην απόκτηση ενός επιπλέον κλασικού σέντερ φορ ούτε ενίσχυσαν τη θέση του αριστερού μπακ. Το πρώτο ζήτημα έγινε ακόμη πιο έντονο με τον τραυματισμό του Σέσκο, ενώ το δεύτερο συνδέεται και με τις δυσκολίες της ομάδας να έχει ισορροπία όταν ανεβάζει πολλούς παίκτες στην επίθεση.

Βεβαίως, το αν οι μεταγραφές θα αποδειχθούν επιτυχημένες δεν μπορεί να κριθεί μέσα σε δύο μήνες. Εκείνο που μπορούμε να εξετάσουμε είναι κατά πόσο το ρόστερ που διαμορφώθηκε το καλοκαίρι καλύπτει τις ανάγκες του ποδοσφαίρου που θέλει να παίξει ο Κάρικ. Και σε αυτό το σημείο η σημερινή κατάσταση συνδέεται με μια πολύ μεγαλύτερη ιστορία, η οποία ξεκινά από το καλοκαίρι του 2013.

Επτά προπονητές και συνεχείς αλλαγές φιλοσοφίας

Η αποχώρηση του Φέργκιουσον δεν σήμανε μόνο το τέλος μιας σπουδαίας προπονητικής εποχής. Συνέπεσε και με την αποχώρηση του Ντέιβιντ Γκιλ από τη διοικητική ηγεσία, με τον Εντ Γούντγουορντ να αναλαμβάνει αυξημένες αρμοδιότητες. Ο Ντέιβιντ Μόγιες, που είχε επιλεγεί για να διαδεχθεί τον συμπατριώτη του, υπέγραψε εξαετές συμβόλαιο, αλλά απομακρύνθηκε πριν ολοκληρωθεί η πρώτη του χρονιά, έχοντας προλάβει να κατακτήσει μονάψα το Community Shield. Η ομάδα που είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα με διαφορά 11 βαθμών κατέληξε στην έβδομη θέση και η πρώτη προσπάθεια διαδοχής του Φέργκιουσον ολοκληρώθηκε πολύ νωρίτερα από όσο είχε σχεδιαστεί.

Τη θέση του πήρε ο Λουίς φαν Χάαλ, φέρνοντας διαφορετική αγωνιστική προσέγγιση και νέες μεταγραφές. Ο Άνχελ Ντι Μαρία αποκτήθηκε έναντι 59,7 εκατομμυρίων λιρών, ποσό-ρεκόρ τότε για το βρετανικό ποδόσφαιρο, αλλά έφυγε έπειτα από μόλις μία σεζόν. Ο Ολλανδός κατέκτησε το FA Cup το 2016, ωστόσο η διοίκηση αποφάσισε να προχωρήσει σε ακόμη μία αλλαγή, δίνοντας τα ηνία στον Ζοσέ Μουρίνιο.

Με τον Πορτογάλο στον πάγκο ήρθαν νέες σημαντικές μεταγραφές, με χαρακτηριστικότερη την επιστροφή του Πολ Πογκμπά από τη Γιουβέντους. Η ομάδα κατέκτησε το League Cup, το Community Shield και το Europa League το 2017, ενώ το 2018 τερμάτισε δεύτερη στην Premier League. Παρ' όλα αυτά, η συνεργασία ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς, έπειτα από αγωνιστική πτώση και έντονες διαφωνίες γύρω από τον μεταγραφικό σχεδιασμό.

Ακολούθησε ο Όλε Γκούναρ Σόλσκιερ, ο οποίος προσπάθησε να επαναφέρει την ταχύτητα και τις γρήγορες αντεπιθέσεις στο παιχνίδι της ομάδας. Επί των ημερών του αποκτήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι Χάρι Μαγκουάιρ, Άαρον Γουάν-Μπισάκα, Μπρούνο Φερνάντες και Τζέιντον Σάντσο, ενώ το καλοκαίρι του 2021 επέστρεψε και ο Κριστιάνο Ρονάλντο, δώδεκα χρόνια μετά την αποχώρησή του για τη Ρεάλ Μαδρίτης. Ο Πορτογάλος σούπερ σταρ πέτυχε 24 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις στην πρώτη σεζόν της επιστροφής του, ωστόσο η Γιουνάιτεντ τερμάτισε έκτη, ενώ η δεύτερη θητεία του ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 2022 με 27 γκολ σε 54 συμμετοχές.

Ο Σόλσκιερ, από την πλευρά του, είχε οδηγήσει τους «κόκκινους διαβόλους» στην τρίτη θέση το 2020 και στη δεύτερη το 2021, χωρίς όμως να κατακτήσει κάποιο τρόπαιο. Αποχώρησε τον Νοέμβριο του 2021 και, έπειτα από μια μεταβατική περίοδο με υπηρεσιακούς προπονητές, η διοίκηση επέλεξε τον Έρικ τεν Χαγκ το καλοκαίρι του 2022.

Ο Ολλανδός κατέκτησε το League Cup το 2023 και το FA Cup το 2024, ωστόσο η όγδοη θέση στο πρωτάθλημα τη δεύτερη σεζόν του και το κακό ξεκίνημα της επόμενης οδήγησαν στην απομάκρυνσή του τον Οκτώβριο του 2024. Στη συνέχεια ήρθε ο Ρούμπεν Αμορίμ, με το δικό του σύστημα των τριών κεντρικών αμυντικών και μια ακόμη διαφορετική αγωνιστική φιλοσοφία. Η Γιουνάιτεντ ολοκλήρωσε τη σεζόν 2024-25 στη 15η θέση και τον Ιανουάριο του 2026 ο Πορτογάλος αποχώρησε, ανοίγοντας τον δρόμο για την επιστροφή του Κάρικ.

Από τον Μόγιες μέχρι τον σημερινό προπονητή, λοιπόν, επτά «μόνιμοι» τεχνικοί επιχείρησαν να δώσουν στη μια νέα αγωνιστική ταυτότητα. Ανάμεσά τους υπήρξαν προπονητές που ήθελαν μεγαλύτερη κατοχή, άλλοι που έδιναν προτεραιότητα στην αμυντική οργάνωση και στις μεταβάσεις, καθώς και τεχνικοί που προσπάθησαν να εφαρμόσουν εντελώς διαφορετικά συστήματα. Κάθε αλλαγή, φυσικά, συνοδευόταν από νέες απαιτήσεις για το ρόστερ και από μεταγραφές που δεν ταίριαζαν απαραίτητα με όσα ζητούσε ο επόμενος προπονητής.

Πώς γίνεται ένας σύλλογος που έχει ξοδέψει 2,27 δισ. λίρες για ποδοσφαιριστές μετά το 2013, να βρίσκεται ξανά σε αυτή τη θέση;

Τα 2,27 δισ. λίρες μετά τον Φέργκιουσον

Το οικονομικό σκέλος της ιστορίας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Γιουνάιτεντ δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι σταμάτησε να επενδύει σε ποδοσφαιριστές μετά το 2013. Αντιθέτως, από τη σεζόν 2013-14 έως και τις 30 Ιουνίου 2026, οι πραγματικές πληρωμές για την απόκτηση παικτών έφτασαν περίπου τα 2,27 δισεκατομμύρια λίρες, σύμφωνα με ανάλυση των οικονομικών καταστάσεων του συλλόγου.

Στο ίδιο διάστημα, οι εισπράξεις από πωλήσεις ποδοσφαιριστών ανήλθαν περίπου στα 586 εκατομμύρια λίρες, διαμορφώνοντας την καθαρή μεταγραφική δαπάνη στα 1,68 δισεκατομμύρια. 

Πρόκειται για ένα τεράστιο ποσό, το οποίο δείχνει πόσα χρήματα διατέθηκαν για την ενίσχυση της ομάδας σε αυτά τα 13 χρόνια. Και μέσα σε αυτή την περίοδο υπήρξαν μεταγραφές με εντελώς διαφορετική κατάληξη. Ο Ντι Μαρία έμεινε μόλις έναν χρόνο, ο Πογκμπά αποχώρησε ως ελεύθερος το 2022, ενώ οι περιπτώσεις των Σάντσο και Άντονι δεν δικαίωσαν τις προσδοκίες που είχαν δημιουργήσει τα υψηλά ποσά της απόκτησής τους. Από την άλλη, ο Μπρούνο Φερνάντες αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ποδοσφαιριστή που εξελίχθηκε σε βασικό στέλεχος και διατήρησε σημαντικό ρόλο παρά τις διαδοχικές αλλαγές στον πάγκο.

Όσο για τους τίτλους, από την αποχώρηση του Φέργκιουσον μέχρι και την ολοκλήρωση της σεζόν 2025-26, οι «κόκκινοι διάβολοι» κατέκτησαν επτά τρόπαια: δύο FA Cup, το 2016 και το 2024, δύο League Cup, το 2017 και το 2023, και ένα Europa League, το 2017. Σε αυτά προστίθενται και τα δύο Community Shield του 2013 και του 2016. Το πρωτάθλημα, ωστόσο, παραμένει εκείνο του 2013, ενώ στο ίδιο διάστημα η ομάδα δεν κατάφερε να φτάσει ούτε σε τελικό Champions League.

Από τον Γούντγουορντ στον Ράτκλιφ

Βεβαίως, όταν εξετάζουμε μια τόσο μεγάλη περίοδο, δεν μπορούμε να περιοριστούμε αποκλειστικά στους προπονητές και στις μεταγραφές. Έχει σημασία να δούμε και ποιος είχε κάθε φορά τον έλεγχο των ποδοσφαιρικών αποφάσεων, καθώς εκεί καθορίζονται η επιλογή του τεχνικού, η κατεύθυνση του μεταγραφικού σχεδιασμού και η γενικότερη στρατηγική.

Μετά την αποχώρηση του Φέργκιουσον και του Ντέιβιντ Γκιλ το 2013, η οικογένεια Γκλέιζερ διατήρησε τον ιδιοκτησιακό έλεγχο, ενώ ο Εντ Γούντγουορντ αποτέλεσε το κεντρικό διοικητικό πρόσωπο του συλλόγου μέχρι το 2022. Τη θέση του πήρε ο Ρίτσαρντ Άρνολντ, προτού έρθει η μεγάλη αλλαγή του 2024, με την είσοδο του σερ Τζιμ Ράτκλιφ και της INEOS.

Οι Γκλέιζερ εξακολουθούν να έχουν την πλειοψηφία των μετοχών, όμως η INEOS ανέλαβε τη διαχείριση των ποδοσφαιρικών λειτουργιών. Από εκείνο το σημείο και μετά, οι αποφάσεις για την αγωνιστική κατεύθυνση, τους προπονητές και τον σχεδιασμό του ρόστερ περνούν από τη νέα δομή που δημιουργήθηκε υπό τον Ράτκλιφ.

Μάλιστα, μέσα σε αυτή τη νέα περίοδο η διοίκηση αποφάσισε αρχικά να συνεχίσει με τον Τεν Χαγκ το καλοκαίρι του 2024, τον αντικατέστησε λίγους μήνες αργότερα με τον Αμορίμ και τον Ιανουάριο του 2026 επέλεξε τον Κάρικ. Πρόκειται για αποφάσεις που ελήφθησαν σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, την ώρα που ο σύλλογος επιχειρούσε να διαμορφώσει μια πιο σταθερή ποδοσφαιρική δομή.

Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι όλες οι επιλογές μπορούν να αξιολογηθούν με τον ίδιο τρόπο ή ότι η σημερινή διοίκηση ευθύνεται για όσα συνέβησαν από το 2013 και μετά. Η αλλαγή του 2024 αποτελεί ξεχωριστή περίοδο στην ιστορία της Γιουνάιτεντ και χρειάζεται να εξεταστεί με βάση τις δικές της αποφάσεις και τα δικά της αποτελέσματα.

Oι δύο αγώνες που ακολουθούν

Επιστρέφοντας στο σήμερα, ο Κάρικ καλείται να διαχειριστεί μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση, με την ομάδα του να χρειάζεται άμεσα αποτελέσματα και το πρόγραμμα να μην προσφέρει ιδιαίτερες ευκολίες. Αυτή τη φορά η Μάντσεστερ δοκιμάζεται στο Στάμφορντ Μπριτζ απέναντι στην πέμπτη της βαθμολογίας Τσέλσι, σε ένα παιχνίδι που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά το αρνητικό σερί των τελευταίων εβδομάδων.

Και φυσικά, δεν υπάρχει χρόνος για πολλές ανάσες, καθώς την Τρίτη 3 Νοεμβρίου οι «κόκκινοι διάβολοι» υποδέχονται τη Ρόμα στο «Ολντ Τράφορντ» για την τέταρτη αγωνιστική της League Phase του Champions League. Εκεί η κατάσταση δεν είναι πολύ καλύτερη, αφού η Γιουνάιτεντ έχει συγκεντρώσει μόλις τρεις βαθμούς στα πρώτα τρία παιχνίδια, όσους δηλαδή και η ΑΕΚ. Με μία νίκη και δύο ήττες, βρίσκεται χαμηλά στη βαθμολογία και χρειάζεται βαθμούς για να βελτιώσει τη θέση της στη μάχη της πρόκρισης.

Δύο απαιτητικά παιχνίδια μέσα σε τέσσερις ημέρες, λοιπόν, με τον Κάρικ να γνωρίζει ότι η ομάδα του πρέπει να αντιδράσει. Και εδώ επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα της έρευνάς μας. Πώς γίνεται ένας σύλλογος που έχει ξοδέψει περίπου 2,27 δισεκατομμύρια λίρες για ποδοσφαιριστές μετά το 2013, έχει αλλάξει επτά προπονητές και έχει δοκιμάσει τόσες διαφορετικές αγωνιστικές προσεγγίσεις να βρίσκεται ξανά σε αυτή τη θέση;

ManU στο χείλος του γκρεμού: Γιατί δεν μπορεί να πάρει τίτλο μετά τον Σερ Άλεξ;