MENU

Ο Ρεχάγκελ τον λάτρευε. Αν τον ρωτούσες ποιος παίκτης είχε όλο το πακέτο για να παίξει στην αγαπημένη του Bundesliga, εκείνον θα σου έδειχνε με το δάχτυλο.

Ψηλός, ευθυτενής, τσολιάς. Μα και μπαλάτος, πράγμα σπάνιο για την εποχή για έναν κεντρικό αμυντικό. Ανθεκτικός, σκληρός, αλματερός, με πνευμόνια, θάρρος και ποιότητα χαρακτήρα. Ό,τι έψαχνε -και ψάχνει- κάθε προπονητής.

Αυτόν είχε βασικό στα δύο ακροτελεύταια παιχνίδια της προκριματικής φάσης με Αρμενία και Βόρεια Ιρλανδία που έστειλαν την Εθνική στην τελική φάση του Euro 2004.

Αυτόν λογάριαζε βασικό για τα πορτογαλικά γήπεδα. Το Δέλλας - Καψής με ολίγη από Κατσουράνη πίσω, προέκυψε μετά. Από μία απόφαση που κανείς δεν περίμενε.

Τέλη Νοέμβρη του 2003 έπαιζε βασικός με την φανέλα του Ολυμπιακού στους ομίλους του Champions League, λογιζόταν βασικός στην Εθνική.

Μέσα Γενάρη ήταν στην Ιθάκη του, στο ησυχαστήριο του, ψάχνοντας να βρει τον εαυτό του. Είχε αφήσει τα φώτα, το σεντόνι, τα πάντα για να βρει ξανά ισορροπία, κατεύθυνση, προσανατολισμό, γαλήνη, χαμόγελο.

Ήταν στην λασπούρα της Γ’ Εθνικής, με την φανέλα της Δόξας Δράμας, ένα ολικό reset, format και restart. 

Στα 27 του, στα ντουζένια του, όχι στα τελειώματα.

Θεωρητικά, είχε τα πάντα. Φήμη, δόξα, λεφτά, αναγνωρισιμότητα.

Πρακτικά, μέσα του δεν είχε τίποτα. Είχε αδειάσει από τα πάντα, ένιωθε πως βρίσκεται σε αδιέξοδο.

Ο Ρεχάγκελ έδωσε μία μεγάλη εσωτερική μάχη μέσα του. Στο τέλος αποφάσισε ότι οι απαράβατοι κανόνες, οι αρχές είναι πάνω από όλα.

Δεν θα μπορούσε να καλέσει στην αποστολή για το Euro έναν παίκτη που είχε επιλέξει να αποσυρθεί από το κορυφαίο επίπεδο. Θα ήταν άδικο για τους υπόλοιπους. Θα αλλοίωνε τις ισορροπίες, θα έχανε τα αποδυτήρια. Μπορεί -αν τον είχε καλέσει- σύμφωνα με τη θεωρία της πεταλούδας, να μην έπαιρνε ποτέ το Euro.

Το ποδόσφαιρο χάρισε στον Πάρη μία συμμετοχή σε Euro τέσσερα χρόνια αργότερα, στην δεύτερη ποδοσφαιρική ζωή του. 

Η Εθνική όμως το 2008 ήταν άδεια, ανέμπνευστη, κανείς δεν θυμάται τίποτα από εκείνο το Euro, ο μηχανισμός της απώθησης έχει την τάση να διαγράφει από την μνήμη οδυνηρές εμπειρίες.

Εκείνο το 1-2 από την Ισπανία, στην τελευταία αγωνιστική ήταν το κύκνειο άσμα του κι εκείνου και του Ότο με την γαλανόλευκη. Στα 32 του.

Δεν υπήρξε ποτέ συμβατός με την εποχή του. 

Το ποδόσφαιρο του ήταν 20 χρόνια μπροστά. Σήμερα, στην εποχή του build-up από πίσω ο Άντζας θα λογιζόταν ως παγκόσμια κλάση.

Τότε, όμως, δεν υπήρχαν αυτά. Δεν μετρούσαν τόσο αυτά. Καλός αμυντικός ήταν αυτός που έσβηνε τον προσωπικό του αντίπαλο. Τα υπόλοιπα έρχονταν σε δεύτερη μοίρα.

Ο χαρακτήρας του ήταν 20 χρόνια πίσω. Δεν είχε καμία σχέση με το σταριλίκι, δεν είχε αυλή, περίγυρο, κύκλο. Δεν είχε σχέσεις με δημοσιογράφους, απόφευγε τον φακό, έλεγε ελάχιστα, μόνο τα απαραίτητα.

Ήταν ένα αγνό, ανόθευτο, καθαρό παιδί της επαρχίας, του χωριού, ασύμβατο με την πιο ακραία εποχή σταρ-σίστεμ, γκλαμουριάς, που βίωσε ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Δεν μπήκε ποτέ σε αυτό το τριπάκι, δεν το είχε, δεν το επιδίωξε, δεν πίστευε ποτέ ότι είναι απαραίτητο.

Όταν ένιωσε ότι όλο αυτό τον πνίγει, ότι δεν αντέχει άλλο, σηκώθηκε και έφυγε μακριά του. Τότε, έμοιαζε δυσνόητο, οι εποχές ήταν πολύ μπρουτάλ για να ερμηνευτεί σε βάθος η γενναία κλωτσιά που έριξε σε όλα, αναζητώντας γαλήνη.

Σήμερα, όλα μοιάζουν πια πολύ πιο εξηγήσιμα. Οι αντιλήψεις άλλαξαν. Ο κόσμος προόδευσε. Είναι, όμως, αργά για συγγνώμες.

Τότε, το μόνο που μετρούσε ήταν να είσαι μάτσο, σκληρός. Να… νικάς και να δέρνεις. 

Έγινε σύμβολο, είδωλο, αφίσα, πρωτοσέλιδο, μπλουζάκι, αλλά και κόκκινο πανί για τον αιώνιο αντίπαλο για τους πιο λάθος λόγους. Για κάτι που δεν ήταν.

Για το ακριβώς αντίθετο από αυτό που ήταν.

Από ένα καρέ της στιγμής με τον Σωτήρη Κυργιάκο, που έγινε αντικείμενο χυδαίας εκμετάλλευσης, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να κάνει τίποτα για να το σβήσει. Οι δύο παίκτες μίλησαν, τα βρήκαν. Τα λάθος μηνύματα δεν έσβησαν ποτέ.

Τα γήπεδα πριν από δύο δεκαετίες ήταν πολύ πιο σκληρά. Αδηφάγα. Αρένες. Δεν άφηναν τίποτα όρθιο, δεν είχαν ούτε ιερό ούτε όσιο.

Αν μυρίζονταν κάποια αδυναμία, πατούσαν πάνω στον κάλο, έριχναν αλάτι στην πληγή. Ακόμα κι αν ήταν βαθιά τραύματα από ανθρώπινες απώλειες, οικογενειακά αδιέξοδα, προσωπικά δεδομένα.

Ο ευάλωτος, ευαίσθητος, καθαρός Βούλης υπήρξε θύμα ενός ακραίου αθλητικού bullying, που τότε βαφτιζόταν… χαβαλές. Καζούρα. Μέρος του παιχνιδιού. Διότι, εδώ είναι Ελλάδα και στην Ελλάδα έτσι γίνεται.

Μόλις αποσύρθηκε, ο Άντζας αποφάσισε να αυτοεξοριστεί για δεύτερη φορά, διότι ένιωθε πολύ πιο οικεία στην μοναξιά του, παρά στην βαβούρα και την οχλοβοή της μεγάλης πόλης.

Δεν ασχολήθηκε ξανά με το επαγγελματικό ποδόσφαιρο, διότι αυτού του είδους ο επαγγελματισμός δεν ήταν για εκείνον.

Περπάτησε αθόρυβα και με αξιοπρέπεια το μονοπάτι που ο ίδιος επέλεξε, ακόμα και όταν το ALS (πλάγια αμυοτροφική σκλήρυνση), η νόσος του κινητικού νευρώνα πήρε σταδιακά τον έλεγχο του κορμιού του.

Ακόμα και τότε λίγοι ήξεραν τον προσωπικό του γολγοθά, τα πήγαινε πολύ καλύτερα με την σιωπή, παρά με τις λέξεις.

Ο Άντζας ήταν sui generis. Δεν υπήρξε αδύναμος, αλλά ο πιο δυνατός από όλους. 

Παράτησε τα πάντα, όταν όλα έμοιαζαν εύκολα και επέστρεψε κάνοντας από την αρχή όλη τη δύσκολη διαδρομή. 

Με τις επιλογές του, τη διαδρομή του, τη στάση του αφήνει πίσω του κάτι που τότε έμοιαζε ακαταλαβίστικο, μα σήμερα είναι απολύτως κατανοητό. Πως είναι ok να μην είσαι ok.

Έψαχνε, αναζητούσε μία ζωή τη γαλήνη.

Εκεί που βρίσκεται τώρα, ελπίζω να την βρήκε…

Λάθος εποχή…