MENU

Ας σταματήσουμε λοιπόν να ψάχνουμε εξιλαστήρια θύματα σε κάθε αποτυχία. Οχι, δεν φταίει ο Σκουρτόπουλος για τη χαμένη μεγάλη ευκαιρία απέναντι στις ΗΠΑ. Δεν φταίει το αν έβαλε τον Λαρεντζάκη, το αν έβγαλε τον Παπανικολάου, το αν έπαιξε με τρία γκαρντ, το αν έπαιξε με πέντε φόργουορντ, το αν, αν, αν... Οποιος ψάχνει ευθύνες ας κάνει μια αναδρομή στα τελευταία 10 χρόνια. Μια απλή αναδρομή. Να θυμηθεί τις παιδικές μας ασθένειες, να θυμηθεί ότι είμαστε ίσως η μοναδική χώρα που έχει να παράξει σουτέρ εδώ και 15 χρόνια. Το ελληνικό μπάσκετ ΠΑΣΧΕΙ σ' αυτό το κομμάτι, κι όσο κι αν έχει αλλάξει το μπάσκετ, όσο κι αν έχει γίνει πιο γρήγορο, πιο αθλητικό, το σουτ θα κρίνει πάντα τις μεγάλες διοργανώσεις, θα κρίνει την επιτυχία από την αποτυχία.

Η Ελλάδα δεν έκανε ΤΙΠΟΤΑ λάθος στο συγκεκριμένο ματς. Δεν έχασε επειδή προδόθηκε από το πλάνο της, δεν έχασε επειδή οι Αμερικανοί έπαιξαν ευρωπαϊκά, δεν ηττήθηκε επειδή δεν βρήκε τρόπο να τρέξει στο απέναντι καλάθι. Εχασε για τον απλούστατο λόγο πως δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει το ένα και μοναδικό όπλο που έδωσε η αντίπαλη άμυνα, το ελεύθερο σουτ. Ηταν αστείο, έμοιαζε με ανέκδοτο, το γεγονός ότι δεν μπορούσαμε ούτε για μια στιγμή να τιμωρήσουμε το «1-4» των Αμερικανών. Αστείο πραγματικά...

Ενας Γιάννης να πασάρει δεξιά κι αριστερά, πέντε «καρέκλες» στην άμυνα να περιμένουν τη μπάλα να φύγει από τα χέρια του και τρεις Ελληνες παίκτες στην περιφέρεια (ανεξαρτήτως ονόματος) να κάνουν... διαγωνισμό αστοχίας από τα 6,75μ. Το γράψα και μετά το ματς με την Νέα Ζηλανδία, το επαναλαμβάνω και τώρα: Δουλειά του εκάστοτε προπονητικού τιμ της Εθνικής ομάδας δεν είναι να μάθει τον Καλάθη, τον Παπανικολάου, τον Παπαπέτρου να σουτάρουν.

Ούτε πρέπει να κρίνονται από το αν τα σουτ θα βρουν στόχο. Κρίνονται από το αν οι σουτέρ της ελληνικής ομάδας θα βρουν τα ελεύθερα σουτ. Κρίνονται από τα πόσα συστήματα έχουν για τους σουτέρ, από το πόσες φορές η τελική πάσα θα βρει τον ελεύθερο παίκτη στα 6,75μ. Σήμερα, η Ελλάδα δεν χρειάστηκε να κάνει κάτι... μαγικό για να βρει τα σουτ που χρειαζόταν. Τα πρόσφερε απλόχερα η αμερικανική άμυνα με την απόλυτη προσαρμογή στον Γιάννη... Δυστυχώς, για μια ακόμη φορά σε μεγάλο παιχνίδι, η παιδική ασθένεια του σουτ πρόδωσε την Εθνική ομάδα. Με 26% στα τρίποντα και 31,8% εντός πεδιάς δεν νικάς τους Αμερικανούς. Οχι αυτούς τους Αμερικανούς, ούτε καν τα κολλεγιόπαιδα που πιθανώς να εμφάνιζε στο παρκέ ο Πόποβιτς.

Θα πει κάποιος «και ποιο είναι το εναλλακτικό πλάνο;». Μα δεν μπορεί να υπάρχει πάντα εναλλακτικό πλάνο, όταν παίζεις με μια ομάδα με τόσο βάθος, τόση ποιότητα που προσαρμόζει τον ρυθμό όπως και όποτε θέλει. Εχουμε «βαριά» σέντερ που δεν μπορούν να ακολουθήσουν στο τρίποντο. Εχουμε τον MVP που δικαιωματικά θέλει και πρέπει να πάρει τη μπάλα στα χέρια του. Εχουμε ένα ποιοτικό πλέι μέικερ (Καλάθης) που κανείς δεν θα τον εμποδίσει από το να σουτάρει.

Εχουμε δύο αθλητικούς σμολ φόργουορντ που μπορούν να κάνουν τα πάντα μέσα στο γήπεδο, αλλά κανείς δεν θα τους εμπιστευτεί το ρόλο του εκτελεστή από τα 6,75μ. Η Εθνική αυτά τα «υλικά» έχει, αυτά είναι τα καλύτερα «υλικά» που παράγει τα τελευταία χρόνια κι αυτό μπορεί να παίξει, με αυτό τον τρόπο μπορεί να νικήσει ομάδα σαν τις ΗΠΑ. Μη ψάχνουμε λοιπόν, πάση θυσία, να βρούμε τον αποδιοπομπαίο τράγο για τη (μεγάλη) χαμένη ευκαρία. Ας κοιτάξουμε τον εαυτό μας, ας δούμε τι λάθη κάνουμε σαν ελληνικό μπάσκετ στο κομμάτι του τι είδους «υλικά» παράγουμε κι εκεί θα βρούμε και την αιτία για την παιδική ασθένεια που δεν γιατρεύεται με τίποτα.

Για τις ΗΠΑ, αυτό που επιβεβαιώθηκε είναι πως πρόκειται για μια κλασική ομάδα του Πόποβιτς που ξέρει να παίρνει αυτό που θέλει ανεξαρτήτως ρυθμού. Οσο κι αν ακουγόταν αστείο, έπαιξαν άμυνα «1-4»και δικαιώθηκαν απόλυτα για την επιλογή τους. Δικαιώθηκαν σε τέτοιο βαθμό που θα χουν να λένε ότι νίκησαν αγώνα με 69 πόντους! Πράγματι, οι Αμερικανοί ήταν σοβαροί, θα ήταν χαζομάρα άλλωστε να μην είναι, μετά τη σφαλιάρα από την Αυστραλία, την παρολίγον σφαλιάρα από την Τουρκία και τον εφιάλτη της Ελλάδας του 2006. Οι ΗΠΑ θα ήταν σοβαροί κι αυτό ηταν δεδομένο. Αυτό που ελπίζαμε να μην επαναληφθεί ήταν τα ελεύθερα ελληνικά τρίποντα στο... σίδερο σχεδόν σε κάθε επίθεση.

Τι γίνεται από 'δω και πέρα; Λέμε πάλι για την «τελευταία ευκαιρία» που μας δίνεται για να πάρουμε την πρόκριση στην επόμενη φάση. Είμαστε σχεδόν στο ίδιο σημείο που βρισκόμαστε σε κάθε μεγάλη διοργάνωση. Μπορούμε; Φυσικά μπορούμε, αλλά ποιος να το βροντοφωνάξει; Ποιος να ποντάρει τα λεφτά του στο +12 επί της Τσεχίας; Αν μας το 'λεγε κάποιος πριν αρχίσει η διοργάνωση, τις ημέρες του Ακρόπολις, πιθανώς θα λέγαμε «εύκολα», αλλά με την εικόνα που παρουσιάζουμε περιριζόμαστε στο «μπορούμε, αλλά...». Οι Τσέχοι είναι η έκπληξη του τουρνουά, έχει παίξει εξαιρετικό μπάσκετ, είναι ομάδα με όλα τα χαρακτηριστικά της ομάδας.

Θα έχουμε πολύ δύσκολο έργο, όχι μόνο για το +12, ακόμη και για τη νίκη. Το μπάσκετ που θα πρέπει να παίξουμε είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που παίξαμε κόντρα στους Αμερικανούς. Μπορούμε; Ναι, μπορούμε επαναλαμβάνω. Αρκεί να το πιστεύουν οι 12 που θα πατήσουν στο παρκέ, οι άνθρωποι του πάγκου και όλοι μαζί να διαγράψουν απόψε κιόλας ό,τι έχει συμβεί μέχρι σήμερα!

Αφήστε τους «ενόχους» και ψάξτε την αιτία πιο βαθιά...
EVENTS